ΚΟΣΜΟΣ

Οι ερωτικές επιστολές της Ζακλίν Λαμπά στη Φρίντα Κάλο αποκαλύπτουν μια κρυφή πλευρά του σουρεαλισμού

Για πολλές δεκαετίες, η Ζακλίν Λαμπά καταγράφηκε στην ιστορία της τέχνης κυρίως μέσα από τη σχέση της με τον Αντρέ Μπρετόν. Η ταυτότητά της συνδέθηκε περισσότερο με τον ρόλο της ως συζύγου του «πατέρα» του σουρεαλισμού, ως μούσας και ως γυναικείας παρουσίας σε έναν καλλιτεχνικό κύκλο όπου οι άνδρες δημιουργοί είχαν τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση της ιστορικής αφήγησης.

Μια νέα βιογραφία, όμως, επιχειρεί να αλλάξει αυτή την εικόνα και να τοποθετήσει τη Λαμπά στη θέση που της ανήκει: όχι μόνο ως σύντροφο του Μπρετόν, αλλά ως ζωγράφο, σουρεαλίστρια και δημιουργό με προσωπική καλλιτεχνική φωνή. Το βιβλίο Jacqueline Lamba: The Forgotten Surrealist του Salomon Grimberg αποκαλύπτει μια σειρά επιστολών που αποδίδονται στη Λαμπά και απευθύνονται στη Φρίντα Κάλο, φωτίζοντας τη σχέση των δύο γυναικών στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Οι επιστολές εντοπίστηκαν μέσα σε μια συλλογή αλληλογραφίας που μέχρι σήμερα αποδιδόταν απλώς σε «μια Γαλλίδα». Χρονολογούνται από την περίοδο μετά την επιστροφή της Λαμπά και του Μπρετόν στο Παρίσι, όταν είχε προηγηθεί η παραμονή τους στο Μεξικό, κοντά στη Φρίντα Κάλο και τον Ντιέγκο Ριβέρα.Η πιθανότητα μιας ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα στη Λαμπά και την Κάλο δεν ήταν άγνωστη στους μελετητές της εποχής. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι η ύπαρξη ενός πιο προσωπικού τεκμηρίου. Οι επιστολές παρουσιάζονται ως τρυφερές, συναισθηματικές και ερωτικές, ξεπερνώντας τα όρια μιας απλής φιλικής επικοινωνίας.

Πέρα από την πιθανή ερωτική διάσταση, η αλληλογραφία αναδεικνύει και ένα μεγαλύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία της τέχνης συχνά περιθωριοποίησε τις σχέσεις και τις εμπειρίες των γυναικών, αφήνοντάς τες στη σκιά των διάσημων ανδρών δημιουργών με τους οποίους συνδέθηκαν.

Η ζωή της Ζακλίν Λαμπά πέρα από τον μύθο του Μπρετόν

Η Ζακλίν Λαμπά γεννήθηκε το 1910. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της αντιμετώπισε απώλειες, συναισθηματικές αποστάσεις και δυσκολίες να προσαρμοστεί στις οικογενειακές προσδοκίες. Σύμφωνα με τη νέα βιογραφία, οι γονείς της είχαν επιθυμήσει να αποκτήσουν αγόρι και για αρκετά χρόνια τη φώναζαν «Jacquot», χρησιμοποιώντας αρσενικές αντωνυμίες για εκείνη. Όταν ενηλικιώθηκε, η εντυπωσιακή εμφάνισή της λειτούργησε με δύο τρόπους. Από τη μία πλευρά τής άνοιξε πόρτες και τράβηξε την προσοχή ανθρώπων όπως ο Αντρέ Μπρετόν. Από την άλλη, συνέβαλε στο να αντιμετωπιστεί περισσότερο ως εικόνα και λιγότερο ως αυτόνομη καλλιτέχνιδα.

Η γνωριμία της με τον Μπρετόν έγινε το 1934 στο Παρίσι. Τότε η Λαμπά ήταν 24 ετών και εργαζόταν τη νύχτα στο Le Coliseum, όπου κολυμπούσε γυμνή σε μια γυάλινη πισίνα. Εκεί την παρατήρησε ο Μπρετόν. Λίγους μήνες αργότερα παντρεύτηκαν. Η Λαμπά φόρεσε μαύρο νυφικό, ενώ μάρτυρες του γάμου ήταν ο Αλμπέρτο Τζακομέτι και ο Πολ Ελιάρ. Ο Μαν Ρέι ανέλαβε να φωτογραφίσει το ζευγάρι, δημιουργώντας μια εικόνα που ταίριαζε απόλυτα στον σουρεαλιστικό μύθο της εποχής. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον μύθο υπήρχε ελάχιστος χώρος για τη δική της ζωγραφική πορεία.

