ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Ο νευροεπιστήμονας που εντοπίζει τo «σατανικό» στον ανθρώπινο εγκέφαλο

Ο νευροεπιστήμονας Kent Kiehl συνηθίζει να αναφέρεται στην υπόθεση που τον έκανε γνωστό στα αμερικανικά δικαστήρια: εκείνη του κατά συρροή δολοφόνου Brian Dugan. 

«Ήταν απόλυτα ψυχοπαθής. Ένα τέλειο δείγμα», έχει δηλώσει για τον Ντούγκαν, τον άνθρωπο που βρέθηκε στο επίκεντρο της αμφιλεγόμενης έρευνάς του για τη σχέση εγκεφάλου και βίαιης εγκληματικότητας. 

Το 2009, οι συνήγοροι υπεράσπισης του Ντούγκαν κάλεσαν τον Κιλ να καταθέσει ως ειδικός μάρτυρας, επιχειρώντας να εξηγήσουν μέσω νευροεπιστημονικών δεδομένων τη βίαιη συμπεριφορά του πελάτη τους. 

Εκείνη την περίοδο, δικαστήριο του Σικάγο εξέταζε αν ο Ντούγκαν έπρεπε να καταδικαστεί σε θάνατο για τον βιασμό και τη δολοφονία ενός 10χρονου κοριτσιού. 

Ο κατηγορούμενος είχε ήδη ομολογήσει το έγκλημα από το 1985, ενώ εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης για τον βιασμό και τη δολοφονία δύο ακόμη γυναικών. Αργότερα, εξετάσεις DNA επιβεβαίωσαν την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος. 

Η υπόθεση εξελίχθηκε σε ορόσημο για τη χρήση της νευροεπιστήμης στις δικαστικές αίθουσες των ΗΠΑ, ανοίγοντας μια συζήτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα: μπορεί μια εγκεφαλική σάρωση να χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει  ή ακόμη και να προβλέψει  την εγκληματική συμπεριφορά; 

Σύμφωνα με έναν από τους συνηγόρους του Μπράιαν Ντούγκαν, η υπόθεση ήταν σχεδόν αδύνατο να κερδηθεί. Με τα αποδεικτικά στοιχεία να συντρίβουν κάθε γραμμή υπεράσπισης, οι δικηγόροι του κατηγορούμενου στράφηκαν σε μια ασυνήθιστη λύση: κάλεσαν ως βασικό μάρτυρα τον νευροεπιστήμονα Κεντ Κιλ, γνωστό για τις έρευνές του στους εγκεφάλους κρατουμένων. 

Ο Ντούγκαν δεν επρόκειτο να αθωωθεί. Η μόνη ελπίδα ήταν να αποφύγει τη θανατική ποινή. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι, αν αποδεικνυόταν πως ήταν ψυχοπαθής, τότε η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το ηθικό βάρος των πράξεών του ήταν περιορισμένη. 

Ο Κιλ υπέβαλε τον κατηγορούμενο στην ίδια διαδικασία που είχε εφαρμόσει σε περισσότερους από 1.000 κρατούμενους. Μετά από πολύωρες συνεντεύξεις και αξιολόγηση βάσει ειδικής κλίμακας ψυχοπάθειας, ο Ντούγκαν συγκέντρωσε βαθμολογία που τον κατέτασσε στην ανώτερη κατηγορία ψυχοπαθών. Ακολούθησε λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), με στόχο να εντοπιστούν εγκεφαλικές ανωμαλίες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά του. 

Κατά την εξέταση, ο Ντούγκαν παρακολουθούσε εικόνες σχεδιασμένες να προκαλούν συναισθηματικές αντιδράσεις. Ο Κιλ κατέθεσε στο δικαστήριο ότι η βαθμολογία του ήταν από τις υψηλότερες που είχε συναντήσει ποτέ, υποστηρίζοντας ότι τα χαρακτηριστικά της ψυχοπάθειας ήταν εμφανή ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. 

Η δίκη του 2009 αποτέλεσε σημείο καμπής. Για πρώτη φορά, στοιχεία νευροεπιστήμης χρησιμοποιήθηκαν με τόσο κεντρικό τρόπο σε μια υπόθεση θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τη δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση, οι ένορκοι δεν πείστηκαν και καταδίκασαν τον Ντούγκαν σε θάνατο. Η ποινή μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια, όταν το Ιλινόις ανέστειλε τις εκτελέσεις. 

Η πραγματική επίδραση της υπόθεσης φάνηκε τα επόμενα χρόνια. Οι θεωρίες περί «εγκληματικού εγκεφάλου» άρχισαν να εμφανίζονται όλο και συχνότερα στα αμερικανικά δικαστήρια. Δικηγόροι επικαλούνταν εγκεφαλικές σαρώσεις και νευρολογικά δεδομένα για να υποστηρίξουν ότι οι πελάτες τους είχαν μειωμένη ευθύνη για τις πράξεις τους. 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, τέτοιου είδους επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν σε χιλιάδες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων πολλών δικών για ανθρωποκτονίες και θανατικές ποινές. Στο επίκεντρο αυτής της τάσης βρέθηκε ο Κιλ, ο οποίος εξελίχθηκε στο πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της λεγόμενης «νευροεπιστήμης του εγκλήματος». 

Οι επικριτές του, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του υπερβαίνουν κατά πολύ όσα μπορεί να αποδείξει η επιστήμη. Προειδοποιούν ότι η ιδέα πως η εγκληματικότητα μπορεί να εντοπιστεί στον εγκέφαλο αναβιώνει θεωρίες που έχουν προ πολλού απορριφθεί από την επιστημονική κοινότητα. 

Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ακαδημαϊκό. Σε αρκετές περιπτώσεις, στοιχεία που παρουσιάστηκαν ως επιστημονικές ενδείξεις για τη βίαιη φύση ενός ανθρώπου χρησιμοποιήθηκαν σε υποθέσεις όπου κρινόταν κυριολεκτικά η ζωή ή ο θάνατός του. 

Πηγή The Guardian

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA