ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Κάθε νύχτα, τρισεκατομμύρια μικροσκοπικά πλάσματα αναδύονται από την άβυσσο των ωκεανών

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τεχνικοί σόναρ έκαναν μια εντυπωσιακή ανακάλυψη. Τα ηχητικά κύματα που εξέπεμπαν οι συσκευές τους επέστρεφαν σαν να είχαν προσκρούσει στον πυθμένα της θάλασσας. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική: ο «κινούμενος βυθός» που κατέγραφαν δεν ήταν παρά τεράστια σμήνη θαλάσσιων οργανισμών που ανέβαιναν κάθε βράδυ προς την επιφάνεια για να τραφούν.

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «βαθύ στρώμα σκέδασης» (deep scattering layer), δημιουργείται από τη συγκέντρωση αμέτρητων ψαριών και άλλων οργανισμών στη στήλη του νερού. Η πυκνότητά τους είναι τόσο μεγάλη, ώστε αντανακλούν τα ηχητικά κύματα του σόναρ σαν να πρόκειται για συμπαγή επιφάνεια.

Η λεγόμενη «ζώνη του λυκόφωτος» των ωκεανών, ή μεσοπελαγική ζώνη, ξεκινά περίπου στα 200 μέτρα βάθος. Εκεί το ηλιακό φως εξασθενεί σημαντικά, ενώ γύρω στα 1.000 μέτρα εξαφανίζεται εντελώς. Στο απόλυτο σκοτάδι, το μοναδικό φως προέρχεται από οργανισμούς που παράγουν βιοφωταύγεια, δηλαδή εκπέμπουν οι ίδιοι φως.

Παρά τις ακραίες συνθήκες, η ζώνη αυτή φιλοξενεί μια εντυπωσιακή ποικιλία ζωής. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι εκεί βρίσκεται περίπου το 95% της συνολικής βιομάζας των ψαριών του πλανήτη, με το συνολικό τους βάρος να υπολογίζεται σε περίπου 10 δισεκατομμύρια τόνους.

Κάθε βράδυ, τρισεκατομμύρια ζωοπλαγκτονικοί οργανισμοί εγκαταλείπουν τα βάθη της μεσοπελαγικής ζώνης και ανεβαίνουν προς την επιφάνεια της θάλασσας για να τραφούν, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι της νύχτας.

Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως ημερήσια κατακόρυφη μετανάστευση (diel vertical migration – DVM) και θεωρείται η μεγαλύτερη φυσική μετανάστευση ζώων στον πλανήτη. Η συνολική βιομάζα των οργανισμών που συμμετέχουν υπολογίζεται σε περίπου 10 δισεκατομμύρια τόνους.

Καθώς η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, η μετανάστευση αυτή επαναλαμβάνεται αδιάκοπα σε όλους τους ωκεανούς του κόσμου. Η Λόρα Χομπς, λέκτορας Θαλάσσιας Επιστήμης της Αρκτικής στη Σκωτσέζικη Ένωση Θαλάσσιας Επιστήμης, παρομοιάζει το φαινόμενο με το γνωστό «μεξικανικό κύμα» στα γήπεδα, καθώς αμέτρητοι οργανισμοί ανεβαίνουν και κατεβαίνουν συγχρονισμένα, ακολουθώντας τη νύχτα καθώς αυτή «ταξιδεύει» γύρω από τη Γη.

«Το ζωοπλαγκτόν ανεβαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί, επειδή εκεί βρίσκεται το φυτοπλαγκτόν», εξηγεί η Λόρα Χομπς.

Όπως αναφέρει, ο όρος ζωοπλαγκτόν περιλαμβάνει πολλά διαφορετικά είδη μικροσκοπικών ζώων που ζουν στους ωκεανούς. Παρότι έχουν μήκος μόλις λίγα χιλιοστά, διανύουν καθημερινά εκατοντάδες μέτρα ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας στη στήλη του νερού.

«Αυτοί οι μικροσκοπικοί οργανισμοί κάνουν αυτή τη διαδρομή κάθε μέρα. Αν το συγκρίνει κανείς με έναν άνθρωπο, θα ήταν σαν να έτρεχε πολλούς μαραθωνίους καθημερινά», σημειώνει.

Το φυτοπλαγκτόν, από την άλλη πλευρά, αποτελείται από μικροσκοπικούς φυτικούς οργανισμούς που χρειάζονται το ηλιακό φως για να αναπτυχθούν. Για τον λόγο αυτό περιορίζονται στα επιφανειακά στρώματα της θάλασσας, όπου φτάνει το φως του Ήλιου.

«Με την ανατολή του Ήλιου, το ζωοπλαγκτόν γίνεται ευάλωτο στους θηρευτές που κυνηγούν με την όραση, όπως μεγαλύτεροι οργανισμοί του ζωοπλαγκτού και ψάρια», εξηγεί η Λόρα Χομπς. «Γι’ αυτό επιστρέφει στα πιο σκοτεινά και βαθιά νερά, όπου παραμένει για να χωνέψει την τροφή του. Αργότερα αποβάλλει τα υπολείμματα της πέψης και, όταν πέσει ξανά το σκοτάδι, ανεβαίνει στην επιφάνεια για να τραφεί εκ νέου».

