ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Χρήστος Θεοδωρίδης: «Δεν θεωρώ τις ιδέες μου κάτι ιερό. Αν δεν λειτουργούν, τις πετάω»

Τον συναντώ σε ένα καφέ, κοντά στο σπίτι του στο Μετς. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά καταλαβαίνω πως η πρώτη καραντίνα ήταν και για τους δυο μας μια ανέλπιστα ευχάριστη βόλτα, γεμάτη βιβλία, ταινίες και μουσικές που δύσκολα θα βρίσκαμε χρόνο να ανακαλύψουμε. Στα πρώτα είκοσι, ανακαλύπτω πως στα μακρινά 00s δουλεύαμε σε (σχεδόν) διπλανά μαγαζιά στο Γκάζι ως djs, εγώ στο Mayo αυτός στο Γκαζάκι. Και μετά από μία ώρα, συνειδητοποιώ πως ο απολαυστικός αυτοσαρκασμός του – που θέλει χρόνο να ξεδιπλωθεί αλλά κάνει θαύματα – είναι γεμάτος οικειότητα, γέλια και ευχάριστη κατανόηση.

Τα δαχτυλίδια του τραβούν το βλέμμα μου – μέρος μιας εικόνας που δείχνει συνειδητή. Τον ρωτάω αν τα αγαπά από παλιά. «Όχι, δεν τα είχα πάντα», λέει γελώντας. «Μου βγήκε τα τελευταία πέντε χρόνια. Ξαφνικά με έπιασε». Δεν υπάρχει κάποια παράξενη θεωρία πίσω από την επιλογή τους. Απλώς του αρέσουν. Και όταν το σκέφτεται λίγο περισσότερο, παραδέχεται ότι ίσως έχει να κάνει με την πόλη που μεγάλωσε. «Σαν να κρύβεται ένα καλοκαίρι σε αυτά, ένα άρωμα εφηβείας. Η Θεσσαλονίκη το έχει αυτό».

Η πίεση της καθημερινότητας στην Αθήνα τον έκανε να ξεχαστεί. «Εδώ σε καταπίνει ο ρυθμός. Πρέπει να βγει η μέρα, η δουλειά. Όλα είναι γρήγορα», λέει. «Δεν αφιερώνεις χρόνο ούτε στο ντύσιμο, ούτε σε τίποτα». Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το ντύσιμο δεν είναι επιφανειακό. «Είναι η πρώτη σκηνοθεσία της ημέρας. Αν δώσω χρόνο εκεί, περνάω καλύτερα μέσα στη μέρα».

Η δεύτερη σκηνοθεσία; «Δεν ξέρω», λέει και γελά.

Η σκηνοθεσία, παραδόξως, δεν ήταν γι’ αυτόν στρατηγική απόφαση. «Στη σχολή ένιωθα ότι έβλεπα τα πράγματα ολιστικά», λέει. «Αυτό δεν είναι πάντα σωστό για έναν ηθοποιό. Όταν κατέβηκα Αθήνα και προέκυψε μια ιδέα για ένα έργο, είπα “πάμε να το κάνουμε”. Και μοιραία βρέθηκα να σκηνοθετώ. Σταμάτησα να παίζω – δεν εμπιστεύομαι και κανέναν. Και ούτε μπορώ να σκηνοθετήσω τον εαυτό μου. Ένα από τα δύο δεν θα γίνει καλά. Οπότε…».

Ο Χρήστος φέτος σκίζει με τις ιστορίες απώλειας που κρύβονται στην Ιεροτελεστία (Un Sacre) του Γκιγιώμ Πουά, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο Κτήριο Τσίλλερ. Μικρές προσωπικές αφηγήσεις που σταδιακά υφαίνουν ένα συλλογικό χρονικό θανάτου κι επιβίωσης, και αποκτούν στα χέρια του μια ανθρώπινη οικουμενικότητα, μια συναισθηματική ανάγνωση μεγάλης ευκρίνειας. Έντεκα πρόσωπα μιλούν για τη στιγμή που ο χρόνος σταμάτησε· για το βίαιο τέλος μιας σχέσης, για τον άνθρωπο που χάθηκε, για τη ζωή που συνεχίστηκε κουβαλώντας το τραύμα. Προσεγγίζει το έργο ως μια τελετουργία μνήμης και κοινότητας. Με ζωντανή μουσική και κίνηση, η παράσταση δεν μένει στον ιδιωτικό πόνο – όσοι έχουν εμπειρία της εργασίας του στα έργα «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου», «Σ’ εσάς που με ακούτε» και «Το συνέδριο στο Ιράν» κατανοούν, πιστεύω. Προσθέτοντας τρεις νέες ιστορίες, εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα, ανοίγει το βλέμμα προς μια «μεγάλη» Ιστορία που σήμερα μοιάζει να σημαδεύεται από άλλους θανάτους: της αξιοπρέπειας, της ενσυναίσθησης, της δικαιοσύνης.

Αυτή η διαδρομή από το ατομικό στο συλλογικό, όμως, δεν σταματά γι’ αυτόν στο Τσίλλερ. Το καλοκαίρι, ο Θεοδωρίδης θα σκηνοθετήσει τους «Πέρσες» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Εκεί όπου ένας αρχαίος χορός θρηνεί τους νεκρούς μιας αυτοκρατορίας, η απώλεια γίνεται δημόσιο γεγονός και πολιτική πράξη. Πρώτη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη αγκαλιά με αρχείο κείμενο.

Από τις προσωπικές μαρτυρίες της καραντίνας -η Ιεροτελεστία χρωστά σε αυτή τη στιγμή της συλλογικής μας «εμπλοκής» την υπαρξή της- μέχρι τον συλλογικό θρήνο του αρχαίου δράματος, ο σκηνοθέτης διαμορφώνει ένα άτυπο δίπτυχο για τον θάνατο και την επιμονή της ζωής. Γιατί, όπως υπονοεί και το παζλ των ανθρώπων που κρύβουν τις λέξεις τους στο Εθνικό, σε έναν κόσμο που μοιάζει να επιταχύνει προς το τέλος, η ίδια η ύπαρξη μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης. Για χρόνια ήταν κάθετα αντίθετος στο να αναλαμβάνει δύο μεγάλες δουλειές την ίδια περίοδο. «Δεν καταλάβαινα πώς κάποιοι κάνουν δύο και τρεις παραστάσεις. Να κάνεις δύο πράγματα μεγάλα μέσα στην ίδια χρονιά. Δεν ένιωθα ότι μπορώ να μοιράσω τη σκέψη μου έτσι». Με τους «Πέρσες» όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το έργο το κουβαλούσε μέσα του πέντε χρόνια. Το είχε δουλέψει στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και στο 9ο Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος. «Μου ήρθε φυσικά. Δεν πήγα σε άγνωστη περιοχή. Είχε ήδη μεγαλώσει μέσα μου».

Συζητάμε για τον τρόπο που δουλεύει. Του αρέσει να δημιουργεί ένα σύμπαν μεταξύ του ίδιου και των ηθοποιών. Να ανταλλάσσει ιδέες, πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα κατά τη διάρκεια των προβών, και κάποια στιγμή να ανοίγουν οι πόρτες και να μπαίνει ο κόσμος. Μου αποκαλύπτει πως του αρέσει να αλλάζει τα πράγματα σε μια παράσταση ακόμη κι όταν αυτή ξεκινά. Κυρίως όταν αυτή ξεκινά. «Αλλάζω πράγματα, δίνω παρατηρήσεις. Κανονικά είμαι σε κάθε παράσταση». Πρόσφατα διεκδίκησε λίγο χρόνο για τον εαυτό του. «Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο καιρό δεν θα πάω σε πέντε παραστάσεις, θα πάω σε τρεις». Αλλά παραμένει παρών στη διαδικασία. «Υπάρχει πάντα ένα διάστημα δύο εβδομάδων μετά την πρεμιέρα που κάνω διορθώσεις. Στην πρώτη επαφή με το κοινό αποκαλύπτονται πράγματα που με κουνάνε κι εμένα».

Για να το κάνει αυτό, πρέπει να βλέπει σαν θεατής. «Αλλιώς δεν μπορώ να δουλέψω ως σκηνοθέτης. Δεν μπορώ να είμαι κολλημένος σε πράγματα. Δεν θεωρώ τις ιδέες μου κάτι ιερό. Αν δεν λειτουργούν, τις πετάω. Μπορεί να είχα μια κακή μέρα, χωρίς έμπνευση, και να σκέφτηκα μια κακή ιδέα. Δεν πειράζει. Την πετάω». Παραδόξως, στην «Ιεροτελεστία» τα πιο σωστά στοιχεία προέκυψαν στην αρχή. «Το ένστικτο ήταν πιο καθαρό». Παρότι χρησιμοποιεί σταθερά μουσική, κίνηση, διαφορετικά εκφραστικά μέσα, στις παραστάσεις του η βάση γι αυτόν είναι πάντα το κείμενο. «Έχω πάθος με τον λόγο», λέει χωρίς δισταγμό. «Ο λόγος πρέπει να με ταξιδέψει. Να με συγκινήσει. Αν δεν με συγκινεί, δεν μπορώ να το κάνω. Αυτό είναι το μόνο κριτήριο».

Παρατηρεί ότι τον απασχολεί συστηματικά η μικρή ιστορία ενός ανθρώπου μέσα σε ένα μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Η σχέση της μονάδας με τις αποφάσεις της εξουσίας. Το πώς η Ιστορία εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή. Του λένε συχνά ότι κάνει πολιτικό θέατρο. «Ίσως», απαντά. «Αλλά δεν νομίζω ότι κάποιος είναι ταγμένος σε ένα είδος. Η γενιά μου έχει ζήσει όσα έχει ζήσει. Δεν γίνεται να μη μιλήσουμε γι’ αυτά. Δεν μπορώ να κλειστώ σε ένα δωμάτιο και να πω, ωραία που περνάμε». Τον ρωτάω αν βλέπει τον εαυτό του στο μέλλον να σκηνοθετεί κομεντί. Γελάει. «Θα το ήθελα πάρα πολύ, αλλά μόνο όταν καταφέρουμε να ζήσουμε σε ένα “σκανδιναβικό” περιβάλλον, όπου όλα θα είναι λυμένα. Ναι, τότε θα κάνω μια καθαρή κωμωδία. Να γελάσουμε».

Η «Ιεροτελεστία» ήρθε μετά από πρόταση της Αργυρώς Χιώτη, της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Εθνικού Θεάτρου. Του πρότεινε τον συγγραφέα, αυτός θα έπρεπε να διαλέξει το έργο. Όταν διάβασε κάποιες από τις ιστορίες που κρύβονται σε αυτή, ένιωσε ότι είναι φυσική συνέχεια του “Συνεδρίου για το Ιράν”. «Από το υπαρξιακό πήγα μοιραία στην απώλεια και τον θάνατο», λέει. «Στο τι σημαίνει να σταματάς να ζεις, πως συνεχίζει ο άλλος που αφήνεις πίσω. Γιατί εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Το θέμα είναι τι στίγμα αφήνεις στους άλλους, τι τραύμα αφήνεις. Οπότε, ναι, γι’ αυτό πήγα».

Σκηνές από την Ιεροτελεστία (Un Sacre) του Γκιγιώμ Πουά, που ανεβαίνει στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο Εθνικό Θέατρο.

Ο Θεοδωρίδης αγαπά τις ανθρώπινες στιγμές μεταξύ δύο, τριών, τεσσάρων ανθρώπων. Το πώς μπορεί κάποιος να πιάσει τον καφέ του, να τον πιει, και τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε σχέση με τη σκέψη του. Και τον ενδιαφέρει πάρα πολύ η σκέψη του ηθοποιού πάνω σε αυτό. Ανακάλυψε, μετά το Συνέδριο, πως ουσιαστικά δεν είχε καταπιαστεί θεματικά με τον θάνατο. «Όσο ασχολείσαι με τη ζωή», λέει, «τόσο πιο πολύ έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί του. Αλλά όχι άμεσα». Στην προσωπική του ζωή, παραδέχεται, μάλλον τον αποφεύγει ως σκέψη. «Αν το σκεφτώ πολύ, με πιάνει άγχος και ματαιότητα. Επιλέγω να το ξεχνάω». Αυτό που ανακάλυψε μέσα από τη διαδικασία είναι ο χρόνος. «Στις δυτικές κοινωνίες δεν δίνουμε χρόνο στο πένθος. Το κουκουλώνουμε και προχωράμε. Αλλά έτσι το τραύμα μένει ανοιχτό. Χρειάζεται χρόνος – από τις πρώτες μέρες μέχρι το πραγματικό χώνεμα».

Τον ρωτάω αν ξεχωρίζει κάποια από τις ιστορίες της Ιεροτελεστίας; Τοποθετεί ψηλά τη Ζαία. «Είναι η κορωνίδα της παράστασης. Εκπροσωπεί με πολύ καθαρό τρόπο τους προβληματισμούς που μπορεί να έχει μια γυναίκα σήμερα. Και μέσα από την απώλεια – ακόμη κι αν αυτή η απώλεια λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά, γιατί χάνει έναν άνθρωπο που την κακοποιούσε». Τον ρωτάω αν πιστεύει πως κάποιος που κουβαλά σκληρότητα και προσφέρει πόνο, μπορεί να έχει τη δυνατότητα της «δικαίωσης» μετά το θάνατο. «Καταλαβαίνω πως ίσως αυτό γίνεται από έναν σεβασμό στους δικούς του ανθρώπους», λέει με απορία. «Αν ήταν κάθαρμα όμως, γιατί να αγιοποιείται; Οι πράξεις μένουν. Και έχουν επιπτώσεις σε ζωές άλλων ανθρώπων. Αυτό δεν αλλάζει».

Τον αγγίζει επίσης η ιστορία του Ιμπραήμ, μέσα από το βλέμμα του αδελφού του. Εκεί ήθελε να αγγίξει θέματα όπως ο πόλεμος στην Παλαιστίνη ή η ζωή ενός γκέι ανθρώπου που δεν τον αφήνουν να ζήσει όπως θα ήθελε να ζήσει. Κάτι που, μαζί με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου στη δραματουργία, θέλησε να το κάνει με πλάγιο τρόπο. «Όχι από τον ίδιο τον άνθρωπο που έζησε την καταπίεση, αλλά από κάποιον που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τη διαφορετικότητα. Που κάνει λάθη, αλλά οδηγείται από αγάπη». Γιατί, όπως λέει, η κοινωνία δεν είναι μονολιθική. «Έχουμε συνηθίσει να τσουβαλιάζουμε τους ανθρώπους. Αλλά αυτοί έχουν διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Κάποιοι δεν ξέρουν πώς να σταθούν – όχι γιατί είναι εχθρικοί, αλλά γιατί δεν έχουν μάθει πως να το κάνουν».

Του επισημαίνω πως βρήκα τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή συναρπαστική. «Η κίνηση εδώ μπήκε πιο μετά» λέει, «όταν άρχισε το άνοιγμα προς το κοινωνικό σύνολο. Όταν οι μονάδες γίνονται κοινότητα. Ξεκινάω πάντα από την αρχή. Προχωράω το έργο και βλέπω πού με οδηγεί συναισθηματικά και νοητικά. Και χρησιμοποιώ τον χορό και τη μουσική ως συμπλήρωμα του λόγου. Τα χρησιμοποιώ για να γεμίσουν κενά. Να ανοίξουν λίγο το νόημα σε σκέψεις και συναισθήματα του θεατή. Να μπει ένα έξτρα στοιχείο που να ανθίζει».

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης αγαπά τη σκηνή γεμάτη σώματα. Αλλά όχι συγχρονισμένα με στρατιωτική ακρίβεια. «Δεν με ενδιαφέρει ο απόλυτος συντονισμός» διευκρινίζει. «Με ενδιαφέρει η προσωπική κίνηση του καθενός. Πώς κινείται ένα σώμα. Και το πώς κινείται έχει να κάνει με το πώς σκέφτεται». Στις ακροάσεις τον ενδιαφέρει περισσότερο ο τρόπος σκέψης από τη δεξιοτεχνία. «Τα σκιλς τα βλέπεις. Αλλά αυτό που με γοητεύει είναι η σκέψη. Δεν θέλω να σκηνοθετήσω τη δική μου γκλάβα. Θέλω να σκηνοθετήσω ανθρώπους». Ο θίασος, επομένως, συγκροτείται σαν παζλ. «Έχω στο μυαλό μου ποιότητες. Ψάχνω τις κουκκίδες που θα το συμπληρώσουν. Κάποιες φορές όμως, ένας άνθρωπος σε αλλάζει. Και αλλάζεις κι εσύ την οπτική σου».

Ο Χρήστος το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσει τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Δεν είχε ασχοληθεί ξανά με αρχαίο δράμα, μέχρι που διάβασε ξανά τη μετάφραση του Μουλά και επικοινώνησε με το έργο. Ο οδηγός του είναι η μετάφραση. «Έχει μια ισορροπία ποίησης και ωμότητας», λέει. «Αλλά ας τελειώνουμε με την ιδέα ότι ξέρουμε πώς ήταν τα αρχαία έργα. Δεν ξέρουμε τίποτα. Πηγαίνουμε στα τυφλά, με βάση τη μελέτη και το ένστικτο. Και δυστυχώς είμαστε και λίγο απαίδευτοι ως κοινωνία, γιατί νομίζουμε ότι ξέρουμε πως ήταν και όταν δεν τα βλέπουμε έτσι, λέμε ότι είναι λάθος. Δεν αισθανόμαστε την κάθαρση. Δηλαδή πότε αισθάνθηκες κάθαρση; Ειλικρινά; Μόνο μια εικασία έχεις. Τίποτα άλλο».

Τον ρωτάω αν αγχώνεται. Όχι, μου λέει, γιατί αφοσιώνεται σε αυτό που αγαπά. Ποτέ δεν χάθηκε δεξιά-αριστερά. Έκανε μόνο αυτό που ήθελε, με όποιο κόστος. Μπορεί να έκανε μια δουλειά κάθε δυο-τρία χρόνια, αλλά ήταν οκ με αυτό. «Κοιμόμουν τα βράδια πιο ήσυχος», θυμάται. «Αν αισθάνεσαι ότι έκανες το καλύτερο που μπορούσες τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορείς να έχεις αντίδραση. Δεν έχω πρόθεση να κάνω τον έξυπνο ή τον πρωτότυπο. Κάνω αυτό που μπορώ με το νόημα κάθε έργου». Δεν βιώνει τις μεγάλες παραγωγές ως θρίαμβο. Αφήνεται στη διαδικασία. Αυτή τον κινητοποιεί. «Έξι χιλιάδες χωρητικότητα στην Επίδαυρο. Οκ. Τηρουμένων των αναλογιών, η ουσία, αυτό που δίνεις, είναι που θα καλέσει τον κόσμο. Θα κάνω αυτό που μπορώ. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Είμαι σίγουρος ότι θα ακούσω πράγματα. Δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσω. Αλλά, εντάξει, ιτς οκ».

Τι είναι όμως οι Πέρσες γι’ αυτόν σήμερα; «Είναι όλοι αυτοί που θρηνούν ανθρώπους που χάθηκαν και δεν έπρεπε να χαθούν. Θα το πάω αντιπολεμικά. Γιατί αυτό αφορά αυτή τη στιγμή την κοινωνία. Είμαστε στα πρόθυρα ενός τρίτου παγκόσμιου. Και μόνο χειρότερα πάνε τα πράγματα».

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο την  Ιεροτελεστία του Γκιγιώμ Πουά, σε μια ιδέα της Λορέν ντε Σαγκαζάν. Βρείτε πληροφορίες και εισιτήρια εδώ. Στις 4 Ιουλίου θα “ανοίξει” τις παραστάσεις στην Επίδαυρο με τους Πέρσες του Αισχύλου.
Δημήτρης Πάντσος