«Έχω να ξεμπερδέψω την άγκυρα και θα βουτάω ολημερίς», μου είπε ο Θοδωρής Τσιμπίδης σε ένα από τα τηλεφωνήματά μας. Τον πιο πολύ καιρό τον περνάει «μέσα», που σημαίνει στη θάλασσα, οπότε μου πήρε χρόνο να τον πετύχω αγκυροβολημένο στη στεριά: Στις βόρειες ακτές της Σάμου δηλαδή όπου έχει στηθεί η ερευνητική βάση του Ινστιτούτου. «Δεν γίνεται να μιλάς για την προστασία του περιβάλλοντος, του Αιγαίου και της Μεσογείου και να κατοικοεδρεύεις στην Αθήνα», πρόσθεσε. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι η ιστορία του Αρχιπελάγους – Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας ξεκίνησε το 1998, στη σκιά της Ακρόπολης, στην οδό Κόδρου, στην Πλάκα. (Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το Αρχιπέλαγος περιγράφεται ως μη κερδοσκοπική, μη κυβερνητική οργάνωση που «δρα με έμφαση στις ελληνικές θάλασσες και τα νησιά, μέσα από έναν συνδυασμό εφαρμοσμένης επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, δράσεων προστασίας και ενεργού συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών»).
Ζεσταίνω την κουβέντα δίνοντας στον συνομιλητή μου τα δικά μου διαπιστευτήρια. «Έχω ρίζες από την Ικαρία και βρίσκομαι εκεί κάθε καλοκαίρι.» Η χαρακτηριστική ικαριώτικη λαλιά του με ξαφνιάζει, όταν μαθαίνω ότι έφυγε από το νησί μόλις στα δεκατρία του χρόνια για τη μεγαλούπολη, όπου αναγκάστηκε να σταθεί μόνος στα πόδια του. Πώς γίνεται, λοιπόν, να μη μιλά «πρωτευουσιάνικα»; «Η λαλιά δεν είναι μόνο προφορά, είναι και τρόπος σκέψης. Τα ριζώματα είναι πολύ βαθιά και όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασα ποτέ ότι στον τόπο σου πρέπει πάντα να βρίσκεις αφορμές να επιστρέφεις. Στην εποχή μας, δυστυχώς, έχουμε μάθει να βλέπουμε τα πάντα επιφανειακά».
Πριν τη συνομιλία μας και με αφορμή την πλοήγησή μου στην ιστοσελίδα του «Αρχιπελάγους» τον ρωτώ για την ομάδα των νέων κυρίως επιστημόνων και φοιτητών. Τους παινεύει έναν-έναν: «Η Beatriz από την Ισπανία, η Keira από τον Καναδά, η Emma από τη Νέα Ζηλανδία, η Silvia από την Ιταλία, ο Νικόλας από τη Βόρεια Ελλάδα και πάρα πολλοί ακόμη. Αν και νέοι επιστήμονες, είναι περιζήτητοι από μεγάλα διεθνή πανεπιστήμια. Ωστόσο, επιλέγουν να παραμένουν για χρόνια στο Αιγαίο, παράγοντας σπουδαίο ερευνητικό έργο και αποτελώντας τον βασικό πυρήνα του επιστημονικού μας δυναμικού. Οι ίδιοι αποτελούν και την κινητήρια δύναμη του Διεθνούς Σχολείου της Θάλασσας (International School of the Sea), της πιο απαιτητικής, επίμονης αλλά και σημαντικής δράσης του Αρχιπελάγους. Μέσα από αυτήν έχουν εκπαιδευτεί, πραγματοποιήσει προπτυχιακή και μεταπτυχιακή έρευνα, διδακτορικές σπουδές και εξειδικευμένη επιστημονική κατάρτιση σχεδόν 30.000 νέοι επιστήμονες από περισσότερες από 43 χώρες.
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, έχει δημιουργηθεί μια «σπορά» ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους του πλανήτη. Άνθρωποι που γνωρίζουν το Αρχιπέλαγος εκ των έσω, μοιράζονται τις ίδιες αξίες και στόχους και αποτελούν ένα διεθνές δίκτυο συνεργασίας και αναφοράς. Γιατί πιστεύουμε ότι τα προβλήματα του περιβάλλοντος είναι παγκόσμια· το ίδιο πρέπει να είναι και οι λύσεις τους».
Ο ίδιος ήξερε από μικρός τι θα γίνει όταν μεγαλώσει: «Ναυτικός! Αυτό και τίποτε άλλο». Η θάλασσα έγινε μαγνήτης κι αυτός σαν από σίδερο κόλλησε πάνω της. Στα καράβια στην αρχή μετά σε ιστιοφόρα σαν συνέταιρος σε μία εταιρία με νορβηγικά σκάφη φιλικά στο περιβάλλον.
«Ακόμη προσπαθώ να κατανοήσω πώς η γενιά των παππούδων μας κατάφερνε να διαπλέει το Αιγαίο με βαριά ξύλινα σκάφη, χωρίς μηχανές και με μουσαμάδες για πανιά, μεταφέροντας το βιος και τα εμπορεύματά της από νησί σε νησί. Ενδεικτικό για το πόσο διαφορετικά αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον κόσμο, αρκεί ένα απλό παράδειγμα. Τότε όταν φυσούσε δυνατός άνεμος, έλεγαν ότι «φτιάχνει ο καιρός», γιατί ο άνεμος ήταν η δωρεάν κινητήρια δύναμη που τους επέτρεπε να ταξιδεύουν. Κι εμείς σήμερα μπαίνουμε σε ένα λιμάνι με τόσα τεχνικά και ηλεκτρονικά μέσα και παρόλα αυτά δυσκολευόμαστε να κάνουμε μία πρόσδεση. Δεν έχουμε τη ναυτοσύνη των παλιών». Και μετά από μια παύση: «Η ναυτοσύνη έκανε τη θάλασσα δρόμο, γέφυρα των ανθρώπων. Μέσω αυτής πέρασαν πολιτισμοί, κουλτούρες, προϊόντα. Το Αιγαίο αντάλλασσε πολιτισμό και τώρα ανταλλάσσει σκουπίδια από τις υπαίθριες χωματερές των δύο πλευρών του Αιγαίου. Δικά μας σκουπίδια».
Στην ιστοσελίδα της Guardian μία μέρα πριν τη συνομιλία μας, που έγινε στην καρδιά του Ιουλίου (2026), οι αναγνώστες της εκθείαζαν τις ελληνικές θάλασσες μιλώντας για τα πιο καθαρά νερά. Είναι όμως έτσι;
«Η ακτογραμμή δέχεται μεγάλη πίεση: πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι μετακινούνται μαζικά λόγω τουρισμού μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η καθημερινότητά μας, με τον τρόπο που ζούμε σήμερα, απαιτεί τεράστιες ποσότητες ενέργειας και δημιουργεί ένα εξίσου μεγάλο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ωστόσο, στα περισσότερα νησιά και τις παράκτιες πόλεις, ούτε οι βασικές υποδομές, που θα μπορούσαν να περιορίσουν αυτό το αποτύπωμα, λειτουργούν αποτελεσματικά».
Με τις μονάδες βιολογικού καθαρισμού τι γίνεται; «Παρόλο που στις περισσότερες περιοχές έχουν κατασκευαστεί, με χρήματα των φορολογουμένων, πανάκριβες και σύγχρονες μονάδες βιολογικού καθαρισμού, με δυνατότητα να διαχειριστούν τις μεγάλες ποσότητες λυμάτων που παράγονται, στην πλειονότητά τους είτε δεν λειτουργούν ή υπολειτουργούν. Η απαξίωση αυτών των υποδομών και η σταδιακή καταστροφή τους, καθώς φθείρονται όσο παραμένουν ανενεργές, αποτελεί άλλο ένα μεγάλο περιβαλλοντικό αλλά και οικονομικό σκάνδαλο. Αποτέλεσμα είναι ότι στη θάλασσα καταλήγουν καθημερινά χιλιάδες τόνοι ανεπεξέργαστων λυμάτων και τοξικών χημικών ουσιών. Η ρύπανση αυτή είναι αόρατη στα μάτια μας, όμως οι συνέπειές της είναι καταστροφικές. Δεκάδες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι ο γόνος εκατοντάδων παράκτιων θαλάσσιων ειδών δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε αυτή την αόρατη τοξική «σούπα».
Όλοι μας συμβάλλουμε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε αυτό το βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα, τόσο με τις πράξεις μας όσο και με την ανοχή μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί αναρωτιούνται γιατί εξαφανίστηκε η Πίννα από τη Μεσόγειο ή γιατί οι αχινοί έχουν εκλείψει από πολλές παράκτιες περιοχές. Για αναρίθμητα άλλα είδη που επίσης εξαφανίζονται, όμως, δεν αναρωτιόμαστε ποτέ, απλώς επειδή δεν τα γνωρίζουμε ή επειδή δεν αποτελούν είδη που καταναλώνουμε. Πολύ πιο σπάνια όμως αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο δικός μας ρόλος σε αυτή την υποβάθμιση. Εξίσου ενδεικτικό είναι ότι οι περισσότερες διαμαρτυρίες που δεχόμαστε από πολίτες για τα λύματα που καταλήγουν στη θάλασσα γίνονται μόνο όταν η ρύπανση γίνει ορατή στις παραλίες το καλοκαίρι. Τον υπόλοιπο χρόνο δεν αναρωτιέται κανείς τι συμβαίνει στις θάλασσες».
Οι πισίνες στα νησιά; Κι αυτές δεν παίζουν το δικό τους ρόλο στην επιβάρυνση των παράκτιων νερών; «Καταρχάς, μου φαίνεται παράδοξο να βρίσκεσαι δίπλα στη θάλασσα και να επιλέγεις να κολυμπάς σε μια χλωριωμένη πισίνα, με όλες τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτό για το δέρμα και την υγεία. Αλλά ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση για άλλη φορά. Εκτιμάται ότι έχουν εκδοθεί περισσότερες από 100.000 άδειες για πισίνες στην Ελλάδα, ενώ ο πραγματικός αριθμός των πισινών που λειτουργούν σήμερα είναι διπλάσιος και συνεχίζει να αυξάνεται. Ένα από τα πολλά παράδοξα είναι ότι οι περισσότερες λειτουργούν με πόσιμο νερό, ακόμη και σε νησιά και παράκτιες περιοχές που δεν διαθέτουν επαρκείς υδατικούς πόρους ούτε για την κάλυψη των βασικών αναγκών τους. Παράλληλα, όταν το νερό αυτό αντικαθίσταται ή απορρίπτεται, μεγάλες ποσότητες χλωριωμένου νερού καταλήγουν στη θάλασσα, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση αποχλωρίωσης ή άλλης κατάλληλης επεξεργασίας».
Σαν να λέτε ότι οι άνθρωποι σήμερα διακατεχόμαστε από τη μανία της καταστροφής. «Ναι, απολύτως. Είμαστε το μοναδικό είδος που δηλητηριάζει το φαγητό του, το νερό που πίνει και τον αέρα που αναπνέει. Το μοναδικό είδος που εξαντλεί τους φυσικούς πόρους που θα έπρεπε να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε όμως και ότι αυτή η αυτοκαταστροφική νοοτροπία δημιουργήθηκε και εδραιώθηκε μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες από τις δικές μας γενιές. Επομένως, με την επιλεκτική μνήμη που συχνά μας χαρακτηρίζει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλοι εμείς φέρουμε και το σύνολο της ευθύνης. Για όλα αυτά τα τόσο ζωτικά θέματα φλυαρούμε ακατάπαυστα, όμως συνεχίζουμε να κάνουμε ελάχιστα για να αλλάξουμε πραγματικά αυτή την κατάσταση».
Οι νησιώτες προβληματίζονται με την κατάσταση; «Οι νησιώτες έχουν πολλούς λόγους να ανησυχούν. Από παράδειγμα αυτάρκειας από το οποίο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε όλοι γνώσεις τόσο απαραίτητες για τις μέρες μας, σήμερα έχουν μετατραπεί σε έναν από τους πιο ανασφαλείς πληθυσμούς του πλανήτη. Δεν θα σου μιλήσω μόνο για το Αγαθονήσι, την Ανάφη, την Ψέριμο και τόσα άλλα μικρά νησιά. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι η Τήνος. Παρόλο που είναι διασυνδεδεμένο νησί και ηλεκτροδοτείται από την Αττική, το περσινό καλοκαίρι βίωσε συνεχείς και πολύωρες διακοπές ρεύματος. Τις πρώτες ώρες οι επισκέπτες «απολάμβαναν» το σκοτάδι και τη ρομαντική ατμόσφαιρα, ανεβάζοντας stories από τα μπαλκόνια τους. Σύντομα, όμως, συνειδητοποίησαν τις πραγματικές συνθήκες: κατέρρευσε το σύστημα ύδρευσης και δεν υπήρχε νερό, ενώ σταμάτησε να λειτουργεί και το αποχετευτικό σύστημα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν ούτε τις τουαλέτες. Τα λύματα άρχισαν να υπερχειλίζουν στους δρόμους, καθώς οι αντλίες που τα μεταφέρουν έπαψαν να λειτουργούν. Σταδιακά σταμάτησε η λειτουργία της κινητής τηλεφωνίας και του διαδικτύου, δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν συναλλαγές, πολλοί δεν μπορούσαν ούτε να αγοράσουν φαγητό ούτε να πληρώσουν αυτό που είχαν ήδη παραγγείλει. Στη συνέχεια, χωρίς ψυγεία και καταψύκτες σε εστιατόρια και καταστήματα, άρχισαν να αλλοιώνονται τα τρόφιμα και να δημιουργούνται δεκάδες ακόμη προβλήματα.
Τα νησιά μας μοιάζουν πλέον να είναι συνδεδεμένα σε «μία μόνο πρίζα». Μόλις αυτή «βγει», μέσα σε ελάχιστο χρόνο μετατρέπονται σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον. Δεν υπάρχουν ούτε οι απαραίτητες υποδομές ούτε η γνώση επιβίωσης που υπήρχε μέχρι πριν από λίγες μόνο δεκαετίες. Αυτή η απόλυτη εξάρτηση, αποτέλεσμα κάκιστου σχεδιασμού, είναι από μόνη της θέμα για ένα ολόκληρο άρθρο».
Πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα; «Πολύ δύσκολα. Όχι για το περιβάλλον. Η φύση θα βρει την ισορροπία της. Πάντα τη βρίσκει εδώ και εκατομμύρια χρόνια, έχοντας επιβιώσει από αμέτρητες μικρές και μεγάλες κλιματικές μεταβολές. Αυτή που βιώνουμε σήμερα είναι ακόμη μία. Το πραγματικό ερώτημα αφορά εμάς: πώς θα επιβιώσουμε σε ένα περιβάλλον που εμείς οι ίδιοι έχουμε μετατρέψει σε εχθρικό. Γι’ αυτό και η φράση «να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο για να προστατεύσει το περιβάλλον» είναι, κατά τη γνώμη μου, βαθιά παραπλανητική. Το ζήτημα δεν είναι πλέον πόσο ευαισθητοποιημένοι είμαστε, αλλά πόσο αποφασισμένοι είμαστε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και να επιβιώσουμε στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που εμείς δημιουργήσαμε».
Τι λέτε λοιπόν ότι πρέπει να κάνουμε; «Καταρχάς, ας ξεκαβαλικέψουμε λίγο από το καλάμι μας και ας αντλήσουμε σοφία από τα είδη που βρίσκονται στον πλανήτη εδώ και εκατομμύρια χρόνια περισσότερο από εμάς. Όλα τα είδη «γνωρίζουν» ότι δεν μπορούν να εξαντλούν την τροφή τους, γιατί τότε δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Οι φυσητήρες, για παράδειγμα, το μεγαλύτερο οδοντοκήτος του πλανήτη, που καταγράφουμε συστηματικά στις ελληνικές θάλασσες και ιδιαίτερα στην Τάφρο της Βόρειας Ικαρίας, φτάνουν τους 40–50 τόνους και καταναλώνουν περίπου έναν τόνο τροφής την ημέρα. Κι όμως, διατηρούν έναν μόνιμο πληθυσμό στη Μεσόγειο, επειδή δεν εξαντλούν ποτέ το απόθεμα της τροφής τους. Τα βαθύβια καλαμάρια από τα οποία εξαρτώνται αναπαράγονται και το απόθεμά τους ανανεώνεται συνεχώς, καθώς ο άνθρωπος δεν τα αλιεύει λόγω του μεγάλου βάθους όπου ζουν.
Οι φυσητήρες δεν εξαντλούν ποτέ το απόθεμα της τροφής τους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής της, επιτρέποντας έτσι τη συνεχή ανανέωσή του. Εμείς, αντίθετα, καταφέραμε μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες να εξαντλήσουμε πολλά από τα αλιευτικά μας αποθέματα, στοχεύοντας συνειδητά τα ψάρια ακριβώς την εποχή της αναπαραγωγής τους, όσο παράλογο κι αν ακούγεται».
Αναφέρεστε στην υπεραλίευση; «Η υπεραλίευση είναι μία έννοια που δεν περιγράφει σωστά την κατάσταση. Πιστεύω ότι είναι πιο σωστό να μιλάμε για καταστροφική αλιεία. Καταστρέφεις, δηλαδή, το κοπάδι σου πριν γεννήσει. Σκεφθείτε ότι ένας ενήλικος τόνος ελευθερώνει στη θάλασσα από δέκα έως είκοσι εκατομμύρια αυγά. Το καθένα από αυτά έχει μία μικρή πιθανότητα να επιβιώσει και να ενηλικιωθεί. Άρα, για να φάμε ένα ψάρι σήμερα, όταν το αλιεύουμε την εποχή της αναπαραγωγής του, στερούμε την πιθανότητα επιβίωσης σε εκατομμύρια άλλα.
Η διαδικασία της αναπαραγωγής των ψαριών διαρκεί μήνες. Εμείς στο «Αρχιπέλαγος», λοιπόν, λέμε αυτό που λέει κάθε ψαράς, αυτό που κατανοούν ακόμη και οι μαθητές των δημοτικών σχολείων στα νησιά: πρέπει να αφήσουμε τα ψάρια να γεννήσουν. Αν δεν αφήσουμε τα ψάρια να γεννήσουν, δεν υπονομεύουμε απλώς το μέλλον της ίδιας της αλιείας· υπονομεύουμε και το μέλλον των θαλασσών μας».
-Οι λαγοκέφαλοι, πάντως, και όχι η καταστροφική αλιεία, μονοπωλούν τις ειδήσεις. «Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι λαγοκέφαλοι ούτε οι καρχαρίες. Είναι η καταστροφή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, για την οποία σπάνια γίνεται λόγος. Φοβόμαστε τις αράχνες, τα φίδια, τις μέδουσες, τους καρχαρίες, τώρα και τους λαγοκέφαλους… Στην Εύβοια, σε κάποιες παραλίες, τοποθετούν ακόμη και «δίχτυα ασφαλείας». Σε λίγο θα κολυμπάμε μέσα σε κλουβιά. Είμαστε δέσμιοι του φόβου μας, της διαρκούς ανάγκης μας για μια υποτιθέμενη άνεση και ασφάλεια, αλλά και των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία συχνά επιλέγουν να παραπληροφορούν και να καλλιεργούν αδικαιολόγητο φόβο, προκειμένου να πουλήσουν μια είδηση. Άλλωστε, ο φόβος αποτελεί διαχρονικά ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα χειραγώγησης των ανθρώπων».
Ποιο θα λέγατε ότι είναι το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα σήμερα για τη θαλάσσια ζωή; «Η πλαστική ρύπανση είναι ένα πρόβλημα που εξελίσσεται και διογκώνεται εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια. Κάθε χρόνο γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Κάθε μέτρηση που πραγματοποιούμε εδώ και δεκαετίες δείχνει ολοένα και μεγαλύτερη επιβάρυνση, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε δίπλα στα απορρίμματα: στους δρόμους, στις ακατάλληλες χωματερές, στις ακτές, στη θάλασσα, σχεδόν παντού. Και η δύναμη της συνήθειας είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα του ανθρώπου. Συνηθίζουμε το βρώμικο περιβάλλον, τον ρυπασμένο αέρας και την υποβάθμιση γύρω μας, μαθαίνοντας να επιβιώνουμε μέσα σε αυτήν, αντί να προσπαθούμε να την αλλάξουμε.
Παράλληλα, καταναλώνουμε καθημερινά τεράστιες ποσότητες πλαστικών μίας χρήσης, τα οποία βρίσκονται σχεδόν σε οτιδήποτε χρησιμοποιούμε και έρχονται σε επαφή με σχεδόν κάθε τρόφιμο που καταναλώνουμε. Το πλαστικό έχει πλέον γίνει τόσο αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας, ώστε σπάνια αναρωτιόμαστε τι πραγματικά προκαλεί στην υγεία μας και στο περιβάλλον».
Λύνεται αυτό το πρόβλημα; «Με τις σημερινές συνθήκες δεν λύνεται. Υπάρχουν ακόμη εκατοντάδες ανοιχτές χωματερές στα νησιά και στις παράκτιες περιοχές, ακόμη και στα πλουσιότερα νησιά της χώρας. Στην Ύδρα, στις Σπέτσες, στη Σαντορίνη και σε τόσα άλλα νησιά που παράγουν τεράστιο πλούτο μέσω του τουρισμού, τα σκουπίδια τους καταλήγουν τελικά στη θάλασσα. Το ίδιο συμβαίνει και σε λιγότερο δημοφιλείς περιοχές, όπως η κοίτη την κοίτη του ποταμού Τάνου. Παρόλο που, ως Αρχιπέλαγος, έχουμε καταθέσει μηνυτήριες αναφορές για όλα αυτά και δεκάδες καταγγελίες προς όλους τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς, όπως οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, είναι σαν να μην λειτουργεί κανένας θεσμός σε αυτή τη χώρα και να έχει καταργηθεί κάθε έννοια δικαιοσύνης.
Η περίπτωση της Σαντορίνης είναι επίσης χαρακτηριστική. Την ίδια στιγμή που σκουπίδια συσσωρεύονται και διασκορπίζονται πάνω από την Καλντέρα, προβάλλεται ως «Plastic Free» προορισμός μέσα από επικοινωνιακές καμπάνιες με τη στήριξη μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ και ιδρυμάτων.
Το ίδιο συμβαίνει και με καθαρισμούς παραλιών. Πέρα από τους πολίτες που πραγματικά προσπαθούν, χωρίς κάμερες και δελτία τύπου, βλέπουμε μεγάλες εταιρείες –ανάμεσα στους μεγαλύτερους ρυπαντές– να συλλέγουν λίγες δεκάδες κιλά απορριμμάτων, να φωτογραφίζονται και να αυτοανακηρύσσονται «ήρωες των θαλασσών». Πρόκειται για μία ακόμη πρακτική greenwashing και μια ασύλληπτη κοροϊδία, που γίνεται ολοένα και συχνότερη, ιδιαίτερα από μεγάλες ρυπογόνες εταιρείες.
Άρα, το δικό μου ερώτημα είναι: από πού μπορούμε να αντλήσουμε αισιοδοξία, όταν οι ίδιοι οι πολίτες αποδέχονται αυτή την επικοινωνιακή απάτη και συνεχίζουν, με τις καθημερινές τους επιλογές, να τη στηρίζουν;».
Είστε, αυτό που λέμε, «μάχιμος». Τα βάζετε με όλους και με όλα. Μιλάω για το Αττικό Πάρκο. «Είναι αδιανόητο να μιλάμε για προστασία του περιβάλλοντος και σεβασμό στην ευζωία των ζώων, την ίδια στιγμή που ανεχόμαστε τον εγκλεισμό θαλάσσιων θηλαστικών σε τσιμεντένιες δεξαμενές με χλωριωμένο νερό, αναγκασμένα να ζουν μέσα στα ίδια τους τα περιττώματα. Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι, δίπλα στα δελφίνια και τις φώκιες που κρατούνται για εμπορική εκμετάλλευση, υπάρχουν πινακίδες που εξηγούν στους επισκέπτες πόσα χιλιόμετρα διανύουν καθημερινά στο ανοιχτό πέλαγος και σε ποια βάθη καταδύονται. Παράλληλα, περιβαλλοντικές οργανώσεις της Αθήνας νομιμοποιούν με τη στάση τους έναν ζωολογικό κήπο που θα έπρεπε να αποτελεί παρελθόν, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αναρτούν «ενημερωτικές πινακίδες» στους χώρους έκθεσης των έγκλειστων ζώων. Την ίδια στιγμή, άλλη περιβαλλοντική οργάνωση περιθάλπει μεσογειακές φώκιες μέσα στον ίδιο χώρο, σε ένα container με ακατάλληλες υποδομές, δίπλα στις απορροές των περιττωμάτων των έγκλειστων ζώων.
Όλοι μαζί προσπαθούν εδώ και χρόνια να καθυστερήσουν ή ακόμη και να σαμποτάρουν τη λειτουργία του Κέντρου Περίθαλψης Θαλάσσιων Ειδών που δημιουργήσαμε στο Καταφύγιο Θαλάσσιας Ζωής Αιγαίου, στους Λειψούς. Πρόκειται για ένα πραγματικά καινοτόμο Κέντρο, σχεδιασμένο σύμφωνα με τα αυστηρότερα διεθνή πρότυπα ευζωίας των ζώων και τις προδιαγραφές που έχουν διαμορφώσει οι πλέον εξειδικευμένοι επιστήμονες παγκοσμίως, το οποίο σε επόμενη φάση θα λειτουργήσει και ως Καταφύγιο για θαλάσσια είδη.
Το μοναδικό του «μειονέκτημα» είναι ότι δεν δημιουργήθηκε με δημόσιο χρήμα, ούτε διαθέτει χρήματα για να εξυπηρετεί μικροσυμφέροντα. Δημιουργήθηκε με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες των θαλάσσιων ζώων, με αμέτρητες ώρες προσωπικής και εθελοντικής δουλειάς, αλλά και με την επιμονή και το προσωπικό ρίσκο των ανθρώπων που πίστεψαν σε αυτό. Δυστυχώς, στην Ελλάδα αυτό δεν θεωρείται πλεονέκτημα».
Μιλήσαμε και πριν για τους αλιείς. Είναι πάντα καλές οι σχέσεις σας μαζί τους; «Με τους αλιείς υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός. Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνούμε περισσότερο, ανταλλάσσοντας καθημερινά πληροφορίες και εμπειρίες, από τη Χαλκιδική μέχρι τη Γαύδο. Πολλές από τις σημαντικότερες επιστημονικές μας ανακαλύψεις και δράσεις δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς τη γνώση και τη συνεργασία τους. Αντί όμως να διαχειριστούμε σωστά την αλιεία και να τη διατηρήσουμε βιώσιμη, επιλέξαμε να καταστρέψουμε περισσότερα από 13.000 παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη, δίνοντας στους ιδιοκτήτες τους μικρές αποζημιώσεις για να εγκαταλείψουν το επάγγελμα. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές σήμερα σε όλα τα νησιά. Εκατοντάδες καΐκια χάθηκαν, μαζί τους χάθηκαν και οι οικογένειες που ζούσαν από αυτά, ενώ πολλοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις πόλεις. Ταυτόχρονα, άλλαξε προς το χειρότερο και η ποιότητα της διατροφής μας.
Το μεγαλύτερο πλήγμα, όμως, είναι ότι χάσαμε τους φυσικούς φύλακες της θάλασσας. Όταν όλοι εμείς κοιμόμαστε, οι αλιείς βρίσκονται στο ανοιχτό πέλαγος, στα μπουγάζια και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του Αιγαίου. Σήμερα, τον χειμώνα, ταξιδεύουμε για ώρες χωρίς να συναντήσουμε ούτε ένα αλιευτικό σκάφος. Για κάποιον που μεγάλωσε σε αυτές τις θάλασσες, αυτή η εικόνα είναι απόκοσμη».
default
Το «Αρχιπέλαγος» στηρίζεται οικονομικά από την Πολιτεία; «Από την πρώτη ημέρα επιλέξαμε συνειδητά να απέχουμε από το θολό τοπίο των δημόσιων χρηματοδοτήσεων προς περιβαλλοντικούς φορείς. Δεκάδες εκατομμύρια ευρώ δαπανώνται κάθε χρόνο στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος, χωρίς αντίστοιχο μετρήσιμο αποτέλεσμα στη φύση και στις τοπικές κοινωνίες.
Με βάση τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού, για τις ελληνικές θάλασσες δαπανώνται ήδη 780 εκατομμύρια ευρώ. Αν προστεθούν και οι πόροι από τα Πράσινα Ταμεία, τα ευρωπαϊκά προγράμματα LIFE και άλλες χρηματοδοτήσεις, η Ελλάδα θα έπρεπε να αποτελεί έναν επίγειο παράδεισο για το περιβάλλον. Αντί γι’ αυτό, τα περισσότερα προβλήματα όχι μόνο παραμένουν άλυτα, αλλά επιδεινώνονται. Από δημόσιο χρήμα δεν έχουμε πάρει ούτε ένα ευρώ, παρότι θα μπορούσαμε. Είναι μια δύσκολη αλλά απολύτως συνειδητή επιλογή, για την οποία δεν μετανιώσαμε ποτέ.
