ΠΡΟΣΩΠΑ

Διονύσης Σούρμπης: «Η όπερα είναι η υψίστη των τεχνών»

Σε μια εποχή όπου οι βεβαιότητες κλονίζονται, το «Falstaff», το κύκνειο άσμα του Giuseppe Verdi, θυμίζει πως το γέλιο είναι ίσως η πιο σοφή απάντηση. Με το «Όλα στον κόσμο είναι μια φάρσα» να αντηχεί πιο επίκαιρο από ποτέ, η φημισμένη κωμική όπερα επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή για έξι παραστάσεις από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 5 Μαρτίου 2026. Το έργο, που βασίζεται στις «Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ» του William Shakespeare, αποτελεί ένα από τα πιο συμπυκνωμένα και ιδιοφυή δημιουργήματα του λυρικού θεάτρου: μια καταιγιστική μουσική κωμωδία όπου ο έρωτας, η ζήλια, η ματαιοδοξία και η ανθρώπινη αφέλεια γίνονται υλικό υψηλής τέχνης.

Η επιτυχημένη σκηνοθεσία του Stephen Langridge, που μεταφέρει τη δράση στην Αγγλία του Μεσοπολέμου, αναβιώνει με την ίδια ζωντάνια και θεατρική ευφυΐα, φωτίζοντας τον κόσμο των αυστηρών κοινωνικών ιεραρχιών και των εύθραυστων ανδρικών εγωισμών. Στο πόντιουμ της Ορχήστρας της ΕΛΣ βρίσκεται ο διακεκριμένος Ιταλός αρχιμουσικός Paolo Carignani, ενώ στον ομώνυμο ρόλο εμφανίζεται ο διεθνής βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος.

Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, ο Διονύσης Σούρμπης ενσαρκώνει τον Φορντ — έναν σύζυγο παγιδευμένο ανάμεσα στην κοινωνική του εικόνα και στον φόβο της προδοσίας. Ο Φορντ είναι ο καθρέφτης της ανθρώπινης ζήλιας, αλλά και ένα πρόσωπο βαθιά κωμικό μέσα στην τραγικότητά του. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο καλλιτέχνης μιλά για τη διαρκή μαθητεία που απαιτεί η όπερα, για τη συνεργασία με σημαντικούς μαέστρους, αλλά και για τη διαχρονική αλήθεια ενός έργου που καταλήγει με την περίφημη φράση: «Tutto nel mondo è burla» — όλα στον κόσμο είναι μια φάρσα.

Θυμάστε την πρώτη φορά που ανεβήκατε στη σκηνή και σκεφτήκατε: «ναι, αυτό θέλω να κάνω μια ζωή»;

Τη θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Όταν ανέβηκα να τραγουδήσω συγκεκριμένα το «Δαχτυλίδι της Μάνας», όπου είχα εκστασιαστεί με το γεγονός ότι μπορούσα να γίνω και να ενσαρκώσω ένα ρόλο, να γίνω διαβιβαστής μιας ιστορίας. Αυτό με είχε συνεπάρει και είπα ναι, αυτό θέλω να κάνω.

Αν μπορούσατε να πείτε κάτι στον νεότερο εαυτό σας, λίγο πριν φύγει για σπουδές στην Ιταλία, ποιο θα ήταν;

Να μην φοβάται.  Όντως φοβόμουν, με είχε κυριεύσει αυτό το συναίσθημα. Σε μια συζήτηση που είχα με τη μητέρα μου, μου είπε «να πας και θα πάνε όλα καλά και στο λέω εγώ». Ξέρεις η ευχή της μάνας, είναι πάντα πολύ δυνατή. Και έτσι και έγινε! Συνέχισε βέβαια να με κυριεύει ο φόβος, αλλά όταν πήγα εκεί και γνώρισα τον μαέστρο μου και ξεκίνησα τα μαθήματά μου, άρχισα και κέρδιζα διαγωνισμούς, εκεί ντεμπουτάρισα και τον Φάλσταφ πριν 19 χρόνια ακριβώς πλάι στην πολύ μεγάλη Μέτσο Σοπράνο και ίσως από τις μεγαλύτερες Κουίκλυ που έχουν περάσει την αείμνηστη Ρετζίνα Ρέσνικ, εκεί είπα ότι όντως εάν κάποιος μου έλεγε όσο ήμουν στην φυλακή του φόβου μου ότι 1,5 χρόνο αφού πας στην Ιταλία θα συμβεί αυτό, θα του έλεγα μου λες ψέματα.

