Η Αυστραλία που ζωγραφίζει σύνορα, όρια, ακτές και αθρωπογραφία στη Στέγη, δεν είναι η ήπειρος των ταξιδιωτικών οδηγών ή των καρτ ποστάλ. Είναι μια άλλη εκδοχή, πιο κινηματογραφική, φτιαγμένη από εικόνες, ιστορικές αφηγήσεις, μουσική, πρόσωπα και ιστορίες που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια και άρχισαν να αποκτούν δική τους ανεξάρτητη ζωή. Ένας τόπος όπου η βία συνυπάρχει με το μυστήριο, η καθημερινότητα με κάτι σχεδόν ονειρικό και οι καθημερινοί άνθρωποι μοιάζουν σαν να κινούνται λίγο έξω από τον κανονικό ρυθμό των πραγμάτων.
Αυτή η «πολυπλοκότητα» βρίσκεται στο κέντρο του «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία», του τριήμερου takeover που παρουσιάζει στη Στέγη ο πολυπράγμων Αλέξανδρος Βούλγαρης (δοξασμένος και ως The Boy) και περιλαμβάνει προβολές, συναυλία, έκθεση και τη νέα του ταινία «Μαραλίνγκα Μανινγκρίντα Μανταμαρού» -που αν μη τι άλλο σκίζει από τίτλο. Ένα project που δεν λειτουργεί σαν μια προσπάθεια χαρτογράφησης μιας χώρας, αλλά περισσότερο σαν καταγραφή μιας προσωπικής διαδρομής και μιας εμμονής που συνεχίζει να μεταμορφώνεται.
Το ενδιαφέρον με τη δουλειά του The Boy είναι ότι, όσο μακριά κι αν φαίνεται να ταξιδεύει, επιστρέφει συχνά σε κάτι πολύ οικείο. Και γι αυτόν και για μας. Γιατί πίσω από τις ερήμους, τα φαντάσματα, τα drive-ins και τις κινηματογραφικές αναφορές υπάρχει πάντα ένας τρόπος να μιλήσει για το εδώ , για σχέσεις ανθρώπων, την ύπαρξη, τις μνήμες, και φυσικά μια αίσθηση διαρκούς μετατόπισης.
Με αφορμή αυτό το ιδιαίτερο takeover στη Στέγη (δες εδώ όλες τις λεπτομέρειες), μιλήσαμε μαζί του για την Αυστραλία, τις εμμονές, τη βία, την ελληνικότητα και τις εικόνες που επιμένουν να μένουν μαζί σου πολύ μετά το τέλος της ταινίας.
Αν κάποιος συναντούσε για πρώτη φορά έργο σου μέσα από αυτό το τριήμερο στη Στέγη, ποια θα ήθελες να είναι η τελευταία εικόνα ή το τελευταίο συναίσθημα που θα κουβαλήσει φεύγοντας; Θα ήθελα να έβλεπε την καινούργια μας ταινία “Μαραλίνγκα Μανινγκρίντα Μανταμαρού” που την αγαπάω πολύ. Θα ήθελα να έχει καταλάβει διαφορετικά πράγματα από αυτά που είχα εγώ στο μυαλό μου όταν την έφτιαχνα, να έχει βρει δικές του εξηγήσεις σε ένα τελικά δικό του σενάριο.
Το «Μαραλίνγκα Μανινγκρίντα Μανταμαρού» ακούγεται σαν ξόρκι ή σαν χαμένη διάλεκτος. Από που ξεκίνησε η διαδρομή του τίτλου; Είναι τρεις περιοχές στην Αυστραλία. Προκύπτει από το κείμενο του σεναρίου το οποίο περνάει από διάφορες περιόδους της αυστραλιανής ιστορίας, ακουμπώντας θέματα που σχετίζονται είτε με την τέχνη τους ειτε με πολιτικοκοινωνικά ζητήματα.
Η δουλειά σου συχνά μοιάζει σαν να κινείται έξω από την ελληνική πραγματικότητα, κι όμως επιστρέφει σε κάτι βαθιά ελληνικό. Το νοιώθεις κι εσύ αυτό το παράδοξο; Το τι σημαίνει βαθιά ελληνικό είναι κάτι που διαρκώς εξελίσσεται και αλλάζει. Ένας δίσκος με αγγλικούς ή αλβανικούς ή ρουμάνικους στίχους στην Ελλάδα μπορεί να είναι βαθιά ελληνικός. Η ελληνικότητα σαν έννοια δεν μπορεί να είναι ένα σταθερό πράγμα απ’ την στιγμή που η κοινωνία και η ταχύτητα με την οποία αφομοιώνουμε τον κόσμο διαρκώς μεταβάλλεται. Όσον αφορά την δική μου δουλειά πιστεύω ότι πάντα μιλάει για το εδώ ακόμα και ίσως ειδικά όταν φαίνεται ότι το αποστρέφεται και το απορρίπτει.
