Σε μια εποχή υπερπαραγωγής, ταχύτητας και διαρκούς θορύβου, ο Joep Beving επιλέγει να το πάει αλλιώς. Προσεγγίζει τη μουσική με έναν σχεδόν αντισυμβατικό τρόπο και επιλέγει να αφαιρεί. Να αφήνει χώρο. Και να επιμένει σε αυτό που οι περισσότεροι φοβούνται. Την σιωπή. Η μουσική του δεν λειτουργεί ως αφήγηση με την κλασική έννοια. Δεν κορυφώνεται, δεν επιδεικνύεται, δεν διεκδικεί την προσοχή. Δεν λικνίζεται, δεν σπάει. Αντίθετα. Μοιάζει να την υπονομεύει διακριτικά (και συνεχόμενα). Καλεί τον ακροατή (ή τον θεατή) σε μια διαφορετική κατάσταση ακρόασης, πιο εσωτερική, πιο στοχαστική. Ίσως γι’ αυτό και έχει βρει ένα τόσο ευρύ, διεθνές κοινό. Δεν ζητά να τον «καταλάβεις», αλλά να σταθείς «όρθιος» μέσα σε αυτό που συμβαίνει.
Στην περιοδεία Liminal, που τον φέρνει για πρώτη φορά στην Αθήνα, αυτή η προσέγγιση μοιάζει να φτάνει σε ένα νέο σημείο ωρίμανσης. Η ίδια η έννοια του «liminal» –του μεταβατικού, του ενδιάμεσου– διατρέχει τη νέα του δουλειά. Εκεί όπου κάτι τελειώνει, εκεί όπου η σαφήνεια συνυπάρχει με την αμφιβολία και όπου ο ήχος αποκτά νόημα μέσα από τη σιωπή. Στη σκηνή του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού όλα αυτά θα μεταφραστούν σε μια σχεδόν γυμνή παρουσία: ένα πιάνο, ένας εκτελεστής και μια ατμόσφαιρα που ζητά προσοχή.
Λίγες μέρες πριν από αυτή τη συνάντηση με το ελληνικό κοινό, ο Joep Beving μιλά στην Popaganda για τη σιωπή, τα όρια της μουσικής και την ανάγκη για λιτότητα. Τον ευχαριστώ, ιδιαιτέρως. Οι λέξεις του είναι απολαυστικές, ομοίως με τις νότες του!
Η μουσική σας μοιάζει σαν να γεννιέται ανάμεσα σε δύο ανάσες. Νιώθετε ότι η σιωπή είναι ισότιμο μέρος της σύνθεσης; Ναι, το πιστεύω. Με ελκύει η σιωπή. Σε μια άλλη συνέντευξη που έδωσα πρόσφατα, είπα ότι χρειαζόμαστε τη μουσική, είναι ο τρόπος για να μπορέσουμε να ακούσουμε τη σιωπή. Για να την τονίσουμε. Χρειαζόμαστε μουσική που να μην είναι υπερβολικά πυκνή και που να μη γεμίζει υπερβολικά τα κενά. Νομίζω ότι η σιωπή είναι ενδιαφέρουσα γιατί είναι οικεία και είναι το σημείο όπου ο ακροατής μπορεί να προβάλλει ή να βιώσει ένα προσωπικό και εσωτερικό νόημα, μια αφήγηση ή ένα μήνυμα. Η σιωπή για πολλούς ανθρώπους, ειδικά σήμερα, είναι σπάνια. Από βιολογική άποψη, είναι τρομακτική, γιατί χρειαζόμαστε τον ήχο για να καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει. Η απουσία ήχου σε αναγκάζει να στραφείς προς τα μέσα. Αυτό είναι κάτι που μου αρέσει να κάνω όταν συνθέτω και παίζω μουσική. Γι’ αυτό πιστεύω ότι αποτελεί σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου.
