ΠΟΛΗ

Διλήμματα με τραγούδια που δεν ζητούν συγγνώμη: Βασίλης Βηλαράς vs. Μίνως Θεοχάρης

Υπάρχει κάτι σχεδόν ύποπτο στην ελληνική καψούρα. Όσο πιο πολύ την κοροϊδεύεις, τόσο πιο πολύ σε αφορά. Είναι αυτή η συλλογική μας αδυναμία στα «περίεργα» τραγούδια που ξέρουμε απέξω, αλλά δεν θα παραδεχτούμε ποτέ δημόσια πόσο καλά τα γνωρίζουμε και τα αγαπάμε. Εκτός αν έχουν περάσει δύο ποτά, τρία μηνύματα και μία-δύο μικρές (ή μεγάλες) προσωπικές ήττες. Ή –για να το πούμε αλλιώς– εκτός αν βρεθείς μπροστά στο κλασικό δίλημμα: το στέλνω ή δεν το στέλνω; το κρατάω μέσα μου ή το κάνω τραγούδι;

Σε αυτή τη γκρίζα ζώνη, ανάμεσα στο guilty pleasure και την καθαρή εξομολόγηση, έρχονται να κινηθούν ο Βασίλης Βηλαράς και ο Μίνως Θεοχάρης. Όχι με τη διάθεση να «αποδομήσουν» –αυτό και το έχουμε δει και το έχουμε βαρεθεί– αλλά με κάτι πιο ωραίο: να πουν ένα ξεκάθαρο «ναι». Ναι στο υπερβολικό, στο λαϊκό, στο ερωτικό, στο τραγούδι που δεν ζητάει συγγνώμη επειδή έτυχε να νιώσει. Και ναι σε όλα εκείνα τα μικρά, σχεδόν γελοία αλλά τελικά καθοριστικά διλήμματα που στήνουν την προσωπική μας μυθολογία: μένεις ή φεύγεις; το ζεις μέχρι τέλους ή το κόβεις νωρίς;

Η φόρμα είναι unplugged, άρα, θεωρητικά, λιτή. Στην πράξη όμως, αυτό που μένει όταν φεύγει η ένταση είναι η αλήθεια της καψούρας. Που είναι, βεβαίως, πάντα λίγο άβολη. Θυμίζει εκείνα τα μηνύματα που δεν έπρεπε να σταλούν, εκείνα τα τραγούδια που αφιερώθηκαν χωρίς επιστροφή, εκείνα τα βράδια που όλοι ξέραμε πού θα καταλήξουν αλλά πήγαμε χωρίς άλλη σκέψη. Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι μόνο το ρεπερτόριο των 90s και 00s – αυτό λειτουργεί σχεδόν σαν κοινός τόπος. Είναι η πρόθεση να ειπωθούν αυτά τα τραγούδια χωρίς το γνωστό «πολιτισμικό σνομπάρισμα».

Και κάπως έτσι, μια βραδιά που ξεκινά ως μουσικό concept καταλήγει να μοιάζει με κάτι πιο οικείο, μια αλυσίδα από διλήμματα χωρίς σωστή απάντηση. Ίσως γι’ αυτό και τα διλήμματα που βάζει ο ένας στον άλλον δεν θα μπορούσαν να πάρουν άλλη μορφή:

Ρωτάει ο Μίνως, απαντάει ο Βασίλης

Ποιο από τα δύο τραγούδια θα έλεγες ότι σε περιγράφει καλύτερα: «Είμαι άστατος» του Πασχάλη Τερζή ή «Το καλύτερο παιδί» του Γιάννη Πλούταρχου; Πασχάλης Τερζής και τα μυαλά στα κάγκελα.

Πώς το φαντάζεσαι; Αυλή του παραδείσου της Δέσποινας Βανδή ή Κόλαση της Καίτης Γαρμπή; Στην αυλή του παραδείσου γιατί έχει τον καλύτερο στίχο του κόσμου: Μια ζωή δίχως ανατροπές, βδομάδα δίχως Σάββατα και Κυριακές.

Ελληνάδικο ή rave party; Rave party και 14ωρο χορού. 

Καψούρα ή έρωτας; Έρωτας. I Hate καψούρα.

Έρωτας ή αγάπη; Αγάπη. I Hate έρωτα. 

Βουνό ή θάλασσα; Θάλασσα χωρίς μαγιό.

Αμύθητη περιουσία ή ανεξάντλητο πάθος; Αμύθητο πάθος.

Καρβέλας ή Φοίβος; Φοίβος με την ελπίδα να είναι αλήθεια ή φήμη ότι δεν γράφει αυτός τα τραγούδια του, έτσι για το drama.

Είναι Σάββατο βράδυ: Λιώνεις με σειρές στον καναπέ μέχρι αργά το βράδυ ή βγαίνεις και παρτάρεις στην πόλη μέχρι νωρίς το πρωί; Βγαίνω, παρτάρω, γυρίζω σπίτι το πρωί και βάζω να δω εγκλήματα.

Ρωτάει ο Βασίλης, απαντάει ο Μίνως

Βίσση ή Βανδή;  Εντελώς Βίσση.

Να πίνεις ποτά στο μπαρ του Κωνσταντίνου και Ελένης ή στη μπουάτ των Δύο Ξένων; Να πίνω ποτά στη μπουάτ των δύο ξένων!

Να πεθάνεις ακούγοντας το αγαπημένο σου τραγούδι ή να ζεις ακούγοντας το τραγούδι που μισείς στο ριπίτ; Νομίζω θα πεθάνω ακούγοντας το αγαπημένο μου τραγούδι. Το να ακούω τραγούδια που δε μου αρέσουν το βρίσκω ανυπόφορο.

Για πάντα ερωτευμένος με ένα αγόρι που δεν σε θέλει ή να μην ερωτευτείς ποτέ ξανά; Αποφασίζω να δημιουργήσω σε αυτό το σημείο μια τρίτη επιλογή: Να ερωτευτώ με το αγόρι που με θέλει! (Πολύ)

Ozempic ή δίαιτα; Δίαιτα (;)

Να έχεις εσύ για πάντα λόξυγκα ή εγώ για πάντα βήχα; Εσύ βήχα.

Θα έκανες σεξ με έναν φασίστα ή με έναν ομοφοβικό; Με έναν ομοφοβικό για να σταματήσει να φοβάται. 

Πανηγύρι στην Ικαρία ή πάρτι οικονομικής στην Πάντειο; Όσο και να μην το περίμενα από τον εαυτό μου, θα πω Ικαρία!

Δημήτρης Πάντσος