Όταν η Emerald Fennell ανακοίνωσε ότι θα καταπιαστεί με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, το ιερό δισκοπότηρο της τοξικής αγάπης, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι «αν το Saltburn ήταν προκλητικό, φαντάσου τι έχει να γίνει με το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ». Όχι γιατί περίμενα μια πιστή μεταφορά (το περίμενε κανείς άλλωστε;) αλλά γιατί ήξερα ότι η γυναίκα που μας έδωσε το Saltburn δεν ξέρει τι θα πει «μέτρο». Και δόξα τω Θεώ, γιατί, προσωπικά, δεν χρειαζόμουν άλλο ένα βαρετό μάθημα λογοτεχνίας, αλλά μία ταινία από αυτές που σε κάνουν να θέλεις να τρέξεις στο σπίτι και να διαβάσεις σοφτ πορνό λογοτεχνία τύπου Άρλεκιν, νιώθοντας τις ορμόνες σου να κάνουν πάρτι.
Άρλεκιν; Ναι, Άρλεκιν. Εκείνο το μικρό βιβλιαράκι με το μαλακό εξώφυλλο που πάντα απεικονίζει έναν ψηλό, αρρενωπό, άγριο τύπο, ο οποίος κρατάει στα «στιβαρά του μπράτσα» (για να χρησιμοποιήσω και την ανάλογη γραφή) την αδάμαστη αλλά συναισθηματικά υποταγμένη σε αυτόν γυναίκα της ζωής του. Εκείνη που όταν ένιωθε τον σκληρό ανδρισμό του, το δέρμα της έκαιγε σαν να την έχουν τυλίξει ολόκληρη οι φλόγες του πόθου. Ναι, το ομολογώ, είχα διαβάσει πολλά Άρλεκιν μικρή, αφού η γιαγιά μου η Αντιγόνη ήταν μεγάλη φαν και στο σπίτι υπήρχαν κούτες γεμάτες από αυτά. Τα διάβαζα κρυφά κάτω από το σεντόνι, όταν ήμουν στην ηλικία που ξυπνούσαν οι εφηβικές ορμές μου. Τώρα θα μου πεις, γιατί τα γράφω όλα αυτά; Προφανώς για να περιγράψω όσο καλύτερα μπορώ μία ταινία που βασίζει τα πάντα της στο πώς ακριβώς ένιωσε η έφηβη Fennell όταν διάβασε το βιβλίο της Μπροντέ για πρώτη φορά.
Πριν καν βγει η ταινία, το διαδίκτυο πήρε φωτιά. «Γιατί ο Jacob Elordi;», «Γιατί ένας λευκός Χίθκλιφ;». Οι “English majors” έβγαλαν τα σημειωματάρια και άρχισαν να παραθέτουν το βιβλίο: «μελαψός τσιγγάνος», «μικρός Λασκάρ». Η αλήθεια είναι ότι η Andrea Arnold το 2011 ήταν η μόνη που τόλμησε έναν μαύρο Χίθκλιφ (James Howson). Όλοι οι άλλοι, από τον Laurence Olivier και τον Richard Burton μέχρι τον Ralph Fiennes, ήταν λευκοί σαν το γάλα.
Η Fennell, με μια δόση στρατηγικής ειρωνείας, έβαλε τον τίτλο της σε εισαγωγικά (“Wuthering Heights”) σαν να λέει «χαλαρώστε, είναι το δικό μου fever dream». Δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι ο καθένας φτιάχνει τη δική του εκδοχή στο κεφάλι του όταν διαβάζει το βιβλίο και η δική της εκδοχή περιλαμβάνει τον Elordi. Ας μη γελιόμαστε, ο Elordi δεν επιλέχθηκε για την υποκριτική του δεινότητα (που εδώ είναι, ας πούμε, «διεκπεραιωτική»), αλλά γιατί η κάμερα (και σίγουρα και η ίδια η Fennell) τον ερωτεύεται με έναν τρόπο σχεδόν παράνομο. Είναι ο fuckboy κ. Ντάρσι με το χρυσό δόντι και το σκουλαρίκι κρίκο, που βγαίνει μέσα από την ομίχλη για να κάνει το κοινό να του τρέχουν τα σάλια.
Αν περιμένετε το κλασικό δράμα εποχής, την πατήσατε – η Fennell μπέρδεψε τα πάντα, το camp, τον εκμοντερνισμό, τα σύγχρονα τραγούδια της Charli XCX και το ωμό σεξ. Σε πολλά σημεία αυτή η σούπα δεν λειτουργεί, αλλά η Fennell επέλεξε τον δρόμο της υπερβολής. Κάτι σαν μία Μαρία Αντουανέτα με καύλες.
Η ταινία είναι υγρή. Κυριολεκτικά. Ακραία υγρή. Σαλιγκάρια που αφήνουν γλίτσα, κρόκοι αυγών που σπάνε πάνω σε σεντόνια, ζυμάρια που ζουλιούνται προκλητικά, αίμα γουρουνιού που λερώνει ακριβά φορέματα και τόση βροχή που αλήθεια κάποια στιγμή ένιωσα ότι πρέπει να αλλάξω ρούχα για να μην πουντιάσω. Είναι μια αισθητική που ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και το σέξι, και είναι και οι σκηνές που προκαλούν γέλια στην αίθουσα. Και μετά έχουμε το BDSM στοιχείο -και με μαστίγια, αλλά και με μία ψυχολογική και σωματική υποταγή- που γενικά θυμίζει τις 50 αποχρώσεις του Γκρι (δεν θα πω άλλα εδώ, αλλά ας πούμε ότι οι σέλες και τα χαλινάρια των αλόγων έχουν φανεί πολύ χρήσιμα στην ταινία). Η σκηνή που ο Χίθκλιφ αρπάζει την Κάθυ από τον κορσέ και τη σηκώνει στον αέρα με το ένα χέρι για να τη φιλήσει μπορεί να μην είναι και τόσο πιστευτή αλλά, όπως και να ‘χει, είναι η απόλυτη ορμονική φαντασίωση μιας δεκαπεντάχρονης.
Η Fennell έκανε αυτό που έχουν κάνει σχεδόν όλες οι κινηματογραφικές διασκευές: πέταξε το δεύτερο μισό του βιβλίου – και πάει στον κουβά όλη η κληρονομική δυστυχία που κρατάει γενιές. Εστίασε μόνο στο πρώτο μέρος, κάνοντας την ιστορία πιο «ευκίνητη» αλλά ταυτόχρονα και λιγότερο μυστηριώδη. Αφαίρεσε τον αδερφό της Κάθυ, τον Χίντλεϊ, και μετέφερε τα πάθη του στον πατέρα (ένας εξαιρετικός Martin Clunes). ΑΛΛΑ ΔΕ ΒΑΡΙΕΣΑΙ.
Εκεί που η ταινία δίνει τα ρέστα της είναι στα σκηνικά. Η έπαυλη των Έρνσο είναι ένα σκοτεινό ερείπιο, ενώ το σπίτι των Λίντον έχει δωμάτια γεμάτα κορδέλες και τζάκια φτιαγμένα από γύψινα χέρια. Οι εικόνες είναι πραγματικά εκθαμβωτικές, σαν ένα indie βίντεο κλιπ που συναντά τη βικτωριανή εποχή.
Η Margot Robbie, ως Κάθυ, είναι σίγουρα καλύτερη από τον Elordi που δακρύζει άχαρα στη βροχή και συνεχίζει να μιλάει με μασημένη άρθρωση. Προσωπικά ούτε την υποψηφιότητά του για Όσκαρ στον Φρανκενστάιν έχω κατανοήσει, αλλά δεν θα αρνηθώ ότι βλέποντάς τον με αυτό το σαδιστικό βλέμμα της εκδίκησης, με φαντάστηκα να τρέχω στη βροχή ενώ εκείνος με τραβάει από τον κορσέ. Πάταγο θα κάνει η ταινία στα ταμεία, να με θυμηθείτε.
Οι κριτικοί έξω την έθαψαν. Είπαν ότι είναι «αστονιστικά κενή», ότι προσβάλλει τη λογοτεχνία, ότι είναι μια «20σέλιδη φωτογράφιση μόδας». Και ξέρετε κάτι; Έχουν δίκιο, αλλά έχουν και άδικο. Η ταινία της Fennell είναι τοξική, είναι σέξι με έναν κιτς τρόπο και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, αλλά, όπως και το Saltburn τολμά να είναι σαρκική και φετιχιστική μέχρι αηδίας (κυριολεκτικά). Ή θα σου αρέσει αυτό το στυλ ή θα το μισήσεις.
Δεν βγαίνουν πια τέτοιες ταινίες, γιατί ντρεπόμαστε να γίνουμε «ρεζίλι» με το πάθος μας και να απολαύσουμε ακόμα και τη γελοιότητά του. Τι να κάνουμε, δυστυχώς στη ζωή υπάρχουν τοξικά ρομάντζα, μακάρι να μην υπήρχαν αλλά υπάρχουν, και θα τα δούμε στο σινεμά όπως βλέπουμε τόσα άλλα. Υπάρχουν και τα προκαταρκτικά στο σεξ που πολλές φορές είναι πολύ «βρώμικα» γι’ αυτό και μας αρέσουν, οπότε ας μην κάνουμε τους πουριτανούς όταν βλέπουμε τον Elordi να γλείφει το χέρι της Robbie μετά από μια σκηνή δικής της αυτοϊκανοποίησης στους βάλτους (ναι, συμβαίνει κι αυτό).
Είναι η ταινία της Fennell πιστή απόδοση του “Wuthering Heights” της Μπροντέ; Όχι. Έχει ερμηνείες αξέχαστες; Ναι, αλλά για άλλους λόγους, όχι για βραβεία. Σίγουρα πάντως είναι μια ταινία που θα σε κάνει να νιώσεις κάτι στον ερπετοειδή σου εγκέφαλο. Άμα είναι να βλέπουμε blockbusters, τουλάχιστον ας μην είναι αποστειρωμένα. Ας είναι υγρά, με σάλια παντού και με τον Jacob Elordi στην ομίχλη. Ας είναι μια messy κατάσταση σε μία εποχή που όλα μένουν στο «διαβάστηκε», πριν καν φτάσουν στα προκαταρκτικά.