Μετά από τόσα μεγάλα θέατρα και ρόλους, τι είναι αυτό που ακόμα σας αγχώνει πριν βγείτε στη σκηνή;

Είναι αυτό που είπα και προηγουμένως, να γίνω άξιος διαβιβαστής και υπηρέτης της μουσικής και του ρόλου που έχω να υποδυθώ, αλλά και να καταφέρω να φέρω πάνω στη σκηνή το θεατή που έχει έρθει να παρακολουθήσει την όπερα. Τότε μπορώ να πω ότι έχω επιτύχει το στόχο μου.

Μιλήστε μας λίγο για το ρόλο σας …

Υποδύομαι τον Φορντ, έναν άνθρωπο μάλλον ανασφαλή και ζηλότυπο, που ζει άνετα αλλά βασανίζεται από την ιδέα της απιστίας. Στη δική μας εκδοχή της όπερας Falstaff, ανακαλύπτει -εκεί που κάνει κανό στο ποτάμι— από τους ακόλουθους του Φάλσταφ ότι εκείνος σκοπεύει να ξελογιάσει τη γυναίκα του. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει η μεταμόρφωσή του. Στη συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε καουμπόι και παρουσιάζεται στον Φάλσταφ με ένα κάρο γεμάτο δώρα και κρασί – άλλωστε η μεγάλη αδυναμία του Φάλσταφ είναι το ποτό και η σπάταλη ζωή. Προσποιείται ότι είναι ερωτευμένος με την Αλίτσε και του λέει: «Είμαι ερωτευμένος μαζί της, αλλά είναι γυναίκα κάποιου Φορντ», κρύβοντας βέβαια τη δική του ταυτότητα. Και τότε ο Φάλσταφ, ανυποψίαστος, του αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Από εκεί και πέρα, το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται, οδηγώντας την ιστορία στη μεγάλη φάρσα

Ο Φάλσταφ λέει στο τέλος ότι «όλα στον κόσμο είναι μια φάρσα». Εσείς το πιστεύετε ή σας φαίνεται κάπως κουραστικά βολικό;

Αν συναντούσα τον Φάλσταφ, θα του έλεγα πως ναι, συμφωνώ: όλα στον κόσμο μπορεί να είναι μια φάρσα. Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω πως η ζωή είναι και όμορφες στιγμές· πως οφείλουμε να ζούμε και την τρέλα, και τις πιο έντονες στιγμές της δουλειάς μας, της χαράς, της διασκέδασής μας. Ο Φάλσταφ καταλήγει στη φάρσα, γιατί ύστερα από όσα έχει περάσει μέσα σε ένα σχεδόν εικοσιτετράωρο —σε δυο μέρες, τέλος πάντων— και μετά από όλα όσα έχει βιώσει, φτάνοντας προς το τέλος της ζωής του, στο τέλος της ημέρας λέει: «Έζησα μια φάρσα». Άρα, ίσως, και ολόκληρη η ζωή που πέρασε να ήταν μια φάρσα. Κάπως έτσι το αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος.

Αν ο Φάλσταφ ζούσε σήμερα, πού πιστεύετε ότι θα τον συναντούσαμε

θα πω μονολεκτικά παντού, γιατί όλοι είμαστε ένας Φάλσταφ μέσα μας! Άλλο εάν ζούμε με τα πρέπει και μπαίνουμε σε ράγες, από τις οποίες ράγες δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.  Όλοι όμως μέσα μας είμαστε ένας Φάλσταφ. Οπότε θεωρώ ότι ο καθένας μας είναι ένας Φάλσταφ. Γι’ αυτό λέω παντού.

Τι σας διασκεδάζει περισσότερο στον κόσμο του Φάλσταφ: το χιούμορ ή η σκληρότητα που κρύβεται στην καρδιά του;

Εμένα με διασκεδάζει κυρίως η αυτοπεποίθησή του! Είναι σίγουρος ότι τον θέλουν δύο γυναίκες! Όταν εμφανίζομαι στη σκηνή ως Φορντ, μου λέει ότι θα πάει με τη γυναίκα του Φορντ!

Στον Φάλσταφ όλοι γελάνε στο τέλος. Πιστεύετε ότι το γέλιο είναι λύτρωση ή απλώς ανακωχή;

Το γέλιο πιστεύω ότι είναι ζωή. Γιατί το γέλιο κάνει καλό. Έτσι λοιπόν τελειώνει ο Βέρντι την τελευταία του όπερα  με την απίθανη αυτή φούγκα στο τέλος που λέει ότι όλος ο κόσμος είναι ένα ψέμα, είναι ένα αστείο. Και έτσι αποχαιρετά τον κόσμο. Αυτός ο μεγάλος Βέρντι. Και διαλέγει να τον τελειώσει έτσι. Αποχαιρετώντας τον με το γέλιο. Γιατί το γέλιο πιστεύω ότι κάνει καλό και ίσως να λυτρώνει κάποιες φορές. Εάν το γέλιο είναι αληθινό φυσικά, γιατί αν δεν είναι τότε υπάρχει πρόβλημα.

Έχετε ερμηνεύσει από Φίγκαρο μέχρι Ντον Τζοβάννι. Ποιος ρόλος σας έμαθε κάτι για εσάς που δεν γνωρίζατε;

Από κάθε ρόλο – είτε είναι ο Φίγκαρο, είτε ο Τζοβάνι, είτε ο Μαρτσέλο, ο Φορντ ή ο Φάλσταφ-  από οποιονδήποτε ρόλο, και από όσους ακόμη με αξιώσει ο Θεός να ερμηνεύσω, πάντα έχεις κάτι να μάθεις. Και κυρίως, δεν μαθαίνεις μόνο από τον καινούργιο ρόλο που ετοιμάζεσαι να ντεμπουτάρεις, αλλά και από έναν ρόλο που έχεις χιλιοδιαβάσει. Ξανανοίγεις το σπαρτίτο έπειτα από καιρό, βλέπεις τις εκατοντάδες σημειώσεις που έχεις κάνει πάνω στην παρτιτούρα, κι έρχεται ο μαέστρος και σου λέει: “Κοίταξε μήπως το δοκιμάσουμε έτσι”. Και ξαφνικά ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο σε έναν ρόλο που τον έχεις τραγουδήσει δεκάδες φορές. Αυτή είναι η μαγεία αυτής της δουλειάς: ότι ποτέ δεν σταματά να σε διδάσκει, να σε πλάθει, να σε ωριμάζει και να σε εξελίσσει.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που σας ακολουθεί ακόμα, ακόμα κι όταν έχει τελειώσει η παράσταση;

Όχι, δεν υπάρχει κανένας χαρακτήρας, γιατί όταν τελειώνει η παράσταση  ο Διονύσης επανέρχεται, τινάζει τους ώμους του, αλλάζει τα ρουχαλάκια του και πάει σπίτι του . Ο ρόλος που έκανε μένει στο θέατρο και η ενέργεια αυτή εάν η παράσταση συνεχίζεται τον περιμένει για να ξανασυνεχίσει από εκεί που τον άφησε. Η προσωπική μου ζωή δεν συσχετίζεται, δεν αναμειγνύεται και δεν ανακατεύεται με τους ρόλους που υποδύομαι.

Πώς κρατά κανείς ζωντανό το κωμικό στοιχείο χωρίς να γίνει καρικατούρα – ειδικά στον Βέρντι;

Πιστεύω σ’ αυτά που ήδη έχει γράψει ο ίδιος ως σκηνικές οδηγίες. Τα έχει γράψει όλα μέσα: θα πας εκεί, θα πάρεις αυτό, θα κάνεις το άλλο, είναι όλα γραμμένα από τον ίδιο μέσα με αναλυτικές πληροφορίες. Οπότε εάν δεν ξεπεράσεις αυτή τη γραμμή  και είσαι μέσα σε αυτό το επιτρεπτό όριο πιστεύω ότι το στοιχείο είτε το κωμικό είτε το τραγικό, γιατί και το τραγικό μπορεί να γίνει κωμικό αυτό είναι ακόμα πιο εύκολο, δεν θα έχεις πρόβλημα.

Στη σκηνοθεσία του Στίβεν Λάνγκριτζ, η ιστορία μεταφέρεται στην Αγγλία του ’30. Τι αλλάζει για έναν τραγουδιστή όταν αλλάζει τόσο έντονα το πλαίσιο;

Ίσως αλλάζει κίνηση. Για εμάς ευτυχώς, είναι όλα γραμμένα με συγκεκριμένο τρόπο από όλους αυτούς τους αείμνηστους μεγάλους συνθέτες τους οποίους κανένας μα κανένας σκηνοθέτης  ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει, και το λέω με πολύ σεβασμό και πολλή αγάπη. Οπότε για τον τραγουδιστή αλλάζει μόνο η κινησιολογία το πώς θα συμπεριφερθεί με τη γλώσσα του σώματος γιατί κάθε εποχή μπορεί να είχε τα δικά της, τις δικές της συμπεριφορές, τις δικές της εξελίξεις κλπ, αλλά το πλαίσιο πάντα θα είναι η μουσική.

Τι σας γοητεύει περισσότερο στη συνεργασία με έναν μαέστρο όπως ο Πάολο Καρινιάνι;

Γοητεύομαι πάντα όταν συναντώ για πρώτη φορά έναν μαέστρο με τον οποίο δεν έχω ξανασυνεργαστεί. Με γοητεύει το γεγονός ότι είναι Ιταλός — έχω ζήσει τόσα χρόνια στην Ιταλία, οπότε η σχέση μου με την ιταλική κουλτούρα είναι στενή. Και, φυσικά, με γοητεύει το ότι συνεργάζομαι με ένα τόσο σημαντικό όνομα όπως ο Daniele Carignani. Όλοι οι μαέστροι έχουν κάτι να σου δώσουν — πόσο μάλλον ένας καλλιτέχνης αυτού του βεληνεκούς. Πάντα έχεις να μάθεις. Όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή και δέχεσαι μια παρατήρηση, έχεις τις κεραίες σου ανοιχτές προς όφελός σου, γιατί αυτή η γνώση γίνεται δικό σου εφόδιο. Αν αξιωθείς να ξαναερμηνεύσεις τον ίδιο ρόλο, η πληροφορία αυτή θα είναι ήδη μέσα σου. Όταν είχα ντεμπουτάρει τον Φορντ στον “Φάλσταφ”, ο Roberto de Candia —ένας από τους σπουδαιότερους Φάλσταφ διεθνώς— μου έδινε συμβουλές για το πώς να προσεγγίσω τον ρόλο. Και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, τις θυμάμαι ακόμη. Έτσι συμβαίνει και με τις συμβουλές ενός μαέστρου: μένουν μαζί σου — όταν, βέβαια, είναι ουσιαστικές και λειτουργούν δημιουργικά για σένα.

Υπάρχει στιγμή στην όπερα που νιώθετε ότι ο Βέρντι «σας κλείνει το μάτι»;

Πολύ ωραία ερώτηση! Ναι, στην άρια του Φόρντ. Καθότι ο Βέρντι ήταν βαρύτονος πάντα στις όπερές του έχει φροντίσει ιδιαίτερα τον βαρύτονο με τις άριές του και εδώ στον Φάλσταφ γράφει αυτή την υπέροχη άρια. Είναι όνειρο ή αλήθεια αυτό που ζω, λέει στην άρια, μια πάρα πολύ δύσκολη φωνητικά και ρυθμικά άρια, που εκεί είναι σαν να βλέπεις τον Βέρντι  απέναντι και να σου λέει: Είδες τι έγραψα εγώ για σένα; Είδες πόσο σε έχω περιποιηθεί; Μπορεί να μην έχεις όσα έχει ο Φάλσταφ, αλλά σας τα έχω γράψει όλα σε τέσσερις σελίδες;  Τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό!

Με τόση καταιγιστική μουσική και ρυθμό, πώς βρίσκετε χώρο για ανάσα – σωματικά και ψυχικά;

Εδώ έρχεται η μελέτη, η δουλειά που έχεις κάνει σε ένα ρόλο, γιατί θέλει πάρα πολλή δουλειά. Θέλει πάρα πολλή δουλειά ο κάθε ρόλος, ώστε να γίνει δεύτερη φύση. Και εκεί έρχεται να δέσει η φύση με την τεχνική και να προέχει η τεχνική της φύσης κάποιες φορές, ούτως ώστε να σου επιτρέπει να αντέχεις σε κάποιες στιγμές που είναι πολύ πιο απαιτητικές. Εκεί πιστεύω ότι βρίσκεται ο χώρος για ανάσα και σωματικά και ψυχικά. Εγώ το αποδίδω μόνο στη δουλειά και στην επανάληψη, γιατί η επανάληψη είναι μήτηρ μαθήσεως.

Η όπερα συχνά θεωρείται «βαριά» τέχνη. Εσείς πώς απαντάτε σε κάποιον που λέει ότι δεν είναι για εκείνον;

Οι όπερες, όταν γράφτηκαν, δημιουργήθηκαν σε εποχές όπου αποτελούσαν πρωτίστως είδος διασκέδασης. Συχνά το ξεχνάμε αυτό. Στα θέατρα της εποχής του Wolfgang Amadeus Mozart -και ακόμη νωρίτερα- το κοινό έμπαινε στις αίθουσες όπου υπήρχαν τραπέζια· οι άνθρωποι έτρωγαν, έπιναν, συζητούσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης, φώναζαν ο ένας στον άλλον. Η όπερα ήταν ζωντανή κοινωνική εμπειρία, τρόπος ψυχαγωγίας. Και στην ουσία της είναι βγαλμένη από την ίδια τη ζωή. Γιατί τι πραγματεύεται; Την αγάπη, τον έρωτα, τη ζήλια. Τον φόβο της απιστίας, την επιθυμία, την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ο Φάλσταφ θέλει την Αλίτσε, αλλά και τη Μεγκ· ο Φορντ φοβάται μήπως του κλέψουν τη γυναίκα. Αυτά δεν συμβαίνουν και σήμερα; Γι’ αυτό, όποτε με ρωτούν, απαντώ πως η όπερα είναι μέρος της καθημερινότητάς μας. Απλώς έχει περιβληθεί με έναν μύθο αποστασιοποίησης. Κάποιοι νομίζουν ότι πρέπει να φορέσουν φράκο για να πάνε στην όπερα. Δεν χρειάζεται κανένα φράκο. Χρειάζεται μόνο να πας με ανοιχτή ψυχή, έτοιμος να δεχτείς μια από τις ύψιστες μορφές τέχνης.

Υπάρχει κάτι στη φωνή που δεν μαθαίνεται ποτέ, μόνο βιώνεται;

Η φωνή μόνο βιώνεται. Δεν είναι κάτι που το μαθαίνεις, είναι ένα όργανο που ας πούμε το κατακτάς, και λέω ας πούμε γιατί είναι ένα όργανο που δεν είναι χειροπιαστό, δεν το βλέπεις, δεν το αγγίζεις, μόνο το αισθάνεσαι. Και εκεί είναι και η ομορφιά του, αλλά και η πολύ μεγάλη δυσκολία του. Και πολύ περισσότερο που το κουβαλάς μέσα σου και επειδή αποκτάς και μία οικειότητα μαζί του, η φωνή το διαισθάνεται και εσύ διαισθάνεσαι τη φωνή σου, όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά, γιατί γίνεται ο δεύτερός ο εαυτός.

Τι σας κρατά ακόμα ερωτευμένο με την όπερα;

Όπως είπα και πριν, η όπερα είναι η υψίστη των τεχνών. Ο έρωτας είναι στην μουσική, στην ίδια τη μουσική, όπου μέσα από αυτή γίνεσαι υπηρέτης της και προσπαθείς να αγγίξεις όσο το δυνατόν αυτό που έχει γραφτεί και να μεταδώσεις συναισθήματα. Αυτή η μετάδοση των συναισθημάτων όταν γίνεται πραγματικότητα είναι έρωτας. Και αυτό με κρατά ερωτευμένο με αυτή τη δουλειά. Και αυτό νομίζω ότι θα με κρατήσει μέχρι τέλους.

Μετά το χειροκρότημα, όταν πέφτουν τα φώτα, τι είναι αυτό που σας μένει τελικά από μια παράσταση;

Φυσικά η ικανοποίηση που λαμβάνεις από τον κόσμο και το αν έχεις πάει εσύ ο ίδιος καλά. Λίγο πολύ όλοι μας ξέρουμε χωρίς να περιμένουμε την επιβεβαίωση κανένας πώς έχουμε τραγουδήσει, πώς έχουμε παίξει.  Γιατί μετά από τόσα χρόνια δεν περιμένουμε. Δεν περιμένω να μου πει κάποιος αν τα πήγα καλά ή όχι. Ξέρω τι κάνω. Αλλά πρώτα και πάνω από όλα θέλω να είναι ευχαριστημένος ο κόσμος γιατί εκείνος έρχεται να περάσει καλά με αυτό που εμείς μέσα από την υπηρεσία μας,  γιατί αυτό υπηρετούμε, θα καταφέρουμε να του δώσουμε. Θα τον καταφέρουμε να γελάσει, θα τον καταφέρουμε να συγκινηθεί, θα τον καταφέρουμε συναισθηματικά να προβληματιστεί. Αυτός είναι ο σκοπός.

Η όπερα Φάλσταφ του ανεβαίνει στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις  15, 18, 21, 26 Φεβ 2026/ 01, 05 Μαρ 2026. Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ 

Δημήτρης Πάντσος

Share
Published by
Δημήτρης Πάντσος