ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Πώς ένα ροζ εσώρουχο άλλαξε για πάντα το dress code του Wimbledon

Ήταν μια καλοκαιρινή μέρα του 1962, όταν η Βραζιλιάνα τενίστρια Maria Bueno επέστρεφε στο Wimbledon μετά από τραυματισμό. Η αποκαλούμενη «μπαλαρίνα του τένις» εμφανίστηκε στο Centre Court με ένα λευκό φόρεμα, που φαινόταν να συμμορφώνεται με τον αυστηρό κανόνα του λευκού ενδύματος του τουρνουά.

Όταν όμως ξεκίνησε το σερβίς, αποκαλύφθηκε η λεπτομέρεια: το φόρεμά της είχε ροζ φόδρα, ενώ και το εσώρουχό της ήταν στο ίδιο χρώμα. Όπως αναφέρει η συγγραφέας Sunita Kumar Nair, «προκάλεσε αίσθηση».

Χρόνια αργότερα, η Μπουένο θυμόταν πως «ακούστηκε ένα επιφώνημα έκπληξης από τη μία πλευρά του γηπέδου», καθώς το κοινό στην άλλη πλευρά δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τι είχε συμβεί μέχρι να αλλάξει πλευρά στο σερβίς.

«Αργότερα», είχε δηλώσει, «φόρεσα εσώρουχο που θύμιζε τα χρώματα του συλλόγου (πράσινο και μοβ), κάτι που εξόργισε την επιτροπή του Wimbledon και οδήγησε στην καθιέρωση του κανόνα της αποκλειστικά λευκής ενδυμασίας.»

Η απαίτηση οι αθλητές να φορούν λευκά υπήρχε ήδη από την ίδρυση του All England Lawn Tennis and Croquet Club (AELTC) το 1877, ωστόσο για πολλά χρόνια επρόκειτο κυρίως για άγραφο κανόνα και ζήτημα παράδοσης. Η εμφάνιση της Μπουένο σχεδιασμένη από τον Τεντ Τίνλινγκ φαίνεται ότι αποτέλεσε την αφορμή για την αυστηρή τυποποίηση του κανονισμού. Όπως γράφει η Sunita Kumar Nair, «το Wimbledon αντέδρασε με τον κανόνα του “κυρίως λευκού” το 1962, που υποχρέωνε τους αθλητές να φορούν σχεδόν αποκλειστικά λευκά».

«Απρεπές και ακατάλληλο»

Ποιοι όμως ενοχλήθηκαν τόσο από μια λεπτομέρεια ροζ εσωρούχου; Ο ιστορικός του τένις Ρομπ Λέικ δίνει μια εξήγηση, σημειώνοντας ότι το AELTC, ως μια ιδιαίτερα συντηρητική οργάνωση, θα θεωρούσε τις πιο «εκκεντρικές» λεπτομέρειες του φορέματος «απρεπείς και ακατάλληλες για μια κυρία». Όπως λέει, το Wimbledon δεν ήταν τότε πρόθυμο να ακολουθήσει τις κοινωνικές αλλαγές της δεκαετίας του ’60.

Την ίδια περίοδο και έως τη δεκαετία του 1980 όλα τα μέλη της επιτροπής ήταν άνδρες, εκπρόσωποι του καθιερωμένου κατεστημένου με πολιτικές διασυνδέσεις. «Δεν ήταν διατεθειμένοι να ενθαρρύνουν κοινωνικές αλλαγές που θα μπορούσαν να πλήξουν το κύρος του θεσμού», σημειώνει ο Λέικ.

Σύμφωνα με τον Λέικ, «το AELTC έδειχνε να έχει πιο αυστηρές απόψεις για το πώς πρέπει να παρουσιάζονται οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, ή τουλάχιστον οι γυναίκες φαίνονταν να δέχονται συχνότερα παρατηρήσεις για την εμφάνισή τους».

Το 1967, νέα ενδυματολογική διαμάχη προκάλεσαν τα κοντά φορέματα της Ιταλίδας τενίστριας Λέα Περίκολι, επίσης δημιουργίες του Τεντ Τίνλινγκ. Ο ρόλος του Τίνλινγκ γνωστού ως «ο μάγος του Wimbledon»υπήρξε καθοριστικός στη διαμόρφωση του γυναικείου στυλ στο τένις, καθώς για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα είχε έντονη παρουσία στο άθλημα. Όπως σημειώνεται στο βιβλίο Ace, «από το 1940 έως το 1980, το 75% των γυναικών που αγωνίστηκαν στο Wimbledon φορούσαν δημιουργίες του».

«Ήταν ο πρώτος σχεδιαστής αποκλειστικά για τον αθλητισμό», γράφει η Sunita Kumar Nair.

Το λευκό είχε απόλυτο νόημα ως επιλογή για το Wimbledon. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν καθιερώθηκε η συγκεκριμένη παράδοση, το λευκό ήταν συνδεδεμένο με έντονα κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά. Όπως γράφει η Sunita Kumar Nair, «μόνο οι εύποροι μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να φορούν, να διαθέτουν και να συντηρούν λευκά ρούχα. Οι υπόλοιποι δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε το προσωπικό για να διατηρούν ξεχωριστή αθλητική ενδυμασία».

Για τον ιστορικό του τένις Κρίστοφερ Μπάουερς, η αυξανόμενη εμμονή του Wimbledon με το λευκό ξεκίνησε απλά ως επιλογή χρώματος για το άθλημα και στη συνέχεια μετατράπηκε σε κανόνα, ως τρόπος επιβολής της παράδοσης στο ίδιο το τένις.

«Χυδαιότητα και αμαρτία»

Η εμφάνιση της Μπουένο με ροζ λεπτομέρειες δεν ήταν η πρώτη φορά που γυναίκα τενίστρια στο Wimbledon παραβίασε τον ενδυματολογικό κώδικα, ούτε η πρώτη φορά που αυτό συνέβη με δημιουργία του Τεντ Τίνλινγκ.

Περισσότερο από μια δεκαετία νωρίτερα, το 1949, η Αμερικανίδα τενίστρια Γκάσι Μόραν γνωστή στον Τύπο ως «Gorgeous Gussie» είχε προκαλέσει σάλο με μια ακόμη δημιουργία του Τίνλινγκ.

Όπως γράφει η Sunita Kumar Nair στο Ace, τα «εσώρουχα με δαντέλα της Γκάσι Μόραν» προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, με αξιωματούχους «κοκκινισμένους από αμηχανία» να υποστηρίζουν ότι η σχεδιάστρια είχε τραβήξει την προσοχή στην «σεξουαλική της περιοχή». Αν και τα συγκεκριμένα εσώρουχα δεν παραβίαζαν τότε κάποιον κανονισμό χρώματος, φαίνεται πως θεωρήθηκαν αντίθετα με τα πρότυπα “καλής συμπεριφοράς”. Η επιτροπή έφτασε μάλιστα στο σημείο να την κατηγορήσει ότι έφερε «χυδαιότητα και αμαρτία στο τένις».

Όπως δήλωσε αργότερα ο Τεντ Τίνλινγκ, «ο εντυπωσιασμός ήταν ότι έβλεπες τα (εσώρουχα) περίπου μία φορά κάθε τρία λεπτά… Είχες φωτογράφους, για πρώτη φορά στην ιστορία, ξαπλωμένους στο έδαφος. Όλοι είχαν ξετρελαθεί».

Το πόσο μεγάλο ήταν τότε το ζήτημα είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό από τη σημερινή σκοπιά του 2026. Ωστόσο, όπως σημείωνε κάποτε και οι Times, η Μόραν «έγινε περισσότερο γνωστή όχι για τις αγωνιστικές της ικανότητες, αλλά επειδή σόκαρε τον συντηρητικό κόσμο του Wimbledon το 1949». Ο Τίνλινγκ, ο οποίος από το 1927 λειτουργούσε ως σύνδεσμος των παικτών, στη συνέχεια αποβλήθηκε από το τουρνουά και δεν προσκλήθηκε ξανά για περισσότερα από 30 χρόνια.

Προηγούμενες αντιδράσεις

Ακόμη και πριν από την περίπτωση της Μόραν, οι ενδυματολογικές επιλογές γυναικών τενιστριών είχαν προκαλέσει αντιδράσεις στα γήπεδα του SW19. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1919 η Γαλλίδα τενίστρια Σουζάν Λενγκλέν γνωστή ως La Divine προκάλεσε αίσθηση όταν εγκατέλειψε τα κορσέ, τα φουρό, τις μακριές φούστες και τα μεγάλα καπέλα, επιλέγοντας ένα μοντέρνο φόρεμα του Jean Patou με κοντά μανίκια και μήκος μέχρι τη γάμπα, χωρίς φουρό.

Στη συνέχεια, υπήρξε και η περίπτωση της Ισπανίδας τενίστριας Λίλι ντε Άλβαρες, η οποία το 1931 τόλμησε να εμφανιστεί στο Wimbledon με ένα ζευγάρι παντελονοφούστες (culottes) σχεδιασμένες από την Έλσα Σκιαπαρέλι. Λόγω του όγκου τους, σύμφωνα με μαρτυρίες, μόνο όταν έκανε τα χαρακτηριστικά της άλματα στο κορτ έγινε αντιληπτό ότι δεν επρόκειτο απλώς για φούστα. Πολλοί σχολιαστές συνδέουν τις ενδυματολογικές της επιλογές με τη διαχρονική της δράση υπέρ της ισότητας των γυναικών.

Τότε και τώρα

Όταν το 2014 θεσπίστηκε στο Wimbledon ένας αυστηρός κανονισμός για «σχεδόν αποκλειστικά λευκά» ακόμη και στα εσώρουχα όπως σουτιέν, εσώρουχα, τιράντες, δαντέλες και σόλες δεν άργησαν να υπάρξουν παραβάσεις. Η Σερένα Γουίλιαμς βρέθηκε εκτός κανονισμού λόγω ενός μωβ και ροζ εσωρούχου, ενώ ακόμη και ο Ρότζερ Φέντερερ δέχθηκε παρατήρηση για ένα ζευγάρι παπούτσια Nike με πορτοκαλί σόλα, το οποίο του ζητήθηκε να αλλάξει.

Πηγή: BBC

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA