Κάθε χρόνο, μετά την απονομή των βραβείων Ίρις, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους νικητές. Λογικό. Φέτος όμως το πήγαμε λίγο ανάποδα. Προσπεράσαμε την πολυβραβευμένη Πάττυ με το ωραίο σάουντρακ, την Αρκοδούτρυπα με την εκτεταμένη της τόλμη και τις Μικρές Ανάσες με τη γενναία καρδιά, και καταλήξαμε στη Σπασμένη Φλέβα που σόκαρε με την ωμή της αγριάδα και την πλούσια κινηματογραφική της όψη – κυρίως όμως μπλόκαρε τη σκέψη μας με την απουσία της από βασικές βραβεύσεις, τι βασικές δηλαδή, σχεδόν όλες πες. Απουσία που προκάλεσε σήκωμα φρυδιών, έκφραση περίεργων και καθόλου κομψών επιφωνημάτων, και μια υποψία συνωμοσίας από αυτές που πάντα εμφανίζονται εκεί που η λογική δεν βοηθά στην ανάλυση των αποτελεσμάτων.
Γιατί οι ταινίες του Οικονομίδη, ενώ θεωρούνται συχνά γεγονότα για το ελληνικό σινεμά, σπανίως μετατρέπουν τις υποψηφιότητες σε μεγάλες νίκες στα Ίρις;
Μου αρέσουν τα βραβεία. Τα παρακολουθώ. Κατανοώ και ασπάζομαι τη σημασία τους. Καταγράφουν μια στιγμή. Η ιστορία του κινηματογράφου όμως καταγράφει κάτι διαφορετικό: ποιοι δημιουργοί άφησαν τελικά το σημάδι τους. Και είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με το έργο του, δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει ότι ο Γιάννης Οικονομίδης δεν ανήκει σε αυτούς. Και τελικά, η συζήτηση δεν είναι γιατί ο Οικονομίδης δεν κερδίζει περισσότερα Ίρις, αλλά γιατί κάθε φορά που δεν κερδίζει, ολόκληρος ο κινηματογραφικός κόσμος αισθάνεται την ανάγκη να το συζητήσει.
Η Σπασμένη Φλέβα ήταν μία από τις πλέον πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες της χρονιάς. Προσωπικά την αγάπησα πολύ – αν και ανήκω σε αυτή την παράξενη μειονότητα που θεωρεί την Μπαλάντα της Τρύπια Καρδιάς ως καλύτερη ακόμη και από το Σπιρτόκουτο. Βρέθηκε με πολλές υποψηφιότητες –μέτρησα δώδεκα, λίγες δεν τις λες– αλλά στο τέλος της βραδιάς έμειναν ως έχουν. Υποψηφιότητες, από μια ταινία που δεν κυριάρχησε. Και έτσι επανήλθε μια απορία που μοιάζει να συνοδεύει τον Οικονομίδη εδώ και χρόνια. Γιατί ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες των τελευταίων δύο δεκαετιών δεν βρίσκει ποτέ την πλήρη αναγνώριση από τον θεσμό που εκπροσωπεί το ελληνικό κινηματογραφικό σώμα; Έλα μου ντε!
Κάποιοι θα πουν πως, προφανώς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι η Ακαδημία «αγνοεί» τον Οικονομίδη. Οι ταινίες του προτείνονται, συζητούνται, συμμετέχουν, αξιολογούνται. Απλά να, βρε αδερφέ, κάθε μα κάθε φορά, όταν φτάνουν εκεί στο τέλος, σαν να ξεχνιούνται.
Ο Οικονομίδης δεν υπήρξε ποτέ ένας δημιουργός που μπορούσες να κατατάξεις εύκολα. Δεν ανήκει στους εμπορικούς σκηνοθέτες. Δεν ανήκει ούτε στους ακαδημαϊκούς δημιουργούς που απευθύνονται αποκλειστικά στα φεστιβάλ. Όχι, δεν θα το έλεγες ούτε αυτό. Ακόμη κι όταν το περιβόητο Greek Weird Wave αλώνιζε τα παγκόσμια φεστιβάλ και συγκινούσε τις εναλλακτικές κριτικές των πιο σπουδαίων cinema site, αυτός κοιτούσε σχεδόν στωικά, ειρωνικά, από απόσταση. Δεν επιδίωξε να εκπροσωπήσει καμιά κινηματογραφική τάση.
Και έχω μια αίσθηση πως αυτό είναι που «πληρώνει».
Από το Σπιρτόκουτο μέχρι τη Σπασμένη Φλέβα, έχτισε ένα σύμπαν που αναγνωρίζεις από τα πρώτα λεπτά. Ένα σύμπαν γεμάτο ανθρώπους που φωνάζουν γιατί δεν ακούγονται. Οικογένειες που καταρρέουν. Άντρες που παλεύουν με τη ματαίωση. Γυναίκες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Μικροαστούς που ονειρεύονται περισσότερα από όσα μπορούν να αντέξουν. Στην Ελλάδα της πολυκατοικίας, του συνεργείου, της ταβέρνας, της οικογενειακής επιχείρησης, της καθημερινής ασφυξίας. Σε ένα συνεχόμενο ριπίτ. Ξανά και ξανά.
Το σινεμά του βεβαίως δεν ζητά συναίνεση. Είναι επιθετικό, λαϊκό, υπερβολικό, θεατρικό, γεμάτο ένταση και ακραίες καταστάσεις. Ένα μέρος του κινηματογραφικού χώρου το θεωρεί αυθεντική λαϊκή τραγωδία και ένα άλλο το θεωρεί επανάληψη των ίδιων μοτίβων. Είναι αρκετοί που το πιστεύουν αυτό –να υποθέσω και μέσα στην Ακαδημία;– πως δηλαδή αυτά τα κοινωνικά ντοκουμέντα του βυθίζονται από κάποιο σημείο και μετά μέσα σε μια επανάληψη. Ακόμη κι αν ισχύει, η Φλέβα του, φέτος, έχω την βαθιά πεποίθηση πως ήταν κόντρα σε κάτι τέτοιο. Ήταν ένας Οικονομίδης που χρησιμοποίησε τον εαυτό του με έναν άλλο τρόπο. Που ανακάλυψε τη δύναμη του εκεί που δεν υποπτευόταν πως θα μπορούσε να τη βρει. Ήταν ένας Οικονομίδης που γείωσε, εξανθρώπισε την “ατιθασιά” του με έναν πιο συναισθηματικό –σχεδόν τρυφερό– τρόπο. Και στην ύστατη αυτή ανακάλυψή του, το «συνάφι» του… κοίταξε αλλού.
Ο ίδιος ο Οικονομίδης έχει μιλήσει δημόσια για τη σχέση του με τα Ίρις και την Ακαδημία, φτάνοντας μάλιστα αυτές τις μέρες να δηλώσει ότι «το σινάφι, μέσω των βραβείων Ίρις, έριξε δύο ταινίες μου στο χαντάκι», αναφερόμενος στην αίσθηση ότι το έργο του δεν έχει τύχει της αναγνώρισης που θεωρεί ότι του αναλογεί.
Ήταν στη Χρυσούλα Παπαιωάννου και στο Κλικ, λίγες μέρες πριν σκάσουν τα βραβεία, που είπε πολλά με ωραίο και έντονο τρόπο….. «δεν με νοιάζει κιόλας, γιατί ένα μεγάλο μέρος του σιναφιού της ελληνικής κινηματογραφίας είναι –δυστυχώς– επιεικώς άσχετοι. Οπότε δεν είναι ότι θα χάσω και τον ύπνο μου. Αρκεί να θυμηθείς ότι, στην εποχή του, το «Μικρό ψάρι» στα βραβεία Ίρις (2015) το πετάξανε στο χαντάκι. Έξι χρόνια μετά, την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» (2021) την πετάξανε κι αυτή στο χαντάκι. Μεγάλη προσβολή και απρέπεια. Δύο ταινίες, δύο πολύτιμα κινηματογραφικά δώρα –όπως αποδείχθηκε σε βάθος χρόνου– προς το σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Και όμως, το σινάφι, μέσω των βραβείων Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, αποφάσισε: χαντάκι! Και τώρα πολύ πιθανόν να συμβεί το ίδιο και με τη «Σπασμένη φλέβα». Το βλέπω να ‘ρχεται… Ας πούμε, δεν έχει υποψηφιότητα στην κατηγορία της διεύθυνσης φωτογραφίας (Δημήτρης Κατσαΐτης) και σκηνογραφίας (Σταμάτης Δεληγιάννης). Κι αν έχει φωτογραφία η ταινία! Κι αν έχει σκηνογραφία η ταινία! Σου θυμίζω ότι η καντίνα είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη, όλο το σπίτι του γιου με τα υπόγεια