Υπάρχει μια περίεργη γοητεία, τελευταία, με το να ξεθάβουμε θέματα που έχουν λυθεί. Έχουν λυθεί νομοθετικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Και κάπως έτσι, αρχίζει να ξανασυζητιέται το δικαίωμα στην άμβλωση. Η δήλωση της Καρυστιανού σήμερα ξαναβάζει στο τραπέζι την ερώτηση: «Γιατί επαναφέρουμε δικαιώματα που θεωρούσαμε αυτονόητα»;
Το δικαίωμα στην άμβλωση δεν είναι «ζήτημα ηθικής» που λύνεται με ψηφοφορία, διαβούλευση, consensus panels ή δημοψηφίσματα. Η πολιτεία δεν ρωτάει την κοινωνία για το αν πρέπει να φορέσεις γυαλιά όταν έχεις μυωπία, όπως δεν ανοίγει διάλογο για το αν δικαιούσαι αναισθησία στο χειρουργείο και δεν κάνει debate για το αν έχεις δικαίωμα να αφαιρέσεις έναν όγκο. Άρα γιατί να το κάνει όταν πρόκειται για εγκυμοσύνη; Η απάντηση είναι: επειδή η εγκυμοσύνη αφορά γυναίκες και πάνω σε γυναίκες, πολλοί νιώθουν άνετα να έχουν γνώμη.
Η Ελλάδα δεν είναι Αμερική και καλό είναι να το θυμόμαστε. Στις ΗΠΑ, το Roe v. Wade καταργήθηκε επειδή το κράτος αποφάσισε να μετατραπεί από κοσμικό σε ηθικολογικό. Το αποτέλεσμα; Γυναίκες που ταξιδεύουν σε άλλες πολιτείες, ιατρικές πράξεις σε παράνομα κέντρα και ένα κράτος που τιμωρεί την υπόσταση της γυναίκας με πρόστιμα και φυλακή.
Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά: Οι αμβλώσεις είναι νόμιμες, ρυθμισμένες, ασφαλείς και δημόσιες εδώ και δεκαετίες. Το 1986 δεν λύθηκε απλώς ένα «ιατρικό ζήτημα», αλλά μια αυτονόητη πολιτισμική κατάκτηση: ότι η γυναίκα δεν είναι δοχείο αναπαραγωγής. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεταφέρουμε εξετάσεις ηθικής από την Αμερική, ούτε να παριστάνουμε ότι είμαστε σε χώρα όπου η επιστήμη και το δίκαιο είναι αδιαμόρφωτα.
Η άμβλωση είναι ζήτημα υγείας, όχι πίστης, όχι ηθικής και σίγουρα όχι ιδεολογίας. Οι γυναίκες δεν τερματίζουν εγκυμοσύνες για να κάνουν statement, το κάνουν για λόγους υγείας, επιβίωσης, οικογενειακής ισορροπίας, οικονομίας, ψυχολογίας ή απλώς γιατί δεν θέλουν να γίνουν μητέρες και αυτό αρκεί.
Όταν βάζουμε την άμβλωση σε πλαίσιο «δημόσιας διαβούλευσης», τι κάνουμε στην ουσία; Ομαλοποιούμε την ιδέα ότι το σώμα της γυναίκας είναι δημόσιος χώρος, νομιμοποιούμε την παρέμβαση τρίτων σε ιδιωτικές ιατρικές πράξεις και ακυρώνουμε τον βασικό πυρήνα του δικαιώματος που λέγεται “αυτοδιάθεση”.
Εδώ εμφανίζεται πάντα το επιχείρημα περί «δύο δικαιωμάτων»: της γυναίκας και του εμβρύου. Το οποίο ακούγεται ωραίο στις εκπομπές, αλλά νομικά και επιστημονικά είναι ασαφές, θολό και (ας το πούμε) βολικά συναισθηματικό. Η ιατρική πράξη ρυθμίζεται ήδη από τον νόμο. Υπάρχουν εβδομάδες, όρια, ιατρικές ενδείξεις και πρωτόκολλα. Και όχι, δεν “συμμετέχει” το έμβρυο στον διάλογο. Δεν ζούμε σε μεσαίωνα όπου μια άμβλωση γίνεται «επειδή έτσι», ούτε χρειάζεται ηχηρό βιοηθικό δράμα για να δικαιολογηθεί η αυτοδιάθεση.
Το επικίνδυνο δεν είναι η Καρυστιανού, αλλά η κανονικοποίηση της συζήτησης. Όταν ανοίγει ένα παράθυρο για διαβούλευση πάνω σε κατοχυρωμένο δικαίωμα, η ιστορία έχει δείξει ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα προσπαθήσει να το διαβρώσει. Αρκεί ένας δημόσιος λόγος που νομιμοποιεί τη συζήτηση. Και εδώ είναι η ουσία. Δεν θέλουμε να «ξανασυζητήσουμε» αν η γυναίκα έχει δικαίωμα πάνω στο σώμα της. Το έχουμε ήδη λύσει. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι διάλογος, είναι οπισθοδρόμηση μεταμφιεσμένη σε δημοκρατικότητα.
Αν κάτι λοιπόν πρέπει να είναι καθαρό, είναι αυτό: Το δικαίωμα στην άμβλωση δεν είναι υπό διαπραγμάτευση, δεν είναι «ηθικό θέμα», δεν είναι δημοψήφισμα, δεν είναι debate, δεν είναι αμερικανικό franchise.
Είναι δικαίωμα της γυναίκας πάνω στο σώμα της. Τέλος. Οι υπόλοιποι, απλώς, δεν έχουν λόγο.