Στην αρχή αναλάβαμε τεράστιες προσωπικές ευθύνες και ρίσκα, εκποιώντας ό, τι περιουσιακά στοιχεία είχαμε και στηρίζοντας το εγχείρημα με πραγματικά εθελοντική εργασία. Σήμερα το Αρχιπέλαγος είναι ένας βιώσιμος φορέας, χάρη στην εξειδίκευσή μας στην εφαρμοσμένη θαλάσσια έρευνα, στις διεθνείς συνεργασίες και στην ανάπτυξη εξειδικευμένων υποδομών. Έτσι δημιουργήθηκε το Διεθνές Σχολείο της Θάλασσας, η σημαντικότερη ίσως δράση του Αρχιπελάγους, που συνδυάζει την εκπαίδευση της επόμενης γενιάς επιστημόνων με τη βιώσιμη λειτουργία του φορέα.
Οι δωρεές που λαμβάνουμε είναι περιορισμένες και ιδιαίτερα επιλεκτικές. Έχουμε απορρίψει δεκάδες χορηγίες και δωρεές που στόχο είχαν το λεγόμενο greenwashing. Η στήριξή μας προέρχεται από λίγους ανθρώπους, εταιρείες και ιδρύματα που πίστεψαν πραγματικά σε εμάς. Χάρη σε αυτούς μπορούμε να αποκτούμε τον εξοπλισμό και τα μέσα που χρειαζόμαστε για την έρευνα και την προστασία των ελληνικών θαλασσών. Παράλληλα, με πολλή και σκληρή προσωπική εργασία, έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε μόνοι μας τα μέσα και τις υποδομές μας: τα ερευνητικά μας σκάφη, τα εργαστήρια και τις εγκαταστάσεις μας στη στεριά. Πίσω από αυτά βρίσκεται μια ομάδα τεχνικών πολλών ειδικοτήτων, που εδώ και χρόνια δουλεύουν ομαδικά για να κάνουν πραγματικότητα αυτό που σήμερα διαθέτουμε.
Ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά μας είναι ότι όλα τα ερευνητικά μας σκάφη αποκτήθηκαν λίγο πριν οδηγηθούν για διάλυση ή σε εξαιρετικά κακή κατάσταση. Με αμέτρητες ώρες προσωπικής δουλειάς τα μετατρέψαμε σε αξιόπλοα ερευνητικά σκάφη, ικανά να επιχειρούν σε δύσκολες αποστολές στο Αιγαίο και την Μεσόγειο. Συχνά αποκαλώ τα σκάφη μας «τριήρεις» στους συνεργάτες μου, γιατί η αποστολή τους είναι να μάχονται καθημερινά στη θάλασσα, με στόχο να φέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα για την προστασία της. Πιστεύω ότι η καλή δουλειά γίνεται σιωπηλά και κρίνεται από το αποτέλεσμα.
Σημαντικό επίσης είναι ότι, έπειτα από πολλά χρόνια προσπάθειας, έχουμε καταφέρει να παράγουμε στους βιολογικούς μας κήπους το μεγαλύτερο μέρος της τροφής που καταναλώνουμε στις ερευνητικές μας βάσεις. Για εμάς αυτό δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική αυτάρκειας, αλλά έναν τρόπο ζωής. Προσπαθούμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο συνεπείς με τις αρχές που πρεσβεύουμε».
Τα λόγια του ποταμός. Του ζητάω μια φράση που να χαρακτηρίζει τον αγώνα του «Αρχιπελάγους» για το τέλος της συνέντευξης:
«Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι υπόθεση λίγων ανθρώπων ή λίγων φορέων. Είναι ευθύνη που μοιραζόμαστε όλοι μας, ο καθένας ξεχωριστά. Αν δεν ξαναμάθουμε να συνεργαζόμαστε στα δύσκολα, δεν θα μπορέσουμε να προστατεύσουμε ούτε τις θάλασσές μας, ούτε το μέλλον του τόπου μας.»
Αν θέλετε να υποστηρίξετε τη δράση του «Αρχιπελάγους» κάντε τη δωρεά σας εδώ