Η «Αυστραλία» που χτίζεις μοιάζει σαν ένας τόπος όπου πάνε όλες οι εικόνες που δεν χωράνε πια στην πραγματικότητα. Πότε κατάλαβες ότι αυτός ο φανταστικός τόπος έγινε πιο αληθινός από την ίδια την Αθήνα; Δεν έχω στο μυαλό μου την Αυστραλία σαν έναν φανταστικό τόπο ή σαν μια διαφυγή. Με ενδιαφέρει για αυτό που είναι σαν μια πραγματική χώρα, με την ιστορία και τα χαρακτηριστικά και τα σκοτάδια της.
Η Αθήνα υπάρχει ακόμη μέσα στη φαντασία σου ή έχει αντικατασταθεί πλήρως από εσωτερικά τοπία, drive-ins και έρημους; Αυτές τις μέρες που ολοκληρώνουμε τις εργασίες για την Αυστραλία είμαι κυρίως εκεί άλλα γενικά η Αθήνα είναι πάντα η καθημερινότητα μου και το βασικό πεδίο που με ενδιαφέρει είτε είμαστε στα καλά μας είτε δεν θέλω να τη δω μπροστά μου.
Έχεις πει ότι η Αυστραλία σου είναι «υπερβίαιη, ελεύθερη και ανεξήγητα γνώριμη». Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι τελικά μιλάς για την Ελλάδα χωρίς να την κατονομάζεις; Δεν το έχω σκεφτεί έτσι. Σίγουρα ότι διαβάζουμε και βλέπουμε, ακόμα και αν αφορά μια μακρινή χώρα πάντα το κάνουμε προβολή στην δική μας καθημερινότητα. Εκτός αυτού όμως δεν νιώθω μέσα μου κάποια άλλη σύνδεση.
Αν το αυστραλιανό New Wave ήταν άνθρωπος, πώς θα ήταν; Και από που γεννιέται η συγγένεια που αισθάνεσαι με τους δημιουργούς του ozploitation σινεμά των ’70s και ’80s; Θα είχε την μορφή του Jack Thompson που είναι ίσως ο πιο σημαντικός ηθοποιός των αυστραλιανών 70ς και 80ς. Η συγγένεια που μπορεί να νιώθω είναι κάτι αρκετά σύνθετο για να το βάλω σε κουτάκια και λίγες λέξεις. Έχει να κάνει σίγουρα με το πως αντιλαμβάνονται και εικονογραφούν την φύση, με το ότι το μυστήριο υπάρχει στην καθημερινότητα τους, με το πως εξηγούν τη βία.
Το project αυτό μοιάζει με ένα τεράστιο mixtape, ταινίες, ήχοι, αναμνήσεις, φαντάσματα, posters, πρόσωπα. Βλέπεις τα έργα σου ως προσωπικά αρχεία επιβίωσης; Είναι περισσότερο ένα σημείο που συναντήθηκα με δημιουργούς που αγαπάω και είναι συνεργάτες μου εδώ και χρόνια. Τους μετέφερα τις σημειώσεις μου, προσπάθησα να τος αρρωστήσω με την δική μου Αυστραλία και το τι θα ήθελα να είναι αυτές οι τρεις μέρες. Μετά ο καθένας έκανε την δική του έρευνα και ήρθε πίσω με το δικό του κομμάτι το οποίο δουλέψαμε στο πως θα ενσωματωθεί στο γενικότερο σύνολο.
Δεν φοβήθηκες ποτέ την υπερβολή, το μελόδραμα ή το camp. Πιστεύεις ότι στην Ελλάδα υπάρχει ακόμη φόβος απέναντι στο συναίσθημα; Τι σημαίνει για σένα να αγαπάς πραγματικά κάτι “δευτεροκλασάτο” ή cult; Δεν ξέρω αν υπάρχει φόβος απέναντι στο συναίσθημα, ξέρω όμως ότι συνήθως προτιμώ έναν δημιουργό σαν τον Κεν Ράσελ από κάποιον “μετρημένο” και αυστηρό. Τα έργα που εγώ αγαπάω δεν τα χωρίζω μέσα μου σε υψηλή τέχνη, b movies, cult κλπ. Μπορώ να καταλάβω τον διαχωρισμό έτσι όπως τον κάνουν οι κριτικοί κινηματογράφου, ενίοτε το κοινό και παλιότερα τα ράφια των βιντεοκλάμπ άλλα προσωπικά κάθε έργο που θα με μετατοπίσει την ίδια στιγμή αποκτάει μια αξία για μένα.
Στο σύμπαν σου οι χαρακτήρες μοιάζουν πάντα λίγο χαμένοι, λίγο υπνωτισμένοι, σαν να περπατούν μέσα σε όνειρο ή hangover. Είναι κάτι βαθιά υπαρξιακό αυτό; Νομίζω ότι κάθε σκηνοθέτης βλέπει και ακούει διαφορετικά τους ανθρώπους γύρω του. Αλλιώς ακούει ο Οικονομίδης τον άνθρωπο. Αλλιώς τον άκουγε ο Κατσουρίδης. Αλλιώς ο Νικολαϊδης. Πολλές φορές τον ίδιο άνθρωπο μπορεί και στον ίδιο χώρο και την ίδια στιγμή. Εγώ έτσι ακούω και έτσι νιώθω τους ανθρώπους. Δεν προσπαθώ να τους κάνω να φαίνονται περίεργοι ή υπνωτισμένοι. Περιγράφω αυτό που βλέπω στους ανθρώπους για τους οποίους με ενδιαφέρει να μιλήσω για αυτούς. Ή τουλάχιστον αυτό που βλέπω μέσα τους, τον εσωτερικό τους ρυθμό, τα δικά τους.
Όταν λες “Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία”, ακούγεται σχεδόν σαν δήλωση για όλες τις ζωές που δεν ζήσαμε. Το βλέπεις έτσι; Μπορεί κάποιος να το δει και έτσι. Για μένα είναι κυριολεκτικό και με κάποιο τρόπο δηλώνει απ’ την αρχή ότι αυτό που θα δείτε-ακούσετε δεν είναι το πορτρέτο μίας χώρας άλλα η καραμπόλα της με έναν άνθρωπο.
Η μουσική της Δεσποινίς Τρίχρωμη φαίνεται να λειτουργεί σαν “νευρικό σύστημα” όλου του εγχειρήματος. Πώς δουλεύετε μαζί και τι είναι αυτό που φέρνει στη δική σου μυθολογία; Όντως η λειτουργία της μουσικής που έχει γράψει η Τρίχρωμη για την Αυστραλία είναι ακριβώς αυτή. Δουλεύουμε πολύ ελεύθερα πάντα. Κάτι θα συζητήσουμε άλλα ο καθένας θα κάνει μετά του κεφαλιού του όπως είναι για μένα το σωστό.
Στις ταινίες και στη μουσική σου επιστρέφουν συχνά γυναικείες φιγούρες που μοιάζουν σχεδόν “φαντασματικές”. Τι σε ενδιαφέρει σε αυτούς τους χαρακτήρες; Οι γυναικείοι χαρακτήρες και οι γυναικείες φωνές υπάρχουν έντονα στην μουσική και στις ταινίες μου. Μπορώ να σκεφτώ διάφορες εξηγήσεις άλλα κυρίως έχει να κάνει με ποιους ανθρώπους θέλω να δουλέψω.
Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy)
Το immersive στοιχείο αυτού του takeover δίνει την αίσθηση ότι ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά “παγιδεύεται” μέσα στο έργο. Θέλεις ο θεατής να χάνει λίγο τον προσανατολισμό του; Είχα διαβάσει ένα comment κάποτε σε ένα ποστ που κάποιος έλεγε ότι μετράει την αξία μιας ταινίας από το πόσο αποπροσανατολισμένος νιώθει βγαίνοντας απ’ την αίθουσα. Το θέμα είναι αν αυτό είναι κάτι που το απολαμβάνει ο κάθε θεατής. Για εμένα δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο απ’ το να χάνομαι σε ένα έργο, πολλές φορές να μην καταλαβαίνω τι βλέπω.
Τι αντιπροσωπεύει τελικά αυτή η “Αυστραλία” για σένα; Δεν ξέρω ακόμα. Προς το παρόν μου αρέσει πολύ να διαβάζω για αυτή, να χάνομαι στην ιστορία και στις καλλιτεχνικές αφηγήσεις της. Γενικά αποφεύγω να μου θέτω ερωτήματα. Οπότε απλά ακολουθώ αυτό που θέλω να κάνω. Δουλεύω και προκύπτουν κάποια έργα. Και προχωράω μετά σε κάτι άλλο ή σε κάτι που μπορεί να φαίνεται και ακριβώς ίδιο με το προηγούμενο άλλα για μένα θα είναι κάτι άλλο.