είναι φτιαγμένο, όλο το πατάρι-καβάτζα του Θωμά Αλεξόπουλου είναι φτιαγμένο, τα σπίτια των ηρώων, πλουσίων, μεσαίας τάξης, φτωχών, όλα φτιαγμένα. Άρα ποιοι είναι αυτοί που κρίνουν, τι καταλαβαίνουν, τι γνωρίζουν… Τρέχα γύρευε… Η μισή ταινία διαδραματίζεται νύχτα, έχει ατμοσφαιρική φωτογραφία, ολόκληρες σκηνές γλυπτικής με το φως… Μάλλον δεν κατάλαβαν τίποτα αυτοί που ψήφισαν. Ντροπή, ξεφτίλα, αίσχος. Πολλοί από το σινάφι μου λένε ότι ακόμα δεν έχουν δει την ταινία. Δεν ξεκουβαλήθηκαν να πάνε στο σινεμά. Φαντάζομαι, τώρα, με τις υποψηφιότητες για τα βραβεία, θα την είδαν, αλλά στον υπολογιστή. Ως κινηματογραφιστές και άνθρωποι του χώρου, δεν οφείλουν να την δούνε στη μεγάλη οθόνη; Ειδικά αυτή την ταινία που ανοίγει κι ένα δρόμο ανάμεσα στο εμπορικό, στο ποιοτικό και στο arthouse για πρώτη φορά».
Μπορείς κάποιος να αναλύσει το έργο του και μέσα σε αυτό, να βρει τους λόγους της «απόρριψης» του στα βραβεία από την Ακαδημία; Ο Οικονομίδης δεν προσφέρει παρηγοριά. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Δεν προσφέρει ηρωισμούς. Ακόμη και οι πιο κωμικές στιγμές των ταινιών του κρύβουν από κάτω μια βαθιά πικρία. Οι ήρωές του δεν σώζονται. Συνήθως, απλώς συνεχίζουν. Και αυτό ίσως είναι πιο κοντά στην πραγματική ζωή από όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση.
Οι Ακαδημίες συνήθως τείνουν να επιβραβεύουν είτε το «νέο», είτε το έργο που εκφράζει το κυρίαρχο αισθητικό ρεύμα της στιγμής. Ο Οικονομίδης έχει πλέον μετατραπεί σε θεσμό. Και πολλές φορές οι θεσμοί τιμούν λιγότερο τους θεσμούς και περισσότερο όσους εμφανίζονται ως η νέα φωνή. Οι Ακαδημίες, σε όλο τον κόσμο, δεν βραβεύουν πάντα τους δημιουργούς με τον τρόπο που περιμένουμε ή θα θέλαμε. Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη παραδείγματα δημιουργών που αναγνωρίστηκαν περισσότερο από τον χρόνο παρά από τους θεσμούς της εποχής τους. Οι πραγματικά ιδιαίτερες φωνές δημιουργούν σχεδόν πάντα αμηχανία. Βρίσκονται διαρκώς ανάμεσα σε κόσμους, χωρίς να ανήκουν πραγματικά σε κανέναν.
Ο Οικονομίδης μοιάζει να είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. Και ίσως γι’ αυτό το όνομά του επιστρέφει κάθε χρόνο στη συζήτηση των βραβεύσεων. Όχι επειδή χάνει. Αλλά επειδή έχει ήδη κερδίσει κάτι πιο δύσκολο. Τη μονιμότητα.
Και να πω κι αυτό: είκοσι δύο χρόνια μετά το «Σπιρτόκουτο», ο Γιάννης Οικονομίδης εξακολουθεί να είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες σκηνοθέτες για τους οποίους νιώθουμε την ανάγκη να μιλάμε. Ακόμη και όταν δεν βραβεύεται. Για να μην πω ειδικά τότε.
ΥΓ 1: Ο Βασίλης Μπισμπίκης στον πρώτο αντρικό ρόλο θα έπρεπε να πάρει κάθε βραβείο που θα μπορούσε να σκεφτεί κάθε νοήμων θεατής άνθρωπος. Τελεία και παύλα. Κάποια πράγματα οφείλουν και είναι αυτονόητα.
ΥΓ 2: Αν πέρναγε από το χέρι μου, τα περισσότερα βασικά βραβεία θα πήγαιναν στις Μικρές Ανάσες της Αμέρισσας Μπάστα, αυτό είναι όμως μια άλλη ιστορία που ίσως κάποια άλλη στιγμή τη διηγηθώ.