Photo: ©Vladimiros Giannakakos
Τα τελευταία χρόνια, δίπλα στα μεγάλα ονόματα του ελληνικού σινεμά και της θεατρικής σκηνής, διαμορφώνεται σιωπηλά μια νέα «ηχητική γενιά». Δημιουργοί που δουλεύουν με podcasts, sound design, performance, midi controllers και υβριδικές φόρμες, φτιάχνοντας έργα που δεν παίρνουν εύκολα σε εττικέτα και κινούνται ανάμεσα στο ραδιόφωνο, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Η Νάλια Ζήκου, μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές αυτής της γενιάς, είναι δύσκολο να περιγραφεί γραμμικά.
Ηθοποιός, εικαστική performer, σχεδόν σαμάνα όταν δουλεύει με υλικό, φωνή, σώμα και χώρο, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στα διαγωνιστικά τμήματα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου & Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης με podcasts που ξεχωρίζουν, έχει υπογράψει ηχητικούς κόσμους για το θέατρο, έχει μεταφέρει podcast στη σκηνή ως immersive performance, midi controllers και ετοιμάζει την πρώτη της εμφάνιση στην ευρωπαϊκή σκηνή με μια audio-visual Αλίκη στην Ουτρέχτη. Κοινός παρονομαστής; Η ιδέα ότι ο ήχος δεν είναι συνοδευτικό στοιχείο, αλλά πλήρης δραματουργία.
Στο κέντρο της δουλειάς της βρίσκονται η γυναικεία εμπειρία, η μνήμη, το σώμα και οι κοινωνικές μετατοπίσεις, με μια γραφή που ακουμπά ταυτόχρονα το ντοκουμέντο και το ονειρικό. Η φωνή, ο ήχος και η εικόνα λειτουργούν ως ισότιμα εργαλεία: ζωντανά soundscapes, ηλεκτρονική μουσική, φωνητικά layers και βιντεοπροβολές συνθέτουν υβριδικούς χώρους όπου οι ιστορίες συμβαίνουν σε μία πραγματικότητα.
Photo: ©Vladimiros Giannakakos
Ένα μεγάλο κεφάλαιο αυτής της πορείας έχει γραφτεί στη Θεσσαλονίκη. Τα podcasts της έχουν παρουσιαστεί τέσσερις φορές στο διαγωνιστικό τμήμα: ο Χρωματοπόλεμος (Warfetti) και ο Μπαμπάς (Dad) απέσπασαν Ειδικές Μνείες στο 66ο και 63ο Φεστιβάλ αντίστοιχα, ενώ τα Μέσα στο Κεφάλι μου (In my Head) και The Souvlaki Project συμμετείχαν επίσημα στο 62ο ΦΚΘ και στο 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Οι ιστορίες της κινούνται στον άξονα μικρών πόλεων, οικογενειακών σιωπών, σχέσεων ανάμεσα σε γενιές, σωμάτων που θυμούνται, πονούν, γιορτάζουν και επαναδιαπραγματεύονται τον κόσμο «με τις δικές τους λέξεις».
Στον πυρήνα αυτών των έργων βρίσκεται η σταθερή συνεργασία της με τη συγγραφέα Σοφία Γουργουλιάνη, της οποίας ο ποιητικός, βαθιά ανθρώπινος και ονειρικός λόγος διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το αφηγηματικό σύμπαν πολλών podcasts και performance. Ο τρόπος που αυτός ο λόγος δένει με το sound design, τις φωνές και τις παύσεις είναι μέρος της χαρακτηριστικής «υπογραφής» της.
