ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Μαρία Καρυστιανού: Η επικίνδυνη γοητεία της άγνοιας

Από χθες ακούω σε κουβέντες την πρόταση: «Μα τι είπε η Καρυστιανού»; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, και δεν ενέχει ίχνος ασέβειας προς το πρόσωπό της. Είναι ένα ερώτημα βαθιά δημοκρατικό, που προκύπτει από την ανάγκη να προστατευτεί ο δημόσιος διάλογος από την απλοϊκότητα και την άγνοια. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε το «πολιτικό μπαλκόνι» να θολώνει την κρίση. Όμως, η μετάβαση από τον πόνο στην πολιτική απαιτεί κάτι περισσότερο από συναίσθημα, απαιτεί γνώση και θεσμική υπευθυνότητα, αλλιώς ο δημόσιος λόγος κατρακυλά.

Τώρα που η κυρία Καρυστιανού επιλέγει να βγει στο «μπαλκόνι», οφείλει να αντιληφθεί ότι ο λόγος της δεν κρίνεται πλέον με όρους πένθους, αλλά με όρους πολιτικής ευθύνης. Και, δυστυχώς, η πρόσφατη παρέμβασή της για τα ελληνοτουρκικά δείχνει ότι αδυνατεί -ή αρνείται- να ζυγίσει το βάρος των λέξεών της.

Η πρότασή της να «ενημερωθεί η κοινή γνώμη» ώστε να αποφανθεί αν συμφωνεί με τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν είναι επικίνδυνα πρόχειρη και ξεφεύγει από τα όρια της αφέλειας. Στο όνομα μιας δήθεν άμεσης δημοκρατίας, ζητά την κατάργηση κάθε θεσμικής λειτουργίας της εξωτερικής πολιτικής, αγνοώντας τη στοιχειώδη διάκριση ρόλων σε ένα κράτος δικαίου, την ανάγκη για μυστικότητα και λεπτούς χειρισμούς στη διπλωματία, αλλά και τη διεθνή πρακτική που θέλει τις κυβερνήσεις να ασκούν πολιτική και να κρίνονται στις εκλογές και όχι να διοργανώνουν «γκάλοπ» πριν από κάθε διπλωματική επαφή (πράγμα έτσι κι αλλιώς ανέφικτο). Η ασάφεια των θέσεών της και η επίκληση του «λαού» ως ανώτατου κριτή για θέματα που απαιτούν βαθιά γνώση γεωπολιτικής, είναι το πρώτο βήμα προς τον απόλυτο αποπροσανατολισμό.

Μέχρι σήμερα, η Μαρία Καρυστιανού κινούνταν εντός ενός συναισθηματικά φορτισμένου πλαισίου και η κοινωνία της παρείχε μια άτυπη ασυλία λόγω των Τεμπών και της συγκάλυψης. Όμως, η μετάβαση στις αμβλώσεις και τώρα στα ελληνοτουρκικά αλλάζει το παιχνίδι. Η ίδια έχει τη δυναμική να σηκώσει κόσμο από τον καναπέ και καλά κάνει, αυτό θέλουμε και αυτό έχουμε ανάγκη μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αποστροφής προς το πολιτικό σύστημα. Αλλά με τον σωστό τρόπο, τις γνώσεις και τα σωστά επιχειρήματα γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα αποπροσανατολιστεί από την πραγματική ουσία και τα αμέτρητα λάθη της τωρινής κυβέρνησης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέει, αλλά και πώς το εισπράττει το ακροατήριό της. Η χρήση όρων όπως «εθνική προδοσία» στοχεύει στα πιο ταπεινά ένστικτα του ακροατηρίου. Ένα ακροατήριο που συχνά είναι και άκρως νεανικό και ίσως όχι ιδιαίτερα ενημερωμένο σε γεωπολιτικά θέματα. Ένα κοινό που έχει μάθει να εκλαμβάνει κάθε δήλωσή της ως «αποκάλυψη» και επιτίθεται οργανωμένα στα κοινωνικά δίκτυα σε όποιον τολμήσει να ασκήσει κριτική. Αυτή η λατρεία του προσώπου, σε συνδυασμό με την άγνοια κρίσιμων θεμάτων, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Ακόμα πιο επικίνδυνο είναι να βρεθεί αυτό το κοινό ξαφνικά εκτεθειμένο (που ήδη από τις δηλώσεις της αυτό συμβαίνει) και να βγει τελικά κερδισμένη η επικρατούσα τάξη πραγμάτων – η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. 

Δημοκρατικά δικαιώματα και ευθύνη

Η δημοκρατία κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι και της ελεύθερης έκφρασης για όλους. Όμως, η δημοκρατία απαιτεί και λόγο με αντίκρισμα. Η κυρία Καρυστιανού δεν είναι πια η μητέρα που ζητά δικαίωση, είναι δημόσιο πρόσωπο που διεκδικεί ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής ατζέντας. Πρέπει να αντιληφθεί ότι ο λόγος της παράγει συνέπειες που ξεπερνούν τα όρια μιας ανάρτησης στο X (Twitter) και οφείλει να επιδείξει το φίλτρο και την ευθύνη που αναλογούν στο μέγεθος της προσοχής που της δίνουμε γιατί, στο τέλος της ημέρας, την ακούνε άνθρωποι και την πιστεύουν.

Η περίπτωσή της εξελίσσεται σε ένα ιδιότυπο δημοκρατικό παράδοξο, πώς δηλαδή η ιερή αγανάκτηση μιας μάνας μετατρέπεται σε έναν πολιτικό λόγο-πολτό, που ανακατεύει το διεθνές δίκαιο με εθνικιστικές κορώνες περί «προδοσίας». Όταν διαθέτεις τη δύναμη να επηρεάζεις χιλιάδες ανθρώπους, η άγνοια παύει να είναι προσωπικό σου δικαίωμα και γίνεται δημόσιο πρόβλημα. Το «πολιτικό μπαλκόνι» απαιτεί γνώση, φίλτρο και σοβαρότητα και το χειροκρότημα του πλήθους δεν αποτελεί τεκμήριο ορθότητας, ειδικά όταν το μόνο που προσφέρεις είναι ασάφεια και διχαστικές ταμπέλες.

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά