ΣΙΝΕΜΑ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Cherien Dabis: «Προσπαθώ να διοχετεύω τον θυμό που νιώθω σε δράση. Και αυτό είναι που με κρατάει ζωντανή»

Σπαρακτική, συγκλονιστική, ανατριχιαστική, η βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα ταινία της αμερικανο-παλαιστίνιας Cherien Dabis, «Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς», προβάλλεται αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες, την ώρα που εξακολουθεί η σφαγή στην πατρίδα της εν γνώσει όλου του κόσμου. Ενός κόσμου οι λαοί του οποίου ζητάνε να σταματήσει η γενοκτονία που μαίνεται στην Παλαιστίνη, η δολοφονία των χιλιάδων παιδιών και αμάχων, η πλήρης καταστροφή της χώρας που δεν έχει τελειωμό, αλλά οι κυβερνήσεις κλείνουν τα μάτια και ουσιαστικά δεν πράττουν τίποτα για να σταματήσει. Κι ενώ το ενδιαφέρον των media έχει μετατεθεί στον πόλεμο που μαίνεται στη Μέση Ανατολή, φέρνοντάς τον μπροστά στον καναπέ μας, οι ειδήσεις από την Παλαιστίνη έχουν σχεδόν εξαφανιστεί καθώς εκεί φυσικά η πρόσβαση του Τύπου είναι σχεδόν αδύνατη.

Το 2023, η Cherien Dabis ετοιμαζόταν να ξεκινήσει τα γυρίσματα της στην Παλαιστίνη, όταν συνέβη το ολέθριο μακελειό της 7ης του Οκτώβρη. Τα πάντα σταμάτησαν και οι δρόμοι ήταν δύο: είτε να σταματήσει το έργο της είτε να το συνεχίσει έστω και σε άλλο μέρος, γιατί όσα είχε να δηλώσει ήταν πιο σημαντικά από το πού θα τα γύριζε. Μετά από χιλιάδες δυσκολίες, η Ιορδανία έγινε ο τόπος που κυρίως γυρίστηκε η ταινία, μαζί με την Κύπρο και την Ελλάδα.

Η ταινία «All That’s Left Of You», όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος που αποδίδει καλύτερα όσα διαδραματίζονται, είναι ένα δραματικό έπος που καλύπτει τρεις γενιές (παππού, πατέρα, γιο) και επτά δεκαετίες γεγονότων στην Παλαιστίνη, μέσα από την ιστορία μιας δεμένης και γεμάτης αγάπη οικογένειας. Με αφορμή τον σοβαρό τραυματισμό ενός παλαιστίνιου έφηβου σε μια διαδήλωση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και την απεγνωσμένη προσπάθεια των γονιών του να τον σώσουν αντιμετωπίζοντας τον κυνισμό των Ισραηλινών αξιωματούχων, που για να δώσουν άδεια για τη μεταφορά του στο νοσοκομείο της Χάιφα τους βγάζουν την ψυχή και τους παίρνουν την ελπίδα, η μητέρα ξετυλίγει το κουβάρι που οδήγησε στη μοιραία στιγμή.

Τα πολιτικά γεγονότα, η ανεξέλεγκτη βία, η απώλεια και η λεηλασία του πατρικού σπιτιού, η αγριότητα του εκτοπισμού, το τραύμα που βαθαίνει από γενιά σε γενιά, όπως και το δράμα της επιβίωσης, ξετυλίγονται στα μάτια μας. Μια ταινία που πέρα από το γεγονός ότι αφηγείται και σε όσους δεν τα γνωρίζουν τόσο καλά τα γεγονότα αυτού του μαύρου κεφαλαίου της Ιστορίας της ανθρωπότητας, σε κάνει να τα νιώσεις στο πετσί σου.

Η οικογένεια γευματίζει στο όμορφο σπίτι της λίγο πριν έρθει η καταστροφή – η Νάκμπα του 1948, κατά τη διάρκεια της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ.

Στην άλλη άκρη της βιντεοκλήσης μας, η 49χρονη σκηνοθέτρια και πρωταγωνίστρια της ταινίας με συνεπαίρνει με το πάθος που μιλάει για όλα αυτά, κι ας μεγάλωσε κι ας σπούδασε στην Αμερική, κι ας ζει στη Νέα Υόρκη κι ας πήγε λίγες φορές στην Παλαιστίνη. Η πληγή δεν θα επουλωθεί ποτέ, θα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, το παρελθόν θα τρέφει το μέλλον μέχρι τη μέρα που θα δοθεί δίκαιη λύση.

Συμπρωταγωνιστής της Cherien Dabis στην ταινία είναι ο Saleh Bakri (με τον οποίο θα μιλούσα αλλά η τρέχουσα πολεμική κατάσταση το ανέτρεψε, καθώς μένει στη Χάιφα), που θαυμάσαμε στο βραβευμένο «Μπλε Καφτάνι» της Maryam Touzani. Ο ηθοποιός είναι γιος του παλαιστίνιουμε ισραηλινή υπηκοότητα ηθοποιού και σκηνοθέτη  Mohammad Bakri -από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία του παλαιστινιακού κινηματογράφου και θεάτρου- ο οποίος πέθανε από καρδιακό επεισόδιο στα 72 του χρόνια, τον περασμένο Δεκέμβριο στη Ναχαρίγια. Ο Mohammad Bakri επίσης εμφανίζεται σε καθοριστικό ρόλο στην ταινία, όπως και ο άλλος του γιος Adam, καθώς όλη σχεδόν η οικογένειά του υπηρετεί την Τέχνη. Την Τέχνη και μέσω αυτής την Παλαιστίνη εννοείται, αρκεί να ρίξεις μια ματιά στα βιογραφικά τους. Μπορεί να έχουν στερήσει τα πάντα στον λαό τους, μπορεί να τον έχουν εξαναγκάσει σε φυγή στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, μπορεί να τον έχουν δολοφονήσει και αποδεκατίσει αλλά η περηφάνεια, η αξιοπρέπεια και το όραμα της μέρας που επιτέλους θα ζήσουν ανθρώπινα στην πατρίδα τους δεν θα σβήσουν ποτέ. Πάντα δίπλα τους οι άνθρωποι που συμπαραστέκονται στον αγώνα τους και προσπαθούν να βοηθήσουν όσο περνάει από το χέρι τους. Όπως οι Mark Ruffalo και Javier Bardem, που τον Σεπτέμβριο του 2025 ανακοινώθηκε ότι συμμετείχαν πλέον στην ταινία ως executive producers. Είχε προηγηθεί η παγκόσμια πρεμιέρα στο Sundance Film Festival, φεστιβάλ όπου είχαν παιχθεί και οι προηγούμενες ταινίες της δημιουργού, το Βραβείο Κοινού Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας στο Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του Sydney Film Festival, το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Ηθοποιού (Mohammad Bakri) και Σεναρίου (Cherien Dabis) στο Malaysia International Film Festival και άλλα που ακολούθησαν, όπως το δικό μας Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου επίσης η ταινία απέσπασε το βραβείο Κοινού, ενώ μπήκε, ως πρόταση της Ιορδανίας, στη short list των Oscars –η μία από τις τρεις ταινίες με παλαιστινιακές ιστορίες που υποβλήθηκαν για το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους  (οι άλλες ήταν τα «Palestine 36» και «The Voice of Hind Rajab»).

Η Cherien Dabis πιστεύει βαθιά «στη δύναμη του κινηματογράφου να επαναπροσδιορίζει, να εμπνέει και να θεραπεύει», όπως γράφει στο σκηνοθετικό της σημείωμα. Και τον χρησιμοποιεί ως όπλο της, ελπίζοντας η ταινία της να συμβάλλει στην αναγνώριση του παλαιστινιακού πόνου, στη δικαίωση του παλαιστινιακού λαού, στην ανάγκη επούλωσης της τεράστιας πληγής.

Πριν από όλα, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς αισθάνεστε ως Παλαιστίνια που ζει στη Νέα Υόρκη και ποιες είναι οι προσωπικές σας σκέψεις και τα συναισθήματά σας για όλα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα σας, καθώς δυστυχώς δεν διαφαίνεται κάποια λύση ή ένα δίκαιο τέλος. Ζώντας τόσο μακριά, πώς βιώνετε όλη αυτή την κατάσταση στο μυαλό και την καρδιά σας;

Ξέρετε, ο πατέρας μου εκδιώχθηκε από την Παλαιστίνη το 1967 – οπότε εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στη διασπορά. Όμως η Παλαιστίνη ήταν διαρκώς παρούσα, ως σκιά που αιωρούνταν από πάνω μας. Είμασταν πάντα με τις ειδήσεις ανοιχτές, πάντα με πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει, και φυσικά σε επαφή με συγγενείς πίσω στην πατρίδα. Αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με τους φίλους και την οικογένεια στη Δυτική Όχθη – παρακολουθούμε διαρκώς όσα συμβαίνουν εκεί. Είναι καταστροφικό. Είναι αληθινά συντριπτικό. Και το να ζεις στη Νέα Υόρκη, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή όπου οι Παλαιστίνιοι δέχονται τέτοια σφοδρή επίθεση, είναι τρομακτικό. Θέλω να πω, είναι πολύ τρομακτικό να είσαι Παλαιστίνιος οπουδήποτε στον κόσμο αυτήν την περίοδο – εννοείται σε καμιά περίπτωση όσο τρομακτικό είναι στη Γάζα.

Στη Γάζα και πλέον και στη Δυτική Όχθη όπου η βία των εποίκων έχει ξεφύγει εντελώς, είναι πραγματικά μια πολύ πολύ δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση. Και τώρα, με τον πόλεμο στην ευρύτερη περιοχή και όλα όσα συμβαίνουν –να σημειώσω εδώ κιόλας ότι ο σύζυγός μου είναι Ιρανός– είναι μια βαθιά οδυνηρή περίοδος. Επειδή λοιπόν ακριβώς βρίσκομαι μακριά, ένιωθα πάντα έντονα την ευθύνη να κάνω κάτι, να πω κάτι, να μεταφέρω την ιστορία στους ανθρώπους, να τους δείξω ποια είμαι, να μοιραστώ τις ιστορίες μας. Για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό. Αυτό είναι που με κρατάει ενεργή, που μου δίνει δύναμη. Προσπαθώ να διοχετεύω όλον αυτόν τον θυμό που νιώθω σε δράση. Και αυτό είναι που με κρατάει “ζωντανή”. Αυτό είναι που με κρατάει γεμάτη ελπίδα. Ελπίδα ότι αυτή τη στιγμή, μέσα από την αφήγηση ιστοριών και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κόσμος βλέπει τι συμβαίνει εκεί περισσότερο από ποτέ. Οι άνθρωποι αφυπνίζονται. Αρχίζουν να συνειδητοποιούν. Να μιλούν. Να παίρνουν θέση. Η συμπάθεια προς την Παλαιστίνη είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Αυτό μου δίνει ελπίδα. Μου δίνει δύναμη να συνεχίσω. Ο λαός μου μου δίνει δύναμη να συνεχίσω. Η αγάπη μου μού δίνει δύναμη να συνεχίσω. Προσπαθώ λοιπόν να κατευθύνω όλη αυτή την οργή σε κάτι θετικό.

Στην ταινία σας φθάνει μια στιγμή στην οποία οι παλαιστίνιοι γονείς, που έχουν περάσει δια πυρός και σιδήρου για να σώσουν το παιδί τους ξεπερνώντας τα εμπόδια των Ισραηλινών, καλούνται να πάρουν μια τρομερά δύσκολη απόφαση που ενδέχεται να ωφελήσει και κάποιον από τους εχθρούς τους. Πιστεύετε στη συγχώρεση;

Δεν πιστεύω ότι η ταινία μιλάει για τη συγχώρεση. Και δεν θεωρώ ότι η συγχώρεση είναι εφικτή, με βάση όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν. Ταυτόχρονα, όμως, καμία ομάδα ανθρώπων δεν είναι μονολιθική. Οι Παλαιστίνιοι δεν είναι όλοι ίδιοι. Οι Ισραηλινοί επίσης δεν είναι όλοι ίδιοι. Το να πούμε ότι όλοι οι Ισραηλινοί είναι “ο εχθρός” δεν ισχύει. Εγώ, για παράδειγμα, συνεργάστηκα σε αυτή την ταινία με δύο Ισραηλινούς που είναι έντονα φιλοπαλαιστίνιοι. Γι’ αυτό και πάντα αναζητώ τις αποχρώσεις, τις λεπτές διαφορές, τους ενδιάμεσους δρόμους. Για μένα, η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα στο τέλος – δεν δίνει απαραίτητα απαντήσεις. Και το φινάλε δεν αφορά τόσο το αν οι χαρακτήρες βρίσκουν τη συγχώρεση, αλλά περισσότερο το αν καταφέρνουν να βρουν μια μικρή ανακούφιση. Μια μικρή αίσθηση γαλήνης μέσα στο χάος της ζωής τους. Αυτό είναι, για μένα, το τέλος της ταινίας.

Είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για συγχώρεση αυτή τη στιγμή, με όλα όσα έχουμε δει να συμβαίνουν. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να σταματήσει η γενοκτονία. Να τελειώσει η κατοχή και το απαρτχάιντ. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η ανάληψη ευθυνών, η λογοδοσία. Η συγχώρεση θα μπορούσε να έρθει πολύ πολύ αργότερα, σε ένα επόμενο στάδιο. Για μένα, αυτή η ταινία αφορά περισσότερο την αναγνώριση. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να αναγνωριστεί πόσο πολύ έχει υποφέρει ο παλαιστινιακός λαός.

Σκεφτείτε τι ζητάμε από αυτούς τους ανθρώπους: ζητάμε από τους Παλαιστίνιους να ζουν μέσα σε αυτή τη φρίκη που βιώνουν και ταυτόχρονα να αποδέχονται το γεγονός ότι οι άλλοι αρνούνται να δουν τον πόνο τους. Να αποδέχονται ότι ο κόσμος συνεχίζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα… Παρά τη γενναιοδωρία και την καλοσύνη που δείχνει αυτή η οικογένεια στην ταινία, στο τέλος, ο χαρακτήρας εκείνος που του έχουν χαρίσει τη ζωή αρνείται να τους “δει”. 

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας. Αλλά έπρεπε να ρωτήσω για τη συγχώρεση. Φυσικά.

Τώρα που η ταινία προβάλλεται σε όλο τον κόσμο, ποιες είναι οι αντιδράσεις; Υπήρξαν άνθρωποι που ίσως δεν τους άρεσε και την επέκριναν;

Η ταινία έχει ήδη προβληθεί σε πάρα πολλά μέρη. Βρίσκομαι σε περιοδεία εδώ και σχεδόν 14 μήνες. Κι αυτό είναι καταπληκτικό. Έχει προβληθεί σε όλη την Αμερική — κυκλοφόρησε εδώ, στη Νέα Υόρκη, σε εσάς στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ελβετία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Κίνα, τη Μαλαισία, το Μεξικό, τη Νότια Αμερική – σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου. Αυτόν τον μήνα και τον επόμενο πρόκειται να κυκλοφορήσει σε ακόμη περισσότερα, από την Αυστραλία μέχρι… δεν μπορώ καν να θυμηθώ αυτή τη στιγμή.

Οι αντιδράσεις θα έλεγα ότι είναι συντριπτικά θετικές και βαθιά συγκινητικές. Πολύ έντονες, συναισθηματικά. Πολλοί άνθρωποι μου λένε: «αυτή θα μπορούσε να είναι η οικογένειά μου στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» ή «η μητέρα μου πέρασε κάτι παρόμοιο στην Καμπότζη» ή «η οικογένειά μου είναι από την Κούβα και έχουμε ζήσει κάτι αντίστοιχο». Πολλοί εκφράζουν ότι αυτή θα μπορούσε να είναι και η δική τους οικογενειακή ιστορία. Συνδέονται με την πολυγενεακή διάσταση της αφήγησης, αλλά και με το διαγενεακό τραύμα που περνά από γενιά σε γενιά. Όλα αυτά είναι πραγματικά συγκλονιστικά.

Νομίζω παράλληλα ότι κάποιους το τέλος της ταινίας τους «ενεργοποιεί» έντονα συναισθηματικά. Πρόκειται για μια πολύ μικρή ομάδα θεατών. Υπάρχουν εκείνοι που επηρεάζονται έντονα από το τέλος, αλλά παρόλα αυτά ακολουθούν τη διαδρομή της ταινίας. Ακόμα κι αν τους ταράζει αυτό που συμβαίνει -το ηθικό δίλημμα στο τέλος. Κάποιοι άλλοι όμως, ένα μικρό ποσοστό, επηρεάζονται τόσο πολύ που δεν μπορούν να το αποδεχτούν, το βρίσκουν υπερβολικά φορτισμένο. Και δεν θέλουν να ακολουθήσουν αυτή τη διαδρομή, να ζήσουν αυτήν την εμπειρία. Δεν θέλουν να μπουν στη διαδικασία να σκεφτούν την επιλογή που κάνουν οι χαρακτήρες στο τέλος…

Για εσάς προσωπικά, ποια είναι η πιο συγκινητική σκηνή της ταινίας; Αυτή που έχετε δει χίλιες φορές, αλλά ακόμα και τώρα σας συγκινεί;

Νομίζω ότι αυτή που με συγκλονίζει σχεδόν κάθε φορά που την βλέπω, είναι όταν η οικογένεια αποχαιρετά τον γιο της — όταν πλένουν και τυλίγουν το σώμα του και λένε το τελευταίο αντίο. Η όλη τελετουργία είναι βαθιά συγκινητική. Κάθε φορά που τη βλέπω, σκέφτομαι: «να, πάλι συγκινούμαι…».

Στην κηδεία βλέπουμε να παρευρίσκονται μόνο άνδρες. Εσείς, ως γυναίκα και ως Παλαιστίνια-Αμερικανίδα, πώς νιώθετε για το ότι απαγορεύεται στις γυναίκες να παραβρεθούν, μεταξύ άλλων, και στις θρησκευτικές τελετές; Τι σκέφτεστε γι’ αυτό;

Υπάρχουν πολλά πράγματα μέσα στην ίδια μου την κουλτούρα τα οποία δεν μου αρέσουν. Και αυτό ισχύει για κάθε πολιτισμό, έτσι δεν είναι; Το συγκεκριμένο είναι θέμα επιλογής, δεν νομίζω ότι ισχύει παντού. Υπάρχουν κάποιοι που δεν το επιτρέπουν και κάποιοι που το επιτρέπουν. Το έχω δει και με τους δύο τρόπους. 

Πάντα θα υπάρχουν πράγματα που δεν μας αρέσουν. Στην αμερικανική κουλτούρα, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα έντονος ο ατομικισμός. Και αυτό δεν μου αρέσει και τόσο. Από την άλλη, η αραβική κουλτούρα είναι τόσο προσηλωμένη στην οικογένεια, που πολλές φορές γίνεται ασφυκτική. Οπότε υπάρχουν πράγματα που αμφισβητώ. Όμως σύμφωνα με την εμπειρία μου, πρακτικά, δεν υπάρχει κανόνας που να είναι απόλυτος. Υπάρχει ευελιξία.

Δυστυχώς, με την πάροδο του χρόνου, τα πράγματα έχουν γίνει πιο συντηρητικά στον αραβικό κόσμο. Πιστεύω ότι ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι επειδή έχουμε δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις. Επειδή έχουμε διαιρεθεί, κατακτηθεί, αποικιοποιηθεί… βρισκόμαστε πραγματικά διαρκώς στο στόχαστρο. Οπότε είναι δύσκολο να ρίξω μόνο ευθύνες. Προσπαθώ περισσότερο να κατανοήσω παρά να κατηγορήσω. Προσπαθώ να καταλάβω γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι. Είτε συμφωνώ με αυτά είτε όχι.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε στην προσπάθεια υλοποίησης  αυτής της ταινίας;

Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι είχαμε σχεδιάσει να γυρίσουμε σχεδόν ολόκληρη την ταινία στην Παλαιστίνη. Το 90% της ταινίας συγκεκριμένα – το υπόλοιπο 10% στην Κύπρο. Προετοιμαζόμασταν εκεί επί πέντε μήνες, υπό κατοχή, κάτι που έκανε το εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο. Να πάρεις άδειες από τη μία πλευρά ή την άλλη, ή μερικές φορές από όλες τις πλευρές. Χρειαζόμασταν την άδεια όλων για να γυρίσουμε στην συγκεκριμένη περιοχή. Περνούσαμε διαρκώς από σημεία ελέγχου. Μας σταματούσαν. Μας ανέκριναν.

Τελικά αναγκαστήκαμε να εκκενώσουμε την περιοχή, λόγω των γεγονότων του Οκτωβρίου. Όταν συνέβησαν είμασταν μόλις δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη των γυρισμάτων. Είχαμε ήδη κάνει τεράστια προετοιμασία. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε, αφήνοντας πίσω το παλαιστινιακό συνεργείο μας. Βρεθήκαμε σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Δεν ξέραμε πού να πάμε, τι να κάνουμε, πώς να συνεχίσουμε την ταινία ή αν θα μπορούσαμε να την συνεχίσουμε. Και έπρεπε να το βρούμε στην πορεία, ενώ ταυτόχρονα κάναμε γυρίσματα. Στην ουσία, βρεθήκαμε σε μία κατάσταση απόλυτης κρίσης. Οικονομικής κρίσης, υλικοτεχνικής κρίσης.

Καταλήξαμε να κάνουμε τα πρώτα γυρίσματα στην Κύπρο, ελπίζοντας να επιστρέψουμε στην Παλαιστίνη. Αλλά, φυσικά, η κατάσταση διαρκώς χειροτέρευε, οπότε δεν μπορούσαμε. Αποφασίσαμε να πάμε στην Ιορδανία. Γιατί σκεφτήκαμε ότι ειδικά τώρα που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μια γενοκτονία, είναι πιο σημαντικό να ολοκληρώσουμε την ταινία. Να βγει στον κόσμο το συντομότερο δυνατόν, γιατί η ταινία δίνει στους ανθρώπους το πλαίσιο να καταλάβουν το πώς φτάσαμε σε αυτή τη στιγμή. Και αυτό το πλαίσιο είναι τώρα πιο απαραίτητο από ποτέ.

Οπότε γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στην Ιορδανία, στους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς του βορρά. Και στη συνέχεια ολοκληρώσαμε τα γυρίσματα στην Ελλάδα, στην Αθήνα και τη Ρόδο.

Ήταν μια διαδικασία κυριολεκτικά «ξεκίνα-σταμάτα»: συνεχείς διακοπές και επανεκκινήσεις παράλληλα με την ανάγκη να μαζέψουμε περισσότερα χρήματα και χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε ποιο θα είναι το επόμενο βήμα…. Ήταν πολύ, πολύ δύσκολο. Πολύ αποπροσανατολιστικό. Βρισκόμασταν σε αυτήν την κατάσταση κρίσης σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ταυτόχρονα, βρεθήκαμε να φτιάχνουμε μια ταινία για αυτά που συνέβαιναν καθώς συνέβαιναν. Βρεθήκαμε να φτιάχνουμε μια ταινία για τη Νάκμπα (σ.σ. η «καταστροφή», ο όρος με τον οποίο αναφέρεται η μαζική εκδίωξη και προσφυγοποίηση των Παλαιστινίων το 1948 από τους Ισραηλινούς), ενώ παρακολουθούσαμε μια μεγαλύτερη Νάκμπα… Και μια γενοκτονία. Ήταν, λοιπόν, έντονα συναισθηματικό και οδυνηρό.

Πόσο βοήθησαν ο Javier Bardem και ο Mark Ruffalo σε όλη αυτή την περιπέτεια;

Ήρθαν στο πρότζεκτ όταν η ταινία είχε ήδη ολοκληρωθεί και είχε κάνει πρεμιέρα –την παγκόσμια πρεμιέρα μας– στο Sundance Film Festival το 2025. Εκεί έγινε σαφές σε μένα ότι, ακόμα κι αν το κοινό ήταν έντονα συγκινημένο –στην προβολή μπορούσες να ακούσεις ανθρώπους να κλαίνε, όλοι είχαν σηκωθεί όρθιοι και χειροκροτούσαν παρατεταμένα, πήραμε υπέροχες κριτικές– η ταινία αγνοούνταν, ειδικά από τους κυριότερους αμερικανούς διανομείς και πλατφόρμες streaming. Ακόμη και από κάποιους ανθρώπους του Τύπου. Απλώς και μόνο λόγω της ταυτότητάς της. Και τότε ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να επιστρατεύσουμε κάθε δυνατό μέσο για να τραβήξουμε την προσοχή στην ταινία. Να διασφαλίσουμε πραγματικά ότι θα μπορέσουμε να την δώσουμε στο κοινό. Να ενισχύσουμε το προφίλ της. Να αυξήσουμε την αναγνωρισιμότητά της. Και εκεί ήταν που άρχισα να σκέφτομαι μαζί με την ομάδα μου ποιους θα μπορούσαμε να φέρουμε ως executive producers ώστε να μας βοηθήσουν να αναβαθμίσουμε το προφίλ της ταινίας. Ο Mark Ruffalo και ο Javier Bardem ήταν οι δύο πρώτοι που μου ήρθαν στο μυαλό, γιατί νοιάζονται τόσο βαθιά για το ζήτημα. Νοιάζονται πολύ για την Παλαιστίνη, εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Είναι ειλικρινείς και αυθεντικοί. Στέκονται στο πλευρό του ανθρώπου εδώ και τόσο καιρό. Τους θαυμάζω βαθιά. Όχι μόνο ως ηθοποιούς, αλλά και ως ανθρώπους.

Ο Javier Bardem ήταν ίσως ο μόνος που ανέφερε την Παλαιστίνη και τον πόλεμο στα Όσκαρ.

Ακριβώς. Νομίζω, ναι, ο Javier Bardem ήταν απολύτως το καλύτερο πράγμα στα Όσκαρ φέτος. Ναι.

Ήταν πολύ απογοητευτικό πάντως το γεγονός ότι η βραδιά φέτος δεν ήταν “πολιτική”. Όπως και το γεγονός ότι η ταινία σας δεν προχώρησε πέρα από το short list. Λέτε κάπου στο σκηνοθετικό σας σημείωμα ότι δεν θεωρείτε την ταινία σας πολιτική. Από τη δική μου οπτική γωνία, ως θεατής, είναι ιδιαίτερα πολιτική. Και χρειαζόμαστε τέτοιες ταινίες.

Ναι. Δεν ήμασταν υποψήφιοι. Μπήκαμε στη μικρή λίστα υποψηφιοτήτων αλλά δεν προταθήκαμε παραπέρα. Όντως, φέτος η τελετή ήταν πολύ αποπολιτικοποιημένη. Δεν παρακολουθώ, για να είμαι ειλικρινής, τα Όσκαρ τα τελευταία χρόνια. Είδα μόνο αποσπάσματα από αυτά. Νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι πραγματικά φοβισμένοι. Νιώθω ότι ζούμε σε κλίμα μεγάλου φόβου, ειδικά στις ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή. Δεν είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σε τέτοιο κλίμα. Δεν είμαστε συνηθισμένοι να φοβόμαστε να μιλήσουμε. Αν και νομίζω ότι ο αμερικανικός λαός γενικώς αποφεύγει αυτά τα θέματα, είτε από φόβο μην κάνει κάτι λάθος ή πει κάτι λάθος, είτε από φόβο μην προσβάλει κάποιον. Αν με ρωτήσετε, οι Αμερικανοί χρειάζονται να αποκτήσουν λίγο περισσότερο θάρρος.

Νομίζετε ότι τώρα, με την πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή, η Παλαιστίνη έχει ξεχαστεί λίγο από τον κόσμο;

Ο κόσμος πάντα ξεχνά την Παλαιστίνη. Αυτό είναι ένα τεράστιο μέρος του προβλήματος: ότι ο κόσμος γενικώς συνεχίζει να ξεχνά την Παλαιστίνη. Για μια στιγμή όντως γίνεται μεγάλο θέμα στις ειδήσεις. Και όλοι εξοργίζονται για το τι συμβαίνει εκεί. Αλλά μετά συμβαίνει κάτι άλλο και η προσοχή τους αποσπάται και ξεχνούν. Όμως οι Παλαιστίνιοι συνεχίζουν να υποφέρουν φρικτά.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα είναι ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης δεν καλύπτουν επαρκώς τα γεγονότα. Οπότε δεν βλέπουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Ακόμα και τα social media καταστέλλουν το περιεχόμενό μας. Καταστέλλουν τα νέα μας. Καταστέλλουν αυτούς τους λογαριασμούς που είναι επιτόπου. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που λένε την πραγματικότητα… το Ισραήλ σκοτώνει δημοσιογράφους. Αυτό είναι απολύτως τρομακτικό.

Πάντως νομίζω ότι ίσως τώρα, περισσότερο από ποτέ, οι άνθρωποι θυμούνται την Παλαιστίνη σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς. Και αυτό μου δίνει μια μικρή ελπίδα. Το γεγονός ότι ο κόσμος αφυπνίζεται, στέκεται στο πλευρό των Παλαιστινίων, κοιτάει όσα συμβαίνουν και αρνείται να ξεχάσει. Ελπίζω ότι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αρνούνται να ξεχάσουν. Γιατί κάποιοι κάνουν ό,τι μπορούν για να αποσπάσουν την προσοχή μας από την Παλαιστίνη.

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑΣ (“All That’s Left of You”) της Cherien Dabis 

Στους κινηματογράφους 

Συντελεστές

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Cherien Dabis | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Christopher Aoun | Μοντάζ: Tina Baz | Μουσική: Amine Bouhafa | Casting: Bissan Tibi, Sana Tanous | Production Design: Bashar Hassuneh | Κοστούμια: Zeina Soufan | Ήχος: Oscar Stiebitz | Sound Design: Paul Rischer

Παραγωγοί: Thanassis Karathanos, Cherien Dabis, Martin Hampel, Karim Amer | Συμπαραγωγοί: Janine Teerling, Marios Piperides | Executive Producers: Javier Bardem, Mark Ruffalo, Andy Nahas & The Prospect Fund, Nadia Saah, Bennett Lindenbaum, Geralyn White Dreyfous, Idriss Mokhtarzada, Nasser Barghouti, Negin Salmasi, H.E. Shkh. Al-Zain Al-Sabah, Meshari Boodai, Mohamed Hefzy, Maiken Baird, Faisal Sukhtian, Moudhy Al-Rashid, The Tawfiq & Nimat Fakhouri Initiative, Stephanie Nadi Olson & Erik Olson, Mohannad Malas

Παίζουν:

Saleh Bakri, Cherien Dabis, Adam Bakri, Maria Zreik, Mohammad Bakri, Muhammad Abed Elrahman

Παραγωγή: Pallas Film, Twenty Twenty Vision Filmproduktion, Displaced Pictures, Nooraluna Productions | Συμπαραγωγή: AMP Filmworks, ZDF/ARTE | Με την υποστήριξη: Eurimages – Council of Europe, Mitteldeutsche Medienförderung, Medienboard Berlin-Brandenburg, Υπουργείο Πολιτισμού Κύπρου | Executive produced by The Red Sea Fund, A Red Sea International Film Festival Initiative | Χώρες παραγωγής: Γερμανία, Κύπρος, Παλαιστίνη, Ιορδανία, Ελλάδα, Κατάρ, Σαουδική Αραβία | 145’, 2025, Αραβικά-Αγγλικά

Εφη Παπαζαχαρίου