Το εντυπωσιακό αυτό φαινόμενο είχε παρατηρηθεί για πρώτη φορά άμεσα το 1966 από τον θρυλικό Γάλλο ωκεανογράφο Ζακ-Ιβ Κουστό, κατά τη διάρκεια κατάδυσης με το υποβρύχιό του, γνωστό ως «Ιπτάμενος Δίσκος» (Diving Saucer).

Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα, ο Τζον Κόπλεϊ, καθηγητής Εξερεύνησης των Ωκεανών στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, είχε επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά τη νυχτερινή αυτή μετανάστευση.

Ο Κόπλεϊ, που έχει συμμετάσχει σε αποστολές εξερεύνησης των βαθιών ωκεανών σε όλο τον κόσμο, επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη βρίσκεται στην πραγματικότητα βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι.

«Λέμε συχνά ότι η Γη είναι ο “μπλε πλανήτης”, επειδή το 71% της επιφάνειάς της καλύπτεται από νερό. Όμως το μπλε χρώμα προέρχεται από το ηλιακό φως που αντανακλάται στα επιφανειακά στρώματα των ωκεανών. Το μεγαλύτερο μέρος των θαλασσών βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια του φωτός. Δεν ζούμε απλώς σε έναν πλανήτη των ωκεανών, αλλά σε έναν πλανήτη με βαθιούς και σκοτεινούς ωκεανούς», τονίζει.

Ο Τζον Κόπλεϊ βρισκόταν στον Κόλπο του Μεξικού, επιστρέφοντας στην επιφάνεια έπειτα από εξερεύνηση μιας υποθαλάσσιας λίμνης άλμης σε βάθος περίπου 650 μέτρων, όταν πέρασε μέσα από το λεγόμενο βαθύ στρώμα σκέδασης.

«Βρισκόμασταν μέσα στο υποβρύχιο Johnson Sea Link, το οποίο διαθέτει διαφανή ακρυλική καμπίνα και προσφέρει εξαιρετική ορατότητα», θυμάται.

Για να εξοικονομήσουν ενέργεια, το πλήρωμα είχε σβήσει όλα τα φώτα του υποβρυχίου. Έτσι, το μόνο φως που υπήρχε προερχόταν από τους ίδιους τους θαλάσσιους οργανισμούς.

«Έμοιαζε με χιονοθύελλα από μικροσκοπικές λάμψεις», περιγράφει. Τότε συνειδητοποίησε ότι το υποβρύχιο διέσχιζε το τεράστιο στρώμα οργανισμών που πραγματοποιούσαν τη νυχτερινή κατακόρυφη μετανάστευσή τους προς την επιφάνεια, ένα αδιάκοπο «ποτάμι» ζωής που κινείται κάθε βράδυ μέσα στους ωκεανούς.

Ο Κόπλεϊ εξηγεί ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ποια είδη παρήγαν το φως, καθώς πολλές φορές φωσφόριζε μόνο ένα μικρό μέρος του σώματός τους.

«Ήταν σαν να προσπαθείς να μαντέψεις ποιο ζώο βλέπεις ενώ ενώνεις τελείες», περιγράφει χαρακτηριστικά.

Καθώς το υποβρύχιο πλησίαζε στην επιφάνεια, ο χειριστής ενεργοποίησε έναν στροβοσκοπικό φάρο, ώστε το σκάφος υποστήριξης να μπορέσει να εντοπίσει το σημείο ανάδυσης.

«Κάθε φορά που αναβόσβηνε ο φάρος, όλα γύρω μας άστραφταν επίσης», θυμάται ο Κόπλεϊ. Τότε κατάλαβε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή έβλεπε μόνο ένα μικρό μέρος της ζωής που τον περιέβαλλε.

«Σκέφτηκα: “Βρισκόμαστε πραγματικά μέσα σε μια σούπα”. Δεν ήταν απλώς νερό· ήταν μια ζωντανή σούπα, γεμάτη οργανισμούς», λέει χαρακτηριστικά.

Οι οργανισμοί που ζουν στη μεσοπελαγική ζώνη διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Αποτελούν βασική τροφή για μεγαλύτερα αρπακτικά είδη, όπως ο τόνος και ο ξιφίας, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη διατροφή του ανθρώπου.

Παράλληλα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι συμβάλλουν και στη λεγόμενη βιοανάμειξη των ωκεανών, δηλαδή στη φυσική ανάδευση του νερού και στη μεταφορά θρεπτικών συστατικών από τα βαθιά προς τα επιφανειακά στρώματα και αντίστροφα.

Ο Τζον Κόπλεϊ επισημαίνει, ωστόσο, ότι πολλοί από αυτούς τους οργανισμούς είναι τόσο μικροί, ώστε ζουν σε έναν εντελώς διαφορετικό «κόσμο» από τον δικό μας.

«Οι άνθρωποι ζούμε σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η αδράνεια. Αν βουτήξουμε σε μια πισίνα, κάνουμε μια απλωτή και συνεχίζουμε να γλιστράμε μέσα στο νερό», εξηγεί.

«Για τους μικροσκοπικούς οργανισμούς, όμως, η φυσική λειτουργεί διαφορετικά. Ζουν σε έναν “ιξώδη κόσμο”. Είναι σαν να κολυμπά κανείς μέσα σε παχύ σιρόπι ή μελάσα: μόλις σταματήσει να κινείται, σταματά αμέσως και η πορεία του». Έτσι ακριβώς, όπως λέει, «αισθάνονται» τον ωκεανό τα μικρότερα πλάσματα της θάλασσας.

Πηγή: BBC

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA