EPA/YAHYA ARHAB
Οι εξελίξεις των τελευταίων δύο ημερών δείχνουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει εισέλθει σε έναν κύκλο ανακύκλωσης της βίας. Επιθέσεις που διαδοχικά κλιμακώνονται συνοδεύονται πλέον από απειλές για νέα χτυπήματα και στην πλευρά της Ερυθράς Θάλασσας.
Την ίδια ώρα, όμως, καταγραφόταν ακόμα μία αντίφαση από την αμερικανική πλευρά. Ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις βομβάρδιζαν για δέκατη συνεχόμενη νύχτα στόχους στο νότιο Ιράν, μετά την προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Τεχεράνη θα πλήρωνε «πολλές φορές» για τον θάνατο Αμερικανών στρατιωτών, γινόταν παράλληλα γνωστό ότι είχε λάβει η ιρανική ηγεσία την Τρίτη μήνυμα για επανέναρξη των διπλωματικών συνομιλιών.
Μέσα σε αυτή την αντίφαση, πάντως, συνέχιζαν και τα ιρανικά χτυπήματα. Εκδηλώθηκαν νέες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στην Ιορδανία. Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε για μια ακόμη φορά γεωγραφικά τη σύγκρουση. Πλέον έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες για το αν και σε ποιον βαθμό οι εμπλεκόμενες πλευρές επιχειρούν ή μπορούν να επιχειρήσουν να ελέγξουν την ένταση της σύγκρουσης.
Οι επιθέσεις σε μονάδες αφαλάτωσης στο Κουβέιτ πρόσθεσαν ακόμα όμως μία ανησυχητική διάσταση. Σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό εξαρτώνται οι χώρες του Κόλπου από τέτοιου τύπου εγκαταστάσεις για την υδροδότηση των πληθυσμών τους. Καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των καθημερινών αναγκών στο Μπαχρέιν και στο Κατάρ, ενώ στο Κουβέιτ αντιστοιχούν περίπου στο 90% των οικιακών αναγκών. Παρήγαν παράλληλα ηλεκτρική ενέργεια πολλές από αυτές τις μονάδες, γεγονός που σήμαινε ότι ένα χτύπημα μπορούσε να προκαλέσει ταυτόχρονα προβλήματα στην παροχή νερού και ρεύματος. Ο πόλεμος επομένως απειλεί υποδομές που συνδέονταν άμεσα με την επιβίωση των κοινωνιών του Κόλπου.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής συνοδεύεται από σαφή πολιτικά και επιχειρησιακά όρια. Ακόμα και από το Ισραήλ ακούστηκαν φωνές σε κυβερνητικό επίπεδο που δεν είχαν ακουστεί με έναν τέτοιο τρόπο δημόσια. Το Ισραήλ έχει παραμείνει εκτός των αμερικανικών επιχειρήσεων των τελευταίων δέκα ημερών, παρότι είχε συμμετάσχει στα αρχικά πλήγματα του Φεβρουαρίου. Ο Ισραηλινός υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς δήλωσε ότι η χώρα του «δεν είχε καμία επιθυμία» να εμπλακεί, διατηρώντας πάντως την απειλή αντιποίνων σε περίπτωση ιρανικής επίθεσης. Αυτή η απόσταση ακόμα πλέον και με το Ισραήλ δείχνει πόσο δύσκολο είναι για την Ουάσινγκτον να μετατρέψει τη στρατιωτική της εκστρατεία σε συμμαχική επιχείρηση με ευρύτερη πολιτική νομιμοποίηση.
Οι περιορισμοί θα βρεθούν και στο επίκεντρο της συζήτησης στην Ουάσινγκτον. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο αρχηγός των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων Ντάνιελ Κέιν αναμένεται να δεχθούν ερωτήσεις στο Κογκρέσο για την πορεία του πολέμου και το αίτημα χρηματοδότησης ύψους 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αναμφίβολα για την κυβέρνηση Τραμπ η συνέχιση μιας εκστρατείας αόριστης διάρκειας έχει και εσωτερικό πολιτικό κόστος.
Η σοβαρότερη νέα εξέλιξη, ωστόσο, έρχεται από την Υεμένη. Οι Χούθι προειδοποίησαν τις ναυτιλιακές εταιρείες να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τα λιμάνια της Σαουδικής Αραβίας, υποστηρίζοντας ότι όσα πλοία φορτώνουν ή ξεφορτώνουν εκεί μπορεί να αποτελέσουν στόχο. Η απειλή μεταφέρει το κέντρο βάρους προς την Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, από όπου περνούν σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου και σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας.
Αν συνδυαστούν οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα με τη συνεχιζόμενη ανασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ, θα δεχθεί πίεση η τιμή του πετρελαίου από δύο διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία το Μπαμπ ελ Μαντέμπ ως εναλλακτική διαδρομή για φορτία που αποφεύγουν τα Στενά του Ορμούζ, γι’ αυτό και ενισχύουν την ανησυχία στις αγορές οι απειλές των Χούθι. Συγκρατεί προσωρινά τις τιμές η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων από τις χώρες του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι οποίες έχουν διαθέσει περίπου 290 εκατομμύρια βαρέλια από τα 400 εκατομμύρια που είχαν ανακοινώσει. Αυτή η παρέμβαση, όμως, προσφέρει χρόνο και όχι οριστική ασφάλεια. Αν κλείσει ή παραμείνει επισφαλής ακόμη μία βασική θαλάσσια δίοδος, θα αυξηθεί το κόστος μεταφοράς, θα περιοριστεί η διαθέσιμη προσφορά και θα ενισχυθεί η ανοδική πίεση στην τιμή του πετρελαίου. Σε έναν πόλεμο που ανακυκλώνει τη βία, κάθε νέα διπλωματική ανάπαυλα μπορεί έτσι να αποδειχθεί και μια προσωρινή ανάπαυλα για τις αγορές. Αλλά μέχρι εκεί…