Στις μέρες μας σπανίζει η σιωπή. Ζούμε σε έναν κόσμο συνεχούς υπερπληροφόρησης, υπερβολικής ομιλίας, υπερβολικής ανάλυσης. Σε ένα κόσμο σαν κι αυτόν, η μουσική σας ζητά «αργό» χρόνο. Είναι αυτό μια πολιτική θέση; Νιώθω ότι η μουσική επιτρέπει στους ανθρώπους να αισθανθούν και να βιώσουν αυτό που έχει γίνει η θορυβώδης, έντονη και συχνά χυδαία εξωτερική μας πραγματικότητα. Μπορούμε επίσης να βιώσουμε ένα διαφορετικό επίπεδο ή ένα διαφορετικό ρεύμα αυτής της πραγματικότητας. Αυτό γίνεται προσκαλώντας τους ανθρώπους να στραφούν προς τα μέσα και να αποσυνδεθούν από την απαίτηση για συνεχή προσοχή που υπάρχει όταν είμαστε online, όταν βλέπουμε ειδήσεις ή ακόμα και όταν ζούμε σε μια χαοτική πόλη. Μεγάλο μέρος αυτής της προσοχής κατευθύνεται προς πράγματα που σχετίζονται με τον κίνδυνο, τον φόβο ή το αρνητικό. Προσφέροντας έναν χώρο -που είναι η μουσική- για να αποκοπεί κανείς από αυτή τη συνεχή απαίτηση προσοχής, ουσιαστικά καθίσταται μη διαθέσιμος σε αυτήν. Με αυτή την έννοια, είναι μια μορφή αντίστασης. Αν θέλεις, μπορείς να πεις ότι σχετίζεται με μια πολιτική στάση. Εγώ είμαι πολύ ταπεινός σε αυτό το επίπεδο. Για μένα προσωπικά, έτσι λειτουργεί.
Στη μουσική σας χρησιμοποιείτε πολύ λίγες νότες. Έχετε νιώσει ποτέ την ανάγκη να χρησιμοποιήσετε περισσότερες; Παλιότερα, ναι. Στην αρχή, πάρα πολύ. Γιατί φοβόμουν πολύ τη σιωπή. Επειδή είναι πολύ ευάλωτη. Ειδικά όταν παίζεις ζωντανά. Μέσα στην οικειότητα ενός στούντιο και στον προσωπικό σου χώρο, μπορεί να είναι πολύ απελευθερωτικό να παίζεις, να ηχογραφείς και να δημιουργείς μινιμαλιστική μουσική. Αλλά το να το μεταφέρεις στη σκηνή… ναι, ειδικά στα πρώτα χρόνια, έπαιζα τα κομμάτια μου πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο είχαν σχεδιαστεί, γιατί φοβόμουν να αφήσω τη σιωπή. Και ανησυχούσα επίσης ότι ο κόσμος ίσως να μην το θεωρήσει ενδιαφέρον αν άφηνα τόσο χώρο. Όσο όμως περισσότερο έπαιζα και βίωνα την επίδραση που είχε αυτό πάνω μου, τόσο περισσότερο έβρισκα το θάρρος να παίζω πραγματικά αργά στη σκηνή. Και πράγματι να ζητώ ή να προσκαλώ το κοινό να είναι πλήρως παρόν σε αυτόν τον αργό ρυθμό και στο κενό ανάμεσα στις νότες. Ωστόσο, δεν μπορώ να κάνω ένα ολόκληρο live μόνο με αυτή τη λογική. Γι’ αυτό πάντα αναζητώ τουλάχιστον ένα ή δύο κομμάτια που να λειτουργούν ως αντίβαρο – που να είναι πολύ πιο γρήγορα και το ακριβώς αντίθετο από το να παίζεις λίγες νότες.
Σπουδάσατε δημόσια πολιτική και διοίκηση πριν επιστρέψετε στη μουσική. Τι σας δίδαξε ο κόσμος έξω από αυτή; Ένας κόσμος που βρίσκει τελικά τον δρόμο του μέσα στις συνθέσεις σας; Νομίζω ότι δεν βλέπουμε τη συνολική εικόνα. Στην προσπάθεια να κατανοήσουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε και ίσως μια ευρύτερη πραγματικότητα ή ύπαρξη, υπάρχουν πολλοί τρόποι να μελετήσουμε το «είναι». Η πρώτη μου διαδρομή ήταν να το κάνω μέσω της ακαδημαϊκής οδού, ακολουθώντας τους κανόνες της επιστήμης, που είναι ένας πολύ καλός, εμπειρικός και διεξοδικός τρόπος μελέτης της πραγματικότητας. Όμως δεν είναι ολόκληρη η εικόνα. Αυτό το συνειδητοποίησα όσο ασχολούμουν με αυτό. Κάπως έτσι γεννήθηκε το ενδιαφέρον ή η γοητεία μου για το μεταφυσικό, τη φιλοσοφία ή την πνευματικότητα. Παράλληλα, σπούδασα δημόσια πολιτική και διοίκηση, κάτι που σχετίζεται άμεσα με τους θεσμούς που έχουμε δημιουργήσει. Πρόκειται για «θηρία» που συνεχώς μεγαλώνουν και που δύσκολα μπορούμε να ελέγξουμε ή να ξεφύγουμε από αυτά. Κι αυτό ήταν επίσης μια συνειδητοποίηση. Αν θέλουμε να διαχειριστούμε ή να αλλάξουμε την πραγματικότητα, πρέπει να το κάνουμε εκ των έσω. Αλλά χρειαζόμαστε και μια ευρύτερη οπτική, ένα ευρύτερο παράδειγμα. Για να μπορούμε να αναλύουμε και ίσως να αποστασιοποιούμαστε από θλιβερούς θεσμούς, αν βγάζει νόημα.
Περιγράφετε τη δουλειά σας ως «προσβάσιμη μουσική για σύνθετα συναισθήματα». Ποιο συναίσθημα τελικά είναι το πιο δύσκολο να απλοποιηθεί; Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Νομίζω ότι έχω δύο απαντήσεις. Για μένα, είναι ο θυμός. Γιατί δεν θέλω να επικοινωνώ μέσα από τον θυμό. Κατά κάποιον τρόπο, είναι σχετικά απλό να το κάνεις. Αλλά για μένα είναι πολύ δύσκολο. Προσπαθώ να μετασχηματίσω ή να μετουσιώσω τον θυμό μου σε κάτι που είναι το αντίθετό του, αλλά που εμπεριέχει την αρνητική ενέργεια που προέρχεται από τον θυμό και την απογοήτευση. Δεύτερον, νομίζω ότι το πιο δύσκολο συναίσθημα να απλοποιηθεί είναι το υψηλό, το μεγαλειώδες. Είναι αυτό που είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθεί με λέξεις. Η έννοια του δέους ή της υπέρβασης. Το να επικοινωνήσεις αυτό που βρίσκεται στη βάση των συναισθημάτων μας, αλλά για το οποίο δεν έχουμε λέξεις. Είναι κάτι που δεν μπορείς πραγματικά να ελέγξεις. Και είναι κάτι που, αν είσαι τυχερός, μπορείς κάπως να το «συλλάβεις» μέσα σε ένα χρονικό πλαίσιο. Ή σε έναν πίνακα. Ή σε ένα ποίημα. Αυτό είναι το πιο δύσκολο.
Η μουσική σας συχνά λειτουργεί ως καταφύγιο. Ως δημιουργός, πού βρίσκετε εσείς το δικό σας; Φτιάχνω τη μουσική μου πρώτα και κύρια από τη δική μου ανάγκη και επιθυμία για καταφύγιο. Όχι μόνο καταφύγιο, αλλά σίγουρα και αυτό. Για να διατηρήσω τη λογική μου. Και την υγεία μου, ελπίζω. Οπότε το βρίσκω στη δική μου μουσική. Το βρίσκω στη μουσική πολλών άλλων που κάνουν το ίδιο πράγμα. Το βρίσκω στην ambient μουσική, στην κλασική μουσική, στη noise μουσική. Το βρίσκω στα βιβλία. Το βρίσκω στον ύπνο. Στον διαλογισμό. Το βρίσκω στο να προσπαθώ να εστιάζω σε μικρά πράγματα. Μικρά πράγματα που είναι απίστευτα σημαντικά – αν εστιάσεις σε αυτά. Αν δεν το κάνεις, τα προσπερνάς. Και χάνονται. Έτσι προσπαθώ να λειτουργώ. Και δεν λειτουργεί πάντα. Είμαι κι εγώ θύμα των social media. Και όλων αυτών.
Η παράδοση σε αυτά δεν βοηθά νομίζω στην εσωτερική μας γαλήνη. Όχι, πράγματι όχι.
Τι συμβαίνει όμως όταν αυτά πια είναι μέρος της δουλειά μας; Όποιος λέει ότι δεν ασχολείται με social media, λέει ψέματα; Ακριβώς. Όλοι το κάνουν. Κι εγώ το κάνω συνειδητά. Αλλά παρασύρομαι. Κάθε φορά που κοιτάζω τα μηνύματά μου, μπλέκομαι ξανά. Σε ρουφάει.
Η μουσική σας έχει πολλές επιρροές, από Chopin και Satie μέχρι Radiohead. Πώς συνυπάρχουν όλες αυτές οι «φωνές» χωρίς να συγκρούονται; Νομίζω ότι η απάντηση είναι πως γίνεσαι αυτό που καταναλώνεις – και αυτό που έχεις «καταναλώσει» στο παρελθόν. Είναι πολύ δύσκολο να θυμηθείς ακριβώς ένα βιβλίο που διάβασες πριν από 10 χρόνια. Κάπου όμως σε έχει διαμορφώσει, σε έχει μεταμορφώσει, έχει πυροδοτήσει μια σειρά ιδεών ή έχει ολοκληρώσει μια συγκεκριμένη αφήγηση ή οπτική που έχεις για την πραγματικότητα. Και κάπως το ξαναβρίσκεις στο λεξιλόγιό σου ή στα πράγματα που σε ενδιαφέρουν. Παίρνεις κάτι από αυτό, συνειδητά ή ασυνείδητα, το αποθηκεύεις και μετά, όταν αρχίζεις να εκφράζεσαι, εκπλήσσεις τον εαυτό σου αναφερόμενος σε κάτι που διάβασες παλιά χωρίς να το καταλαβαίνεις. Κάπως έτσι λειτουργεί. Δεν «παραφράζω» τον Chopin επειδή τον έχω ακούσει πολύ. Απλώς για μένα σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Είναι ένα σύνολο από πράγματα που θεωρώ πολύτιμα και σημαντικά. Προφανώς, όταν θέλω να δημιουργήσω ή να βρω κάτι που έχει σημασία για μένα, αντλώ από αυτές τις πηγές στις οποίες έχω ασυνείδητη πρόσβαση. Όσο για τους Radiohead, τους έχω ακούσει πολύ – δεν είναι κάτι σπάνιο. Υπάρχουν πολλοί που τους μισούν και πολλοί που τους αγαπούν, γιατί έχουν πολλά να πουν. Δεν είναι πάντα απλοί, αλλά το αποτέλεσμα που προκύπτει βασίζεται σε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό. Προσπάθησα να το μελετήσω και να το κατανοήσω, γιατί είμαι οπαδός. Και κομμάτια από αυτό επιστρέφουν στις δικές μου συνθέσεις – σχεδόν ποτέ συνειδητά. Πάντα τυχαία.
Νομίζω ότι το 90% των μουσικών δεν καταλαβαίνουν τις επιρροές τους μέχρι να τους το πει κάποιος άλλος. Ισχύει, αν και αυτοί που ανέφερες, ο Chopin και ο Satie, δεν ήταν ποτέ πραγματική επιρροή για μένα. Απλώς αναφέρονται τόσο συχνά τελευταία που μπορώ πλέον να το ακούσω κι εγώ. Για μένα, συνειδητά, οι Radiohead ήταν πολύ μεγαλύτερη επιρροή.
Έχετε γράψει μουσική σε κουζίνες, σε στούντιο, σε πανεπιστημιουπόλεις όπως η Οξφόρδη. Πώς επηρεάζει ένας χώρος ή το περιβάλλον το ίδιο το κομμάτι ή τη σιωπή ανάμεσα στις νότες; Δεν θυμάμαι να έχω ηχογραφήσει ποτέ στην Οξφόρδη (γέλια). Αλλά αυτό δεν έχει σημασία για την ερώτησή σου. Το προφανές είναι η ακουστική και η ενέργεια ενός χώρου. Υπάρχουν μέρη που απλώς εμπνέουν περισσότερο, για διάφορους λόγους – μπορεί να είναι το κλίμα, η υγρασία, αλλά κυρίως είναι η ακουστική και το όργανο που βρίσκεται εκεί. Αν παίζω μόνο πιάνο, θα είναι διαφορετικό. Για τον τελευταίο μου δίσκο, το “Liminal”, δεν μπορούσα να γράψω εδώ στο στούντιο μου. Δεν «έβγαινε». Και στον προηγούμενο δίσκο συνέβη το ίδιο. Δούλευα πάνω σε μια αίσθηση πληρότητας, οπότε έπρεπε να βρω έναν άλλο χώρο. Ένας φίλος μου έχει έναν χώρο περίπου 40 λεπτά από το σπίτι μου, με εξαιρετική ακουστική και πολύ όμορφη ενέργεια. Αυτό σίγουρα επηρεάζει αυτό που γράφω – αν απαντά αυτό στην ερώτησή σου.
Ο τίτλος αυτού του άλμπουμ «μιλά» για μεταβάσεις. Σε ποια βρίσκεστε εσείς αυτή τη στιγμή; Παλεύω με τη μετάβαση. Και παλεύω με το γεγονός ότι βλέπω τον εαυτό μου όλο και περισσότερο ως παρατηρητή. Αυτό με το οποίο συγκρούομαι είναι ότι παρατηρώ πως η συμπεριφορά μου αλλάζει και ότι δεν θέλω πλέον να είμαι μέρος πολλών πραγμάτων. Βρίσκομαι σε ένα σημείο όπου ξεκίνησα νιώθοντας αποκομμένος από πολλά, αποξενωμένος πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μετά, μέσα από μια σειρά ανακαλύψεων, έφτασα στο αίσθημα της ενότητας και της βαθιάς σύνδεσης με τα πάντα. Τώρα όμως έχω κάπως βγει από αυτή την εξίσωση και παρατηρώ τα πράγματα απ’ έξω. Βρίσκω καταφύγιο στη μουσική και στην ιδέα ότι μέσω αυτής παραμένω συνδεδεμένος με πολλούς ανθρώπους στον κόσμο. Αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο να μη βλέπω τον εαυτό μου να απομακρύνεται από την καθημερινή κοινωνική ζωή. Και αυτό είναι κάτι που δεν θέλω καθόλου. Δεν είναι υγιές, αλλά συναισθηματικά νιώθω ότι εκεί βρίσκομαι. Είναι πολύ προσωπικό, αλλά νομίζω ότι πρέπει να επιστρέψω.
Αν το άλμπουμ σας “Solipsism” μιλούσε για την εσωστρέφεια και το “Henosis” – που είναι και ελληνική λέξη- για την ένωση, τι λέει ο νέος δίσκος για τον κόσμο στον οποίο ζούμε; Αυτό που συνέβη είναι ότι στην τριλογία μου εξερευνούσα την πραγματικότητα μέσα από τη δική μου, προσωπική οπτική, ως υποκείμενο της εμπειρίας. Τώρα, με την ένταση όσων συμβαίνουν, επηρεάστηκα και από μια έκθεση που είδα στην Κορέα. Έκανα ένα βήμα πίσω, όπως είπα, υιοθετώντας τη ματιά του παρατηρητή απέναντι στην κοινωνία μας και στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα. Και αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι πολλά από τα αρνητικά που συμβαίνουν οφείλονται στο ότι, πριν από περίπου 300 χρόνια, αποφασίσαμε να απομακρυνθούμε από την ένωση – από τη φυσική μας κατάσταση, θα έλεγε κανείς – να γίνουμε το κέντρο του σύμπαντός μας και, μέσα από τον θεσμό της επιστήμης, να επιδιώξουμε τον έλεγχο και την κυριαρχία πάνω σε όλα. Δηλαδή και πάνω στον «άλλον», και πάνω στη φύση, εκμεταλλευόμενοι τους πόρους της, ακόμα και πάνω στον Θεό. Αυτό που βλέπουμε σήμερα – η λογική της κυριαρχίας, του ελέγχου και της επιβολής- πηγάζει από αυτή την απομάκρυνση από τη φυσική κατάσταση, από την ιδέα του μαγικού, ίσως και της δεισιδαιμονίας.
Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν, από αυτή την οπτική του παρατηρητή, να προτείνω μια πιο ταπεινή εκδοχή της ανθρωπότητας μέσα στο ευρύτερο σύνολο της ύπαρξης. Να μη βλέπουμε τους εαυτούς μας ως το κέντρο, αλλά ως ένα από τα πολλά στοιχεία που συνδιαμορφώνουν την πραγματικότητα. Είναι κάτι σαν νοσταλγία, αλλά ίσως και μια ουσιαστική ελπίδα για το πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα, κοιτάζοντας τη νοημοσύνη που υπάρχει γύρω μας και αναζητώντας νέους τρόπους οργάνωσης ή συνύπαρξης – τρόπους που ήδη υπάρχουν στη φύση. Έτσι, σε φιλοσοφικό επίπεδο, προσέγγισα την κατάσταση του κόσμου σήμερα. Αυτή ήταν η σκέψη πίσω από αυτό.