Η καλλιτεχνική πορεία που έμεινε στη σκιά

Κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Μπρετόν, η Λαμπά συνέχισε να ζωγραφίζει, συμμετείχε στους σουρεαλιστικούς κύκλους και δημιούργησε έργα που σήμερα σώζονται σε περιορισμένο αριθμό. Ο Salomon Grimberg υποστηρίζει ότι ο Μπρετόν δεν ενίσχυσε ουσιαστικά την καλλιτεχνική της δραστηριότητα. Η ίδια η Λαμπά είχε αναφέρει αργότερα ότι εκείνος κατέστρεψε έργα της μετά τον χωρισμό τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια διπλή απουσία από την ιστορία: ελάχιστα διασωζόμενα έργα και μια καλλιτεχνική βιογραφία που για χρόνια διαβαζόταν μέσα από το όνομα και την επιρροή του συζύγου της.

Η συνάντηση με τη Φρίντα Κάλο στο Μεξικό

Το 1938, η Ζακλίν Λαμπά και ο Αντρέ Μπρετόν ταξίδεψαν στο Μεξικό, όπου έμειναν κοντά στη Φρίντα Κάλο και τον Ντιέγκο Ριβέρα. Στο ίδιο περιβάλλον γνώρισαν και τον Λέον Τρότσκι, ο οποίος είχε βρει καταφύγιο στο Μεξικό με τη βοήθεια του Ριβέρα. Η Λαμπά και η Κάλο ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερο δεσμό, καθώς μοιράζονταν κοινές εμπειρίες: και οι δύο βρίσκονταν δίπλα σε άνδρες με τεράστια φήμη, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να αναγνωριστούν ως ανεξάρτητες καλλιτέχνιδες.

Πριν από την επιστροφή της Λαμπά στο Παρίσι, η Φρίντα Κάλο τής χάρισε μια μικρή αυτοπροσωπογραφία. Στο έργο, κορδόνια γύρω από τον λαιμό της Κάλο φαίνεται να την τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η εικόνα ερμηνεύεται στη νέα βιογραφία ως σύμβολο της έντασης του αποχωρισμού τους, αλλά και της ίδιας της ζωής της Κάλο, η οποία παρέμενε δεμένη με τον Ντιέγκο Ριβέρα. Στις επιστολές της προς την Κάλο, η Λαμπά φέρεται να της ζητά να μην την ξεχάσει και να περιμένει απάντησή της με μια ένταση που ξεπερνά μια απλή φιλική σχέση.

Μετά τον Μπρετόν και η επιστροφή της Λαμπά στην τέχνη

Η Λαμπά και ο Μπρετόν χώρισαν το 1944. Την ίδια χρονιά, η πρώτη ατομική της έκθεση στη Νέα Υόρκη έλαβε θετικές κριτικές, όμως ο Μπρετόν δεν την επισκέφθηκε. Αργότερα παντρεύτηκε τον Αμερικανό γλύπτη Ντέιβιντ Χέαρ και παρέμεινε στη Νέα Υόρκη μέχρι το διαζύγιό τους το 1955.

Στη συνέχεια απομακρύνθηκε σταδιακά από την παραδοσιακή σουρεαλιστική αισθητική και στράφηκε στην αφαίρεση. Αναζήτησε μια ζωγραφική πιο φωτεινή και εσωτερική, μακριά από τη βαριά μυθολογία των ανδρών σουρεαλιστών που είχαν κυριαρχήσει στην εποχή της. Η τελευταία της έκθεση πραγματοποιήθηκε το 1967 στο Μουσείο Πικάσο στην Αντίμπ, με τον ίδιο τον Πικάσο να τη βοηθά στην επιλογή των έργων. Η Ζακλίν Λαμπά πέθανε το 1993.

Η αναγνώριση του έργου της συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παράλληλα με μια ευρύτερη προσπάθεια επανεξέτασης της παρουσίας των γυναικών στον σουρεαλισμό. Πολλές από αυτές τις καλλιτέχνιδες είχαν για χρόνια παρουσιαστεί κυρίως ως μούσες, σύντροφοι ή ερωμένες διάσημων ανδρών, αντί ως δημιουργοί με δικό τους έργο. Οι επιστολές της Λαμπά προς τη Φρίντα Κάλο δεν αποτελούν απλώς μια ερωτική αποκάλυψη. Αποτελούν έναν νέο τρόπο ανάγνωσης μιας ολόκληρης εποχής, όπου γυναίκες καλλιτέχνιδες όπως η Λαμπά συχνά έμεναν εκτός κάδρου, ενώ η ιστορία επικεντρωνόταν στα ονόματα του Μπρετόν, του Ριβέρα, του Πικάσο, του Ελιάρ και του Τρότσκι.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA