ΘΕΑΤΡΟ

Τη νύχτα που όλοι έβλεπαν Eurovision, εγώ είδα το Smalltown Boy στο θέατρο

Όταν έφτασε το Δελτίο Τύπου για μια παράσταση με τίτλο που θυμίζει παγκόσμια μουσική επιτυχία, το τατουάζ στο στήθος μου αναβόσβησε περίεργα. Το τραγούδι που βοήθησε μια ολόκληρη γενιά –τη δική μου πρώτα, πρώτα– να δει το φως στην άκρη του τούνελ γινόταν τίτλος σε μια παράσταση και προφανώς ήταν η αφορμή για να ειπωθεί μια ιστορία που ήθελε χρόνια να ειπωθεί. Το Age of Consent, πρώτο και τελευταίο επίσημο άλμπουμ του συγκροτήματος των Bronski Beat με τη φωνή του Jimmy Somerville από το μακρινό 1984, στο οποίο και περιέχεται το πρώτο τεράστιο σινγκλ τους Smalltown Boy –σύνθημα, έξοδος κινδύνου για πολλούς– δεν ήταν απλώς ένα ακόμα ποπ δημιούργημα της εποχής. Ήταν πολιτική πράξη. Έξοχος ακτιβισμός. Στην Αγγλία της Margaret Thatcher, όπου η κοινωνική συντήρηση έσφιγγε σαν πνιγηρός γιακάς κάθε εφηβική αθωότητα, η queer επιθυμία διεκδικούσε (ή απαιτούσε) περισσότερο δημόσιο χώρο. Χωρίς ενοχές. Χωρίς συγνώμες. Με ηλεκτρονικό ρυθμό και φωνή που έσπαγε.

Σαράντα χρόνια και κάτι μετά, στον Κεραμικό, μια θεατρική παράσταση παίρνει αυτό το τραγούδι σαν αφετηρία για να αφηγηθεί μια άλλη ιστορία – που τελικά δεν είναι ούτε τόσο μακρινή, ούτε τόσο διαφορετική. Βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, η παράσταση καταγράφει την επιστροφή ενός νεαρού άνδρα στον τόπο που κάποτε τον πλήγωσε. Εκεί όπου η πατρική φιγούρα βαραίνει, το διαγενεακό τραύμα επιμένει και το queer ξύπνημα της εφηβείας ζητά ακόμη δικαίωση. Χρόνiα μετά, η φυγή προς την μεγάλη πόλη δεν γίνεται αυτή τη φορά με τρένο, όπως στο εμβληματικό βίντεο κλιπ, αλλά με πλοίο. Άλλη χώρα, ίδια ανάγκη. 

“Run away, turn away, run away, turn away, run away”

Πέντε ανδρικές μορφές -ή μήπως πέντε εκδοχές του ίδιου προσώπου;- συνθέτουν επί σκηνής το παζλ μιας ζωής. Η μνήμη λειτουργεί σαν σκηνικό που αλλάζει φωτισμούς, το θεάτρο γίνεται καταφύγιο και πεδίο μάχης μαζί. Μια παράσταση για την ενηλικίωση, την αντρική ταυτότητα και το θέατρο ως πράξη επιβίωσης. Γιατί τελικά κάποια ταξίδια δεν τελειώνουν ποτέ, απλώς επιστρέφουν στη βάση τους μεταμορφωμένα. Και στο τέλος, ένα τραγούδι. Για την ανάγκη του να είσαι ο εαυτός σου no matter what.

«Όλη την παιδική μου ηλικία την πέρασα σ’ ένα ψυγείο. Στο κουφάρι του χαλασμένου ψυγείου της αποθήκης. Το καθάρισα, το έντυσα, στόλισα το εσωτερικό του με ζωγραφιές και φιγούρες, κι έφτιαξα ένα θέατρο. Ένα πολύχρωμο μικρούτσικο θέατρο. Εκεί χωνόμουν ολόκληρος, μετά το σχολείο, τα διαβάσματα και το βραδινό τραπέζι με τις φωνές. Ήσυχος, ακίνητος, σε στάση εμβρύου. Κρυβόμουν πίσω από τη ασφαλισμένη πόρτα. Και δεν με άγγιζε τίποτα».

Το ψυγείο μέσα στο σκηνικό είναι το αγαπημένο μου στοιχείο. Ένα ψυγείο. Τίποτα το θεαματικό. Κι όμως λειτουργεί σαν μυστικός διακόπτης. Το κοιτάς και κάτι μέσα σου γυρίζει πίσω. Για άλλους μια λευκή οικιακή συσκευή. Για άλλους -για εμένα- όπως ένα κοφίνι στην ταράτσα. Εκείνο το αυτοσχέδιο καταφύγιο όπου όλα ήταν ήσυχα, κανονικά και ταυτόχρονα γοητευτικά επικίνδυνα. Μέχρι να ακουστεί η φωνή της μάνας που σε ψάχνει από το πρωί και όταν επιτέλους σε εντοπίσει σε κάνει «του αλατιού». Τόσο απλό και καθοριστικό.

Η εφηβεία κρύβεται σε τέτοιες λεπτομέρειες. Σε τέτοιες αναμνήσεις. Σε μια πόρτα που κλείνει, σε μια ανάσα που κρατιέται, σε μια μικρή παράβαση που μοιάζει επαναστατική. Το δώρο σε αυτή τη παράσταση είναι πως όλα –κείμενο (Μάνος Τζωράκης), σκηνοθεσία (Μιχάλης Κοιλάκος), ερμηνεία (Εμμανουήλ Κοντός)– συντονίζονται χωρίς επιτήδευση στο να σου ανοίξουν συρτάρια που κρύβουν θησαυρούς. Αυτούς που χρειάζεσαι για να θυμηθείς τα βήματα που σε οδήγησαν στο σημείο που, σε αντίθεση με ό,τι πίστευες, κατάφερες να φτάσεις. Δεν σε πιέζουν. Δεν σε χειραγωγούν. Απλώς σου θυμίζουν.

«Ήταν το τελευταίο μας καλοκαίρι. Πριν χωριστούμε, του έγραψα ένα γράμμα αγάπης. Το έχωσα στην τσέπη του να το διαβάσει μόνος του/ Δεν μου απάντησε ποτέ. Το κράτησε μέρες και το επέστρεψε την μέρα που χωριστήκαμε».

«Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας είναι βιωματικό –και τον δικό μου τον παππού τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί όταν κάποιος τον πρόδωσε– αλλά διασταυρώνεται με στοιχεία μυθοπλασίας», θα μου πει ο Τζωράκης, που έβαλε τις λέξεις και γέμισε την καρδιά μας. «Είναι αυτό που ο Sergio Blanco ονομάζει «αυτομυθοπλασία»: η ζωή και η επινόηση τέμνονται, συγκρούονται και τελικά γεννούν κάτι καινούργιο. Κάτι που δεν είναι ούτε ακριβώς ντοκουμέντο, ούτε αμιγής φαντασία – αλλά μια τρίτη, ενδιάμεση αλήθεια». Τον ρωτώ για το τραγούδι που έδωσε και τον τίτλο στο έργο του. Χαμογελά. «Λειτουργεί ως υπογράμμιση. Προστέθηκε σε μια δεύτερη εκδοχή του κειμένου, αλλά μοιάζει σαν να ήταν πάντα εκεί. Το αγαπώ βαθιά – όπως αγαπώ και όλη την ποπ εκείνης της δεκαετίας, αλλά και των ’90s. George Michael, Madonna, Björk. Ποπ που δεν ήταν απλώς διασκέδαση· είχε μια ανακουφιστική, σχεδόν σωτήρια διάθεση για όλους εκείνους που μεγάλωσαν στην επαρχία και έψαχναν έναν τρόπο να ονειρευτούν αλλιώς τον εαυτό τους».

Μετράω εικόνες στο έργο: Η σεξουαλική αφύπνιση.. Η μητέρα. Η πρώτη, σχεδόν αθώα αλλά κατακλυσμιαία απογοήτευση. Το θέατρο μέσα στο θέατρο – σαν καθρέφτης που καθρεφτίζει καθρέφτες. Η φωνή του πατέρα στο κασετόφωνο. Η απόρριψη. Η κακοποίηση. Η γιαγιά με τη μυρωδιά από ναφθαλίνη. Ο χαμένος στην Κατοχή παππούς – ένα φάντασμα βιδωμένο σε μια κιτρινισμένη φωτογραφία στον τοίχο. Η Κρήτη. Ο μεγάλος αδελφός. Η μεγάλη αδελφή. Η φυγή στην Αθήνα. Το τραγούδι που παίζει στο ταξί και κάνει την πόλη να μοιάζει με λούνα παρκ ενηλικίωσης. Όλα περνούν σαν φλας. Όχι ως εξομολογήσεις, αλλά ως ζωντανά θραύσματα. Στιγμές που δεν εκβιάζουν το συναίσθημα, αλλά το προκαλούν με ευκρίνεια, με τρυφερότητα με εκείνη τη λεπτή συναισθηματική τόλμη που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα το τραύμα.  

Ο Εμμανουήλ Κοντός δεν ερμηνεύει απλώς. Ρευστοποιείται. «Χορεύει» ανάμεσα στα αφηγήματα που του στήνει ο σκηνοθέτης του, χωρίς να χάνεται. Στο χρηστικό σκηνικό του θεάτρου βρίσκει άριστα τα πατήματα του, γίνεται το αγόρι που ψάχνει τον εαυτό του, γίνεται ο πατέρας του που ψιθυρίζει καθυστερημένες αλήθειες, γίνεται τα οικογενειακά μυστικά που στριμώχτηκαν κάτω από τα χαλιά τριών γενεών – και επιμένουν να φουσκώνουν το ύφασμα. «Ο πατέρας και ο παππούς είναι απόντες», λέει σε μια κουβέντα που πιάνουμε στο τέλος της παράστασης. «Γι’ αυτό το αγόρι αναζητά έναν άντρα-καθρέφτη για να δει τον εαυτό του, να καταλάβει ποιος είναι. Και το κάνει μέσα από το θέατρο. Μπορεί να μοιάζει μοναχικό –είναι ένας μονόλογος άλλωστε– αλλά μέσα σε αυτόν τον μονόλογο είμαστε πολλοί: εγώ, ο ήρωας, το παιδί που κρύβεται στο ψυγείο».

Ο ίδιος εντόπισε πολλά σημεία προσωπικής ταύτισης. Τα ζητήματα της σχέσης με τους γονείς –η ανάγκη να τους «σκοτώσουμε» συμβολικά κάποια στιγμή για να μπορέσουμε να υπάρξουμε, και αργότερα να τους αγαπήσουμε ξανά– τον αφορούν άμεσα. Η παρουσία ενός νευροδιαφορετικού πατέρα στο έργο έχει για εκείνον ιδιαίτερη σημασία, καθώς αγγίζει και τη δική του εμπειρία. Παράλληλα, τα queer στοιχεία της ιστορίας συναντούν και τη δική του διαδρομή. Όλα αυτά τον οδήγησαν να αναγνωρίζει κομμάτια του εαυτού του σε διαφορετικές γωνιές του κειμένου.

Ο Εμμανουήλ, μαθαίνω, δεν έχει σχέση καταγωγής με την Κρήτη, ωστόσο την αγαπά πολύ. Έχει περάσει πολλά καλοκαίρια στα χωριά φίλων του και νιώθει οικειότητα με τον τόπο και τις αντιφάσεις του. Το κείμενο τον κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Διακρίνει σε αυτό μια δυνατή αφήγηση που, ακόμη κι όταν αγγίζει σκοτεινά σημεία, διατηρεί μια ελευθερία στη ματιά και στη σκέψη. Αν τον ρωτήσεις τι τον συγκίνησε περισσότερο, θα σου πει «ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται το θέατρο ως εργαλείο επεξεργασίας του τραύματος – ως μέσο για να κατανοήσει κανείς βαθύτερα τον εαυτό του και τους άλλους». Όπως επισημαίνει, το έργο προτείνει έναν άλλο τρόπο θέασης της πραγματικότητας: ένα βλέμμα που δεν αποκτάται εύκολα, αλλά μέσα από δοκιμασίες. Αν καταφέρει κανείς να το αποκτήσει, μπορεί να δει τον εαυτό του από απόσταση, «σαν μια χρωματιστή φιγούρα», να αντέξει και να βάλει τα πράγματα στο σωστό τους μέγεθος.

Το θεατρικό έργο του Μάνου Τζωράκη Smalltown Boy κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάπα. Η παράσταση ανεβαίνει κάθε Δεύτερα και Τρίτη στο Θέατρο 104 -Black Box, Ευμολπιδών 41, Γκάζι. Εισιτήρια εδώ.
Δημήτρης Πάντσος