Νιώθετε πως όταν παίζετε ζωντανά, αλλάζετε κάπως τη μουσική σας, ώστε να αλληλοεπιδράσετε με τους ανθρώπους που βρίσκονται στον ίδιο χώρο μαζί σας; Μου αρέσει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου είναι συνθετικά καθορισμένο – δηλαδή ξέρω ποιες νότες θα παίξω. Όμως η πραγματική πρόκληση είναι να εμφυσήσεις ψυχή και ζωή στη μουσική κάθε φορά που την ερμηνεύεις, και ιδανικά θέλεις όλοι στην αίθουσα να είναι μέρος αυτού. Και ειδικά επειδή μεγάλο μέρος της μουσικής είναι σε αργό τέμπο και μινιμαλιστικό, δεν είναι «εντυπωσιακό» με τη συμβατική έννοια – είναι το αντίθετο. Θέλεις να φέρεις τον κόσμο μέσα στον ρυθμό, οπότε αλλάζω κομμάτια, αλλάζω τον τρόπο που δομώ το setlist, ώστε να μπορώ να τους προσκαλέσω σε αυτό. Και κάποια στιγμή, ιδανικά, να φτάσουμε όλοι στο ίδιο τέμπο, στην ίδια «συχνότητα». Και τότε, μερικές φορές, αρχίζεις να παίζεις πιο όμορφα και συμβαίνουν πράγματα που σε ανεβάζουν, αν όλα λειτουργήσουν. Δεν συμβαίνει πάντα, αλλά αυτό είναι που επιδιώκω σε μια ζωντανή εμφάνιση. Ναι, κοιτάζοντας πίσω.
Από το παιδί που έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα στα 14, μέχρι τον καλλιτέχνη που είστε σήμερα, τι νιώθετε ότι έχει παραμείνει αμετάβλητο; Το όνομά μου (γέλια). Νομίζω αυτό είναι το μόνο. Σε πιο ουσιαστικό επίπεδο, νομίζω ότι εξακολουθώ να έχω έντονα το αίσθημα ότι δεν ξέρω τίποτα και ότι ξεκινάω κάθε μέρα από την αρχή. Είναι εν μέρει σύνδρομο του απατεώνα, αλλά είναι και το ότι δεν «είσαι» κάτι – γίνεσαι κάτι. Είναι μια συνεχής διαδικασία, περιέργεια και γοητεία. Νομίζω ότι πάντα είχα αυτή την ώθηση να ανακαλύπτω νέα μουσική και, σε σχέση με την ερώτηση, νέα μουσική που να περνά μέσα από εμένα. Αυτό έχει μείνει το ίδιο. Και έκανα ένα μεγάλο διάλειμμα. Έκανα μια μεγάλη παύση από τη δημιουργία μουσικής και είμαι πολύ χαρούμενος – τόσο για τον σημερινό εαυτό μου όσο και για το παιδί που ήμουν τότε – που το έκανα.
Τι σημαίνει για σένα να εμφανίζεστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μια χώρα με ισχυρή μουσική μνήμη και ιστορία; Είμαι πολύ χαρούμενος. Είμαι και λίγο φοβισμένος γιατί έχω καιρό να εμφανιστώ. Θα είναι η πρώτη μου εμφάνιση ξανά και θέλω να κάνω καλή εντύπωση!
Μη φοβάστε, δεν σκοπεύουμε να σας τρομάξουμε (γέλια)! Σας ευχαριστώ πολύ (γέλια). Είναι πάντα πολύ συναρπαστικό να παίζεις κάπου για πρώτη φορά, ειδικά στην Ελλάδα, μια χώρα στην οποία οφείλω πολλά – στην κληρονομιά της. Θα μπορούσα να αναφέρω τους φιλοσόφους, θα μπορούσα να αναφέρω τον Βαγγέλη. Πιστεύω ότι η πνευματική πλευρά της μουσικής γίνεται πιο κατανοητή στην Ελλάδα απ’ ό,τι, για παράδειγμα, στην Ολλανδία. Μπορεί να λέω κάτι πολύ επικίνδυνο τώρα (γέλια), συγχωρέστε με. Αν έπαιζα στην ίδια αίθουσα, τα ίδια κομμάτια, θα ένιωθα κάπως άσχημα αν δεν έκανα κάτι καινούργιο για τους ανθρώπους που με βλέπουν για δεύτερη ή τρίτη φορά. Το να ξεκινάς με μια «λευκή σελίδα» είναι για μένα συναρπαστικό και με κάνει να βλέπω τα κομμάτια από μια φρέσκια οπτική.