Όλο και περισσότεροι επιστήμονες εκτιμούν ότι έχουμε αφήσει την κλιματική κρίση να επιδεινώνεται επί τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε η μοναδική πλέον ελπίδα να αποτραπούν ολοένα και πιο καταστροφικές συνέπειες είναι η προσφυγή σε τεχνολογικές παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας.
Ο φωτεινός εμπλουτισμός των νεφών, η έγχυση σωματιδίων θείου στην στρατόσφαιρα και η τοποθέτηση μικροσκοπικών κατόπτρων στο Διάστημα, λύσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν την ηλιακή ακτινοβολία που φτάνει στην επιφάνεια της Γης, συγκαταλέγονται στις προτάσεις που προωθούν τόσο επιχειρηματίες, όσο και κυβερνήσεις. Κατά την άποψή τους, η γεωμηχανική δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ενδεχόμενο, αλλά μια σχεδόν αναπόφευκτη επιλογή.
Από τότε που ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης παραχώρησε στον άνθρωπο την κυριαρχία επί της Γης, η ιδέα ότι μπορούμε να αναδιαμορφώσουμε τον κόσμο ώστε να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες μας διατρέχει την ανθρώπινη σκέψη. Εδώ και αιώνες, η ανθρωπότητα φλερτάρει με μεγαλόπνοα σχέδια για την αλλαγή και την αναμόρφωση του κλίματος και του φυσικού περιβάλλοντος, πολλά από τα οποία, εκ των υστέρων, μοιάζουν καταδικασμένα σε αποτυχία ή ακόμη και παράλογα.
Καθώς νέες προτάσεις βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο, αξίζει να ανατρέξουμε σε ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά εγχειρήματα του παρελθόντος που επιχείρησαν να αλλάξουν το κλίμα του πλανήτη μέσω της γεωμηχανικής.
Τη δεκαετία του 1930, ο Γερμανός μηχανικός Χέρμαν Ζέργκελ πρότεινε την κατασκευή ενός γιγαντιαίου φράγματος στο Στενό του Γιβραλτάρ, με στόχο να μειωθεί η στάθμη της Μεσογείου κατά 200 μέτρα. Έτσι θα αναδύονταν τεράστιες εκτάσεις εύφορης γης, ένας νέος «ζωτικός χώρος» (Lebensraum), που θα καλλιεργούνταν από Αφρικανούς εργάτες, περιορίζοντας κατά τον ίδιο μία από τις διαχρονικές αιτίες των πολέμων στην Ευρώπη. Παράλληλα, η Ευρώπη και η Αφρική θα αποκτούσαν μια σχεδόν ανεξάντλητη πηγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Το όραμα αυτό κέρδισε αρκετούς υποστηρικτές, με κορυφαίους μηχανικούς της εποχής να σχεδιάζουν ακόμη και το κολοσσιαίο φράγμα. Υπήρξαν βέβαια και όσοι εξέφρασαν επιφυλάξεις για τις συνέπειες που θα είχε η αποστράγγιση της Μεσογείου σε πόλεις όπως η Βενετία και τα διάσημα κανάλια της. Ο Ζέργκελ διαβεβαίωνε ότι θα λαμβάνονταν «ειδικά μέτρα» για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων.
Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το σχέδιο της Atlantropa επιβίωσε ακόμη και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνέχισε να συζητείται, έστω και υποτονικά, μέχρι τη δεκαετία του 1960.
Οι Ρώσοι θεωρούσαν ανέκαθεν ότι η γεωγραφία δεν τους είχε ευνοήσει από κλιματικής άποψης. Όπως είχε παρατηρήσει ο Αμερικανός κλιματολόγος Π. Ε. Λίντολφ, ειδικός στη γεωγραφία της Σοβιετικής Ένωσης, «σε γενικές γραμμές, από τη χώρα λείπει η ζέστη».
Ο Σοβιετικός μηχανικός Π. Μ. Μπορίσοφ πίστευε ότι είχε βρει τη λύση: αρκούσε να αυξηθεί η μέση θερμοκρασία της Γης κατά μερικούς βαθμούς. Για να συμβεί αυτό, πρότεινε την κατασκευή ενός φράγματος στο Στενό του Μπέρινγκ, ώστε να επιταχυνθεί το λιώσιμο των πάγων της Αρκτικής.
Το σχέδιο ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο και άλλοι Σοβιετικοί επιστήμονες αντιπρότειναν μια διαφορετική λύση: τη διάνοιξη ενός ανοίγματος στην υποθαλάσσια οροσειρά Thompson–Wyville Ridge. Αυτό θα απαιτούσε «μόλις» την εκσκαφή περίπου 3.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων θαλάσσιου πυθμένα, σε βάθη που ξεπερνούσαν το ένα χιλιόμετρο.
Η λογική πίσω από τέτοιες ιδέες στηριζόταν στο περίφημο «Μεγάλο Σχέδιο του Στάλιν για τη Μεταμόρφωση της Φύσης», που ανακοινώθηκε το 1948 και προέβλεπε γιγαντιαία τεχνικά έργα με στόχο να καταστήσουν το σοβιετικό περιβάλλον πιο παραγωγικό και πιο φιλόξενο για τον άνθρωπο. Ακόμη και δεκαετίες μετά τον θάνατο του Στάλιν, το 1953, παρόμοιες προτάσεις εξακολουθούσαν να εξετάζονται σοβαρά, αν και οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν για το τεράστιο κόστος τους.
Η ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας γέννησε μια εποχή έντονης τεχνολογικής αισιοδοξίας. Ο Χάρι Γουέξλερ, επικεφαλής της Διεύθυνσης Επιστημονικών Υπηρεσιών της Αμερικανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας από τη δεκαετία του 1940 έως το 1962, πίστευε ότι μόλις δέκα προσεκτικά τοποθετημένες βόμβες υδρογόνου θα αρκούσαν για να εξαφανίσουν το παγοκάλυμμα της Αρκτικής, εγκαινιάζοντας μια εποχή πρωτοφανούς θέρμανσης.
Την ίδια περίοδο, οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι τα πυρηνικά όπλα ήταν το ιδανικό εργαλείο για την εκτροπή ποταμών. Μάλιστα, προχώρησαν στην πυροδότηση τριών πυρηνικών εκρηκτικών μηχανισμών, επιχειρώντας να αλλάξουν την πορεία ποταμών που έρεαν προς τον βορρά. Προς έκπληξή τους, όμως, οι τρεις ατομικές εκρήξεις δημιούργησαν ένα κανάλι μήκους μόλις 700 μέτρων. Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος, σε συνδυασμό με τη ραδιενεργό μόλυνση που προκάλεσαν οι εκρήξεις, οδήγησαν τελικά στην εγκατάλειψη του σχεδίου.
Ελάχιστα σχέδια γεωμηχανικής ξεπέρασαν ποτέ το στάδιο της θεωρίας. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1990 το Project Znamya κατάφερε να υλοποιήσει τον στόχο του: να δημιουργήσει ένα «δεύτερο φεγγάρι», έστω σε πολύ μικρότερη κλίμακα από εκείνη που είχαν οραματιστεί οι εμπνευστές του.
Η ιδέα ήταν να ανακλάται αρκετό ηλιακό φως προς τις αρκτικές περιοχές της Ρωσίας, ώστε η νυχτερινή φωτεινότητα να προσεγγίζει εκείνη μιας πανσελήνου. Για τον σκοπό αυτό σχεδιάστηκαν αναδιπλούμενοι δορυφόροι με ανακλαστικούς καθρέφτες, οι οποίοι, αν εκτοξεύονταν σε επαρκή αριθμό, θα επιμήκυναν ουσιαστικά τις ώρες φυσικού φωτισμού, προσφέροντας περισσότερη ζέστη και μειώνοντας την κατανάλωση ενέργειας.
Η πρώτη δοκιμή δημιούργησε μια φωτεινή δέσμη που κάλυπτε έκταση περίπου πέντε χιλιομέτρων. Όταν όμως η δεύτερη παρτίδα δορυφόρων παρουσίασε πρόβλημα και παρέμεινε καθηλωμένη στον διαστημικό σταθμό Mir, ενώ παράλληλα η ραγδαία επιδείνωση της ρωσικής οικονομίας κατέστησε το εγχείρημα οικονομικά ασύμφορο, το πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε.
Ο Λόρι Χόγκαν πίστευε ότι η Αυστραλία είχε αδικηθεί από τη φύση όσον αφορά τα βουνά της. Οι μοναδικές αξιόλογες οροσειρές της είναι σχετικά χαμηλές και εκτείνονται κατά μήκος των ανατολικών ακτών, δημιουργώντας μια στενή εύφορη ζώνη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας παραμένει άνυδρο. Γιατί, αναρωτιόταν, να μη δημιουργηθεί μια νέα οροσειρά πιο δυτικά;
Η πεποίθησή του ήταν τόσο ισχυρή ώστε, το 1979, δημοσίευσε το βιβλίο Man Made Mountain, στο οποίο υποστήριζε την κατασκευή μιας δεύτερης οροσειράς κατά μήκος των συνόρων της Δυτικής Αυστραλίας. Το έργο θα εκτεινόταν σε μήκος 2.000 χιλιομέτρων, θα είχε ύψος 4 χιλιομέτρων και πλάτος 10 χιλιομέτρων. Στις πλαγιές της θα αναπτύσσονταν 49 μεγάλες πόλεις, σχεδιασμένες σε ορθογώνιο πολεοδομικό πλέγμα, καθώς και 180.000 ιχθυοκαλλιέργειες.
Όταν το βιβλίο δεν κατάφερε να πείσει την αυστραλιανή κοινή γνώμη, ο Χόγκαν ίδρυσε ακόμη και πολιτικό κόμμα, το Engineered Australia Plan Party, το οποίο συμμετείχε στις ομοσπονδιακές εκλογές του 1983. Ωστόσο, αναλύσεις έδειξαν ότι η υλοποίηση του σχεδίου θα απαιτούσε τη μετακίνηση πολλαπλάσιας ποσότητας πετρωμάτων από όση έχει μετακινήσει συνολικά η ανθρωπότητα σε όλη την ιστορία της. Τελικά, τόσο το βιβλίο όσο και το κόμμα πέρασαν στην αφάνεια.
Οι πέντε αυτές ιδέες αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου της γεωμηχανικής. Στην πορεία της ιστορίας έχουν διατυπωθεί σοβαρές προτάσεις για την αύξηση των βροχοπτώσεων, τον έλεγχο της πορείας των τυφώνων ή ακόμη και τη χρήση του καιρού ως όπλου στον πόλεμο όλες, όμως, χωρίς επιτυχία. Φαίνεται πως η ανθρώπινη αλαζονεία και η πίστη ότι μπορούμε να δαμάσουμε τη φύση δεν γνωρίζουν όρια.
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να επιχειρήσουμε να παρέμβουμε στο κλίμα μέσω της γεωμηχανικής ή να συμφιλιωθούμε με την προοπτική μιας ζωής σε έναν πλανήτη που θα γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενος.
Πηγή: The Guardian