Από εκεί και πέρα, ο ηχητικός κόσμος δεν μένει στα ακουστικά. Στην Κωσταντία, η οποία ολοκλήρωσε τις παραστάσεις της στο Στούντιο Οικονόμου, το βραβευμένο podcast Χρωματοπόλεμος μεταφέρθηκε στη σκηνή. Βασισμένη στις τρεις ηρωίδες του νέου βιβλίου της Γουργουλιάνη (εκδόσεις Θράκα), η παράσταση ακολουθούσε τρεις γυναίκες και τρεις γενιές σε μια μικρή πόλη, όπου οι ζωές τους τέμνονται μέσα από Αποκριές, έρωτες, απώλειες και μυστικές επιθυμίες. Η ηχητική γλώσσα του podcast μετασχηματίζεται σε ζωντανό σκηνικό περιβάλλον: ένα one-woman show όπου η δημιουργός υπογράφει σκηνοθεσία, πρωτότυπη μουσική, βίντεο παράστασης και ερμηνεία, και όπου το σώμα, η φωνή και ο ήχος λειτουργούν ως υλικά μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης σκηνικής εγκατάστασης.
Συμμετείχε και στο έργο (Love me) Tinder, την τελευταία θεατρική σκηνοθεσία του Νίκου Φυτά στο Theatre of the NO, υπογράφοντας την πρωτότυπη μουσική για μια ιστορία γύρω από τον έρωτα και τη «σύνδεση» στην εποχή των εφαρμογών και των αλγορίθμων. Σε ένα δίγλωσσο, ιδιαίτερα πυκνό σκηνικό περιβάλλον -όπου ελληνικά και αγγλικά εναλλάσσονταν, με live-looping, προβολές και μουσικές παρεμβάσεις- η μουσική της ήταν ένα υπέροχο πλέγμα από pop, EDM και Techno στοιχεία, μέχρι σκοτεινά, εσωτερικά soundscapes.
Το 2026 τη βρίσκει και εκτός Ελλάδας. Τον Απρίλιο θα τη δούμε να ολοκληρώνει την τριλογία της Κωσταντίας, ενώ, νωρίτερα, στις 13 Μαρτίου, στο ιστορικό ACU Utrecht, παρουσιάζει το (μ)Alice, μια νέα audio-visual performance που φέρνει τη δική της «Αλίκη» σε έναν χώρο με έντονη πολιτική, καλλιτεχνική και underground μνήμη. Εδώ, η Αλίκη δεν πέφτει σε μια τρύπα αλλά εισχωρεί στη μνήμη του ίδιου του κτιρίου: μέσα από live φωνές, ηχητικά τοπία, μεταβαλλόμενες εικόνες και ένα ζωντανό ηλεκτρονικό set του Νίκου Φυτά, ο χώρος μετατρέπεται σε ένα ζωντανό παραμύθι όπου το αρχιτεκτονικό σώμα γίνεται φορέας ιστοριών. Είναι η πρώτη της ευρωπαϊκή performance και, ταυτόχρονα, ακόμη μία μεταγραφή του ίδιου πυρήνα: ήχος, μνήμη, σώμα, τόπος.
Παράλληλα με τη δημιουργική της δουλειά, συμμετείχε και στη δημόσια συζήτηση για το μέσο που τη σημάδεψε από την αρχή: το podcast. Σε round table με τίτλο «Πέρα από τη Ραδιοφωνία: Η Αναδυόμενη Podcast Σκηνή της Ελλάδας», με συμμετοχή/παρουσία του Thessaloniki IFF, που διοργανώνεται από το Longueur d’Ondes στη Γαλλία, και επιλέχτηκε να εκπροσωπήσει μια σκηνή που βρίσκεται σε κομβικό σημείο εξέλιξης. Η επιλογή της βασίζεται στην καινοτομία και τη δημιουργικότητα με την οποία προσεγγίζει τις υβριδικές φόρμες ήχου, εκεί όπου το podcast συναντά τον κινηματογράφο, το θέατρο και την performance.
Σε όλα αυτά -podcasts, βραβεύσεις, παραστάσεις, soundtrack, φεστιβάλ- διατηρεί μια σταθερή γραμμή: υπογράφει πολύ συχνά παραγωγή, πρωτότυπη μουσική, ερμηνεία, σκηνοθεσία και sound design των έργων της, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο προσωπικό ύφος που ακροβατεί ανάμεσα στη λογοτεχνία, το θέατρο και την πειραματική ηλεκτρονική μουσική. Σε μια σκηνή που αλλάζει γρήγορα, μοιάζει να επιμένει ότι ο ήχος μπορεί να είναι και εργαλείο και αφήγηση και ότι ο χώρος για σύνθετες, γυναικείες, πολυεπίπεδες ιστορίες είναι ήδη εδώ.
© Νίκος Φυτάς
Τι είναι αυτό που κάνεις, με μια φράση; Αν έπρεπε να συστηθείς σε κάποιον που δεν σε έχει ακούσει ποτέ, πώς θα το περιέγραφες; Θα του έλεγα ότι την ημέρα λύνω πρακτικά προβλήματα και το βράδυ προβληματίζομαι με τη δημιουργία νέων κόσμων.
Τι σε ενέπνευσε να ασχοληθείς με το sound design και τη σύνθεση; Ήταν κάτι που σε γοήτευε από μικρή ή προέκυψε αργότερα; Μεγάλωσα με πολύ μουσική στο σπίτι. Ο μπαμπάς μου, δάσκαλος την ημέρα και μουσικός τα βράδια, έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε σε μαγαζιά. Τον θυμάμαι να κάνει πρόβες, με την κιθάρα του και τον υπολογιστή του. Η αδερφή μου όσο μεγάλωνα μελετούσε για το πτυχίο πιάνου και η μελέτη της ήταν η αγαπημένη μου στιγμή της ημέρας. Πήγαινα και έβαζα το κεφάλι μου στην άκρη του πιάνου ώστε να το ακούω όσο πιο δυνατά γινόταν και να βλέπω από αυτήν την γωνία μόνο τα δάχτυλά της και τα πλήκτρα να πατιούνται και να βγάζουν αυτόν τον μαγικό ήχο. Όπως κάθε παιδί που θαυμάζει αλλά ταυτόχρονα θέλει και να διαφοροποιηθεί, είπα ότι εγώ δεν θα ασχοληθώ με τη μελωδία. Πάτησα πόδι και είπα ότι εγώ θέλω να ξεκινήσω …ντραμς! Είμαι ευγνώμων για αυτήν την επιλογή, γιατί έθεσε τη βάση για μια βαθιά σχέση με τον ρυθμό, κάτι που αργότερα αποδείχθηκε πολύ βοηθητικό, τόσο στα δικά μου πρότζεκτ όσο και στις σπουδές μου στην υποκριτική και τη σκηνοθεσία. Όλα ξεκίνησαν από εκεί: από τον ήχο, την οικογενειακή καθημερινότητα και τα ντραμς. Ο μπαμπάς μου ήταν ο πρώτος που μου έδειξε πώς λειτουργούν τα προγράμματα στον υπολογιστή, πώς η τεχνολογία μπορεί να συναντήσει τη δημιουργία. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, μπήκα στον κόσμο του ήχου, της σύνθεσης και της κατασκευής ηχητικών κόσμων.
Πότε κατάλαβες για πρώτη φορά ότι ο ήχος μπορεί να είναι “η ίδια η ιστορία” και όχι απλώς συνοδευτικό στοιχείο; Μικρή διάβαζα τα βιβλία φωναχτά, ακόμη κι όταν δεν τα καταλάβαινα. Με ενδιέφερε το “πώς ακούγεται” μια πρόταση, το ύφος, οι παύσεις, η ανάσα, να βρω τον τρόπο ώστε αυτό που ακούγεται να αποκτήσει νόημα πριν το αποκτήσει στο μυαλό μου. Χρόνια μετά, φοιτήτρια στη θεατρολογία και μετά στη δραματική, πρωτογνώρισα το ραδιοφωνικό θέατρο και ένιωσα ότι μου άνοιξε ένα παράθυρο. Άρχισα τότε να διαβάζω ξανά φωναχτά όλα τα βιβλία που είχα στα χέρια μου και μαζί με αυτά να ακούω τα ηχητικά τους περιβάλλοντα, τις σιωπές, την ανάσα. Είναι μαγικό να μπαίνεις σε έναν κόσμο χτισμένο από ήχο. Ήθελα να το φτιάξω για να μπορώ να το ακούσω.
Πώς μπήκαν τα podcasts στη ζωή σου; Ήταν συνειδητή απόφαση ή προέκυψε οργανικά από άλλες δουλειές; Προέκυψε οργανικά. Έφτιαχνα βίντεο, αλλά πάντα ο ήχος οδηγούσε την εικόνα, συχνά δημιουργούσα πρώτα το ηχητικό σύμπαν και μετά “κούμπωνα” πάνω του τις εικόνες. Με τράβαγε η μοναχική, απόλυτα συγκεντρωμένη φύση αυτής της διαδικασίας, να χάνεσαι μέσα σε layers ήχου, μέσα στη σιωπή, για όσο χρειαστεί. Κάπως έτσι τα podcasts έγιναν η φυσική μορφή για να αφηγηθώ ιστορίες, σαν κινηματογράφος χωρίς εικόνα, όπου η φωνή και το sound design χτίζουν τον χώρο της ιστορίας.
© Νίκος Φυτάς
Τέσσερις συμμετοχές και δύο Ειδικές Μνείες, βραβείο που ενεργοποιείται όταν ενεργοποιούνται συγκεκριμένες συνθήκες, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τι σημαίνει αυτή η διαδρομή για σένα; Θεωρώ σημαντικό να υπάρχουν θεσμοί που αντιμετωπίζουν το audio storytelling ως καλλιτεχνικό μέσο και στηρίζουν την έρευνα και τον πειραματισμό. Όταν είδα για πρώτη φορά ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έχει τμήμα podcast, ένιωσα ότι κάποιος ανοίγει χώρο για κάτι που μέχρι τότε ήταν “εκτός κάδρου”. Και προσωπικά, μου έδωσε ένα πολύ πρακτικό δώρο: να μπορώ να επικοινωνήσω έργα που δεν χωράνε εύκολα σε κάποιο είδος -ακόμα-, σε ένα ευρύτερο κοινό. Έργα που έχουν την αίσθηση του κινηματογράφου, αλλά χωρίς εικόνα. Οι συμμετοχές αλλά και οι δύο Ειδικές Μνείες στο διαγωνιστικό τμήμα λειτούργησαν σαν μια ουσιαστική επιβεβαίωση ότι αυτός ο ενδιάμεσος χώρος υπάρχει, αναγνωρίζεται και αξίζει να εξελιχθεί.
© Νίκος Φυτάς
Στον Χρωματοπόλεμο και στον Μπαμπά επιστρέφεις σε οικογένεια, μνήμη, γυναικεία εμπειρία. Από πού ξεκινούν αυτές οι ιστορίες για σένα; Αυτές οι ιστορίες ξεκινούν από την ίδια τη γυναικεία εμπειρία. Από το πώς οι γυναίκες που γνωρίζω και αγαπώ, εγώ, και το σώμα μου, βιώνουμε τη ζωή ως γυναίκα, μέσα σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία. Από τις καθημερινές συνειδητοποιήσεις για το φύλο, για τον τρόπο που αντιμετωπιζόμαστε, για τις μικρές νίκες και τις μικρές κατακτήσεις που συχνά περνούν απαρατήρητες. Είμαι πολύ τυχερή που ζω σε μια εποχή μετά το #MeToo και μετά από τόσους αγώνες για τα γυναικεία δικαιώματα. Αλλά αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το πώς η καθεμία από εμάς διαχειρίζεται την καθημερινότητά της, με όλα όσα φέρει η θηλυκή ταυτότητα: τη φροντίδα, την περιέργεια, την αντοχή, την εγρήγορση. Όλες αυτές οι στιγμές είναι βαθιά συλλογικές, παρ’ ότι συχνά νομίζουμε ότι τις ζούμε μόνες μας. Οι ιστορίες που με ενδιαφέρουν ξεκινούν από αυτές τις μικρές στιγμές, από το πώς μαθαίνεις να φέρεσαι, να προστατεύεσαι ή να διεκδικείς μέσα σε μια κατάσταση με αποκλειστικό κριτήριο ότι είσαι γυναίκα. Εκεί, συνήθως, κάτι φωτίζεται: μια αίσθηση επίγνωσης, μια σύνδεση, μια μικρή αλλά ουσιαστική μετατόπιση. Και από εκεί ξεκινάει η αφήγηση.
Τι ρόλο παίζει η συνεργασία σου με τη Σοφία Γουργουλιάνη; Πώς “συνομιλεί” ο λόγος της με τον δικό σου ήχο; Μερικές φορές, ακόμα δεν πιστεύω πως συναντηθήκαμε με τη Σοφία και πόσο εύκολα κύλησαν όλα, από το πρώτο κείμενο που διάβασα μέχρι και την τελευταία μας συνεργασία. Τα κείμενά της έχουν για μένα έναν μαγικό ρεαλισμό: είναι σαν την πιο καθημερινή στιγμή μέσα στην ημέρα, στην οποία όμως κάτι γίνεται και η ζωή μοιάζει ξαφνικά εξωπραγματική. Αυτή η ποίηση, συνδυασμένη με καθημερινές ιστορίες, είναι η τέλεια βάση για έναν ηχητικό κόσμο που χωράει μέσα του ήχους από το κύμα της θάλασσας μέχρι ένα ιντερμέδιο ηλεκτρονικής μουσικής. Η στίξη των κειμένων της είναι η βάση της σκηνοθεσίας μου. Λατρεύω μια τελεία που έρχεται από το πουθενά. Για μένα εκεί είναι ένα κόμπιασμα, μια αστραπιαία ανάμνηση, ένα χαμόγελο. Κάθε τι στο κείμενο με τροφοδοτεί να χτίσω τον κόσμο του με όσες περισσότερες προσλαμβάνουσες μπορώ.
Τι σε οδήγησε στην απόφαση να μεταφέρεις τον Χρωματοπόλεμο στη σκηνή ως Κωσταντία; Τι κερδίζει -και τι ίσως χάνει- η ιστορία όταν περνά από το podcast στο θέατρο; Με οδήγησε η ανάγκη να βγει από τα ακουστικά και να αποκτήσει έναν χώρο. Στο podcast η ιστορία είναι εσωτερική, ο ακροατής είναι μόνος του και ο κόσμος χτίζεται μέσα του. Στη σκηνή, αυτός ο κόσμος πρέπει να “σταθεί” μπροστά σε ανθρώπους. Κερδίζει παρουσία και σώμα. Η σιωπή δεν είναι πια μόνο ηχητικό εργαλείο, είναι στιγμή που τη μοιράζεσαι. Και κάπως έτσι η performance γίνεται προέκταση του podcast: ένας χώρος όπου το κοινό μπορεί να κατοικήσει τον ηχητικό κόσμο, όχι απλώς να τον ακούσει. Αυτό που ίσως “χάνει” είναι λίγη από την απόλυτη ιδιωτικότητα του podcast. Εκεί μπορείς να ψιθυρίσεις και να είναι σαν να μιλάς σε έναν άνθρωπο. Στη σκηνή πρέπει να βρεις έναν νέο τρόπο να κρατήσεις αυτή την εγγύτητα, χωρίς να μικρύνεις την ένταση.
Η Κωσταντία είναι ουσιαστικά ένα one-woman show, όπου υπογράφεις σκηνοθεσία, μουσική, βίντεο και ερμηνεία. Πώς βιώνεις αυτή τη συνθήκη; Η performance και το θέατρο, τη στιγμή που συμβαίνουν, σε αλλάζουν χωρίς να έχεις καμία επιλογή γι’ αυτό. Δεν μπορώ ποτέ να πω: «Ωραία, τώρα θα κάνω αυτήν την πρόβα και αύριο θα είναι ακριβώς η ίδια». Δεν θα γίνει ποτέ, και αυτή είναι η μαγεία: το πέρασμα από την εξερεύνηση στο μοίρασμα, από τη μοναχικότητα στην έκθεση, από τον δικό μας κόσμο σε έναν καινούριο. Πρέπει να προετοιμάσεις και το λογικό και το συναισθηματικό σου μυαλό γι’ αυτό. Να είσαι βουτηγμένη στην ιστορία, αλλά να αφήνεις χώρο για να κοιτάξεις το ζευγάρι μάτια που σε παρακολουθεί και να είσαι αληθινά συνδεδεμένη μαζί του. Αυτό το έζησα πολύ έντονα στην ΑΓΛΑΟΝΙΚΗ: υπήρχαν στιγμές όπου, μέσα από τη φωνή και την αφήγηση, ένιωθα ότι ο κόσμος της ιστορίας και το βλέμμα του θεατή γίνονταν ένα, κι εγώ βρισκόμουν ακριβώς στη ραφή ανάμεσά τους. Στην performance, αυτό το «πέρασμα» δεν είναι μια στιγμή, είναι μια συνεχής συνθήκη. Νιώθω πως βρίσκομαι με το ένα πόδι στον έναν κόσμο και με το άλλο στον άλλον, προσπαθώντας να μείνω εκεί. Και γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν καλούμαι να διαχειριστώ ταυτόχρονα εικόνα, φωνή και ήχο. Εκεί η ισορροπία γίνεται εμπειρία.
Στο (Love me) Tinder έγραψες τη μουσική που κινείται ανάμεσα στην pop, την ηλεκτρονική μουσική και πιο σκοτεινά soundscapes. Πώς προσέγγισες ηχητικά αυτό τον κόσμο και πώς βρήκες την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα διαφορετικά επίπεδα; Ξεκίνησα από το κείμενο και από την ιδέα ότι η Grace δεν είναι απλά “ένα pop πρόσωπο”, είναι μια κατάσταση. Είναι ένας άνθρωπος που πρέπει να φαίνεται τέλειος, ενώ μέσα του γίνεται χαμός. Η μουσική έπρεπε να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να είναι ελκυστική/λαμπερή εκεί που πρέπει, αλλά να αφήνει να περνάει από κάτω το σκοτεινό layer, σαν εσωτερικός μονόλογος που φοράει glitter. Έτσι ήρθαν τα pop/EDM στοιχεία μαζί με τα πιο εσωτερικά soundscapes, είναι το ίδιο πρόσωπο σε δύο συχνότητες. Από την αρχή, μαζί με τον σκηνοθέτη Νίκο Φυτά, είχαμε συμφωνήσει ότι τα μουσικά κομμάτια θα είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και αυτό ήταν ζητούμενο. Για μένα, όσο υπηρετεί την ιστορία, η ποικιλία δεν είναι πρόβλημα αλλά εργαλείο. Ήταν απελευθερωτικό να μπορώ μέσα στο ίδιο πρότζεκτ να πειραματιστώ με διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις.
Το (μ)Alice στο ACU Utrecht είναι η πρώτη σου ευρωπαϊκή performance. Τι σε γοητεύει περισσότερο στο συγκεκριμένο project; Με γοητεύει ότι δεν είναι “ένα έργο σε μια σκηνή”. Είναι ένα έργο μέσα σε ένα κτίριο που έχει μνήμη και πολιτική ιστορία. Ένας χώρος και μια πόλη που ζουν το underground εδώ και 50 χρόνια. Εκεί ο χώρος δεν είναι φόντο, είναι χαρακτήρας. Επίσης διαρκώς με γοητεύει η Αλίκη ως μηχανισμός: αυτή η παιδική, σουρεαλιστική φιγούρα που μπαίνει σε ψυχεδελικά -υπό μια ενήλικη πτική- σύμπαντα και τα ξεκλειδώνει. Το (μ)Alice είναι σαν να παίρνει αυτή την περιέργεια και να την βάζει να περπατήσει μέσα σε ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό σώμα.
Στο round table του Longueur d’Ondes μίλησες για την αναδυόμενη podcast σκηνή της Ελλάδας. Πώς βλέπεις αυτή τη σκηνή σήμερα; Σε τι φάση πιστεύεις ότι βρισκόμαστε; Είμαστε σε μια φάση που το podcast δεν είναι πια «περίεργο» ή «για λίγους», αλλά ακόμα δεν έχει φτιάξει πλήρως τους θεσμούς του. Υπάρχει πάρα πολύ ταλέντο και ένστικτο, αλλά λείπουν σταθερές δομές, χρηματοδότηση, χρόνος και ένα οικοσύστημα που να προστατεύει τους δημιουργούς. Ταυτόχρονα όμως, βλέπω κάτι πολύ ωραίο: αρχίζουμε να ξεχωρίζουμε είδη. Άλλοι πάνε προς δημοσιογραφία, άλλοι προς κωμωδία, άλλοι προς audio documentary, άλλοι προς πιο καλλιτεχνικές/υβριδικές μορφές. Η σκηνή δηλαδή ωριμάζει.
Τι θα ήθελες ιδανικά να έχει συμβεί στα ελληνικά podcasts σε πέντε χρόνια από τώρα; Θα ήθελα δύο πράγματα. Πρώτον, να υπάρχουν σταθεροί τρόποι παραγωγής και αμοιβής και δεύτερον, να υπάρχει μεγαλύτερη τόλμη στην αφήγηση, να μη φοβόμαστε τη σιωπή, την ποίηση, το πείραμα, το hybrid. Να βλέπουμε το podcast όχι μόνο σαν «μέσο», αλλά σαν τέχνη που μπορεί να σταθεί με αξιώσεις δίπλα στο σινεμά, στο θέατρο και στο video art.
© Νίκος Φυτάς
Στα έργα σου επιστρέφουν συχνά γυναικείες φιγούρες, από καθημερινές γυναίκες σε μικρές πόλεις μέχρι πιο “pop” μορφές. Τι αναζητάς σε αυτές τις μορφές; Αναζητάω πολυπλοκότητα χωρίς στόμφο. Γυναίκες που δεν είναι σύμβολα, αλλά άνθρωποι: αστείες, σκληρές, τρυφερές, αντιφατικές, κουρασμένες, λαμπερές. Και αναζητάω κάτι πολύ συγκεκριμένο: τη στιγμή που μια γυναίκα παίρνει πίσω την αφήγησή της. Ακόμα κι αν είναι μικρό. Ακόμα κι αν είναι απλώς ένα «όχι» που ειπώθηκε για πρώτη φορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρουν οι γυναικείες μορφές-σύμβολα. Από εκεί, άλλωστε, ξεκίνησε η δημιουργική μου διαδρομή. Απλώς, όσο ωριμάζω μέσα σε αυτήν, με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο να φωτίζω το ανθρώπινο, αυτό που υπάρχει κάτω από τον ρόλο, την εικόνα ή το αρχέτυπο.
Από όλα αυτά τα παράλληλα projects -podcasts, Κωσταντία, (Love me) Tinder, (μ)Alice, συμμετοχή σε φεστιβάλ- τι σε δυσκολεύει περισσότερο και τι σε κρατάει πιο ζωντανή δημιουργικά; Το πιο δύσκολο είναι η εναλλαγή ρυθμών. Παραγωγή σημαίνει φωτιά, deadlines, ευθύνη για άλλους. Δημιουργία σημαίνει σιωπή, ελευθερία, ρυθμό. Το να τα κάνω και τα δύο θέλει πειθαρχία αλλά και προστασία. Αυτό που με κρατάει ζωντανή είναι ακριβώς η “μετάφραση”: το πώς κάτι που έζησα σε πραγματικό χρόνο, μια κρίση, ένα ταξίδι, μια μικρή πόλη, μια κουβέντα, γίνεται υλικό. Και το αντίστροφο: πώς η τέχνη με κάνει να αντέχω την πραγματικότητα με περισσότερη φαντασία.
Αν ένα κορίτσι σε μια μικρή πόλη μπορούσε να ακούσει ή να δει μόνο ένα από τα έργα σου, ποιο θα ήθελες να είναι και γιατί; Νομίζω θα επέλεγα το The Souvlaki Project. Ταξίδεψε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ως podcast, το ανεβάσαμε και στη σκηνή στην Κάμιρο με τις FAMA, σε κείμενο της Σοφίας Γουργουλιάνη. Είναι ένα έργο με χιούμορ, παραμυθένιες στιγμές και ωραία μηνύματα.
Όλα όσα κάνεις σήμερα -podcasts, θέατρο, performance, sound design- είναι αμιγώς το επάγγελμά σου ή υπάρχει και μια «πρωινή» δουλειά στο background; Και πώς διασταυρώνονται αυτά τα δύο (αν υπάρχουν); Ναι. Το πρωί δουλεύω στο Τμήμα Παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στην Εναλλακτική Σκηνή. Είναι μια δουλειά απαιτητική, την οποία αγαπάω πραγματικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι διασταυρώνονται παντού: η παραγωγή σε μαθαίνει ρυθμό, καθαρότητα, δομή, αντοχή. Σε μαθαίνει να βλέπεις το έργο σαν σύστημα, όχι σαν ιδέα. Και μετά, όταν επιστρέφω στη δημιουργία, όλο αυτό γίνεται δραματουργία: πότε μπαίνει κάτι, πότε κόβεται, πότε αφήνεις χώρο, πότε “κρατάς” τον θεατή. Και κάπως έτσι, το “λύνω προβλήματα” και το “δημιουργώ κόσμους” είναι τελικά η ίδια δεξιότητα, σε δύο διαφορετικές γλώσσες.
Αν μπορούσες να περιγράψεις με ήχο το μέλλον, το δικό σου ή το συλλογικό, πώς θα ακουγόταν; Πολύ δύσκολη ερώτηση. Ο ήχος του τώρα είναι σίγουρα εκκωφαντικός, γεμάτος βόμβες, φωνές εξουσίας και τον ήχο που κάνει ο τρόμος όταν συνδέεται με τον φόβο για το επικείμενο μέλλον μιας κατάστασης που διαιωνίζεται χρόνια. Είναι δύσκολο να ακούσεις κάτι άλλο μέσα σε εποχές πολέμου. Αλλά όσο τρομακτικό κι αν είναι αυτό, εγώ δεν παύω να πιστεύω πως βρισκόμαστε στην “εφηβεία” της ανθρωπότητας. Κάνουμε λάθη, φερόμαστε παρορμητικά, παλεύουμε μεταξύ φαντασίας και ευθύνης. Αν όμως έχουμε δίπλα μας μια υποστηρικτική δύναμη, όπως ένας έφηβος χρειάζεται έναν ενήλικο που να τον ακούει χωρίς να τον τιμωρεί, τότε ίσως μπορέσουμε να ωριμάσουμε. Πιστεύω πως αυτή η νέα-παλιά δύναμη είναι κάτι ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ίδια μας την ενσυναίσθηση: ένα καινούργιο είδος συλλογικής σοφίας που μας υπενθυμίζει την καλοσύνη και μας φέρνει σε επαφή με το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας- αυτό που διαλέγει τη συνεργασία αντί για την κατάκτηση, την αγάπη αντί για τον φόβο. Αν κλείσουμε όλοι τα μάτια και συντονιστούμε, ίσως ακούσουμε έναν ήχο παράξενο και μεγαλειώδη. Μια σύνθεση από κραυγές επανάστασης και γιορτής, μια μουσική πλασμένη από εσωτερικό ρυθμό και μεγαλοπρεπή φύση, ίσως και ένα drone να περνάει που και που, γιατί δεν γλιτώνουμε πια απ’ όλα αυτά. Αλλά ίσως κι αυτό το τεχνολογικό βουητό να γίνει μέρος μιας νέας αρμονίας, που μας επανασυνδέει με την ανθρώπινη φύση όχι μέσα από τον φόβο, αλλά μέσα από τον σεβασμό προς τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής ή κατάστασης. Ένας ήχος ελπίδας που δεν αγνοεί τον πόνο, αλλά τον μετατρέπει σε πυξίδα. Αισιόδοξη είμαι ε;
Είσαι performer, σκηνοθέτρια, ηχητική αφηγήτρια, αλλά και καλλιτεχνική ερευνήτρια. Αν έπρεπε να περιγράψεις τον εαυτό σου σε μία λέξη, ποια θα ήταν; Γυναίκα.