ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Ο Παναγιώτης Νέστορας στην εποχή των τεράτων

Η κηδεία της Βάγιας Νέστορα στην Κοζάνη δεν ήταν απλώς ο επίλογος μιας οικογενειακής τραγωδίας. Ήταν ακόμα μια υπενθύμιση του πραγματικού προσώπου της πολιτικής βίας. Η γυναίκα έχασε τη ζωή της ύστερα από την εμπρηστική επίθεση με γκαζάκια σε πολυκατοικία της Θεσσαλονίκης, ενώ οι έρευνες της Αντιτρομοκρατικής οδήγησαν στις συλλήψεις τριών προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. 

Το χτύπημα αυτό έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Θεσσαλονίκη βλέπει ξανά την παρουσία οργανωμένων εξτρεμιστικών ομάδων. Λίγες ημέρες πριν είχαν προηγηθεί οι λεγόμενες «αντισιωνιστικές περιπολίες», με μέλη του Ρουβίκωνα να στοχοποιούν Εβραίους πολίτες στο κέντρο της πόλης. Παρά τις εκκενώσεις καταλήψεων, αντιεξουσιαστικές ομάδες εξακολουθούν να δρουν, ενώ το τελευταίο διάστημα καταγράφεται κλιμάκωση επιθέσεων, απειλών και εμπρησμών.

Ακόμα κι αν πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, τις ενώνει ένας κοινός παρονομαστής: ο εκφοβισμός. Αυτός είναι ο πυρήνας κάθε τρομοκρατικής πρακτικής. Δεν αρκείται στην καταστροφή ενός στόχου, επιδιώκει να μετατρέψει τον φόβο σε συλλογικό βίωμα.

Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε, κουβαλά μια βαριά ιστορία βίας. Για χρόνια τα σοβαρότερα περιστατικά πολιτικής βίας που σημάδεψαν τη δημόσια ζωή της συνδέθηκαν κυρίως με την άκρα δεξιά. Επιθέσεις εναντίον μελών της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας με ομοφοβικά χαρακτηριστικά, οργανωμένες ακροδεξιές ομάδες, αλλά και η οπαδική βία, η οποία μπορεί να μην είχε πάντοτε ιδεολογικό πρόσημο, καλλιέργησαν μια κουλτούρα ακραίας αντιπαράθεσης και ατιμωρησίας. Την ίδια ώρα, δεν έλειψαν φαινόμενα βίαιης ριζοσπαστικοποίησης και από τον αντίθετο ιδεολογικό χώρο, κυρίως γύρω από τα πανεπιστήμια.

Η συγκυρία υπενθυμίζει ότι η βία δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα κανενός πολιτικού χώρου. Μπορεί να αλλάζουν τα σύμβολα, τα συνθήματα και οι ιδεολογικές αναφορές. Δεν αλλάζει όμως η μέθοδος. Η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η επιδίωξη επιβολής μέσω του φόβου είναι το κοινό χαρακτηριστικό κάθε μορφής φανατισμού.

Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπάρχουν αστερίσκοι στην καταδίκη της. Δεν μπορεί να μας εξοργίζει μόνο όταν προέρχεται από τον πολιτικό αντίπαλο και να σιωπούμε όταν ασκείται στο όνομα μιας υπόθεσης που θεωρούμε δίκαιη.

Μπορεί κάποιος να συγκλονίζεται από τη φρίκη του πολέμου στη Γάζα. Δεν μπορεί όμως, στο όνομα αυτής της οργής, να ανέχεται «αντισιωνιστικές περιπολίες» που τρομοκρατούν Εβραίους πολίτες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μπορεί να διαφωνεί πολιτικά με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή σιωπή μια εμπρηστική επίθεση που κόστισε τη ζωή μιας αθώας γυναίκας.

Η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ανοχή. Και η ανοχή απέναντι στη βία, επειδή ο δράστης βρίσκεται ιδεολογικά πιο κοντά μας, γίνεται το πιο επικίνδυνο άλλοθι για την κανονικοποίησή της.

Τα άκρα που επιλέγουν τη βία ως πολιτική πρακτική μπορεί να επικαλούνται διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά σύμβολα και διαφορετικά συνθήματα. Άλλοι μιλούν στο όνομα της πατρίδας και άλλοι στο όνομα της επανάστασης. Στην πραγματικότητα όμως δεν επιδιώκουν να πείσουν. Επιχειρούν να επιβάλουν τον φόβο. Η σιδερογροθιά είναι το επιχείρημα εκείνων που δεν διαθέτουν κανένα ισχυρότερο. Και είναι η πιο καθαρή έκφραση του φασισμού.

Η βία, είτε στρέφεται εναντίον ενός Εβραίου στον δρόμο, είτε εναντίον ενός μέλους της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, είτε εναντίον ενός πολιτικού αντιπάλου, είτε καταλήγει στον θάνατο μιας αθώας γυναίκας από μια εμπρηστική επίθεση, παραμένει η ίδια. Και οφείλει να καταδικάζεται με την ίδια καθαρότητα.

«Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε, γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε», είχε προειδοποιήσει σχεδόν πριν από πενήντα χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκις και η προειδοποίηση του εξακολουθεί να μας αφορά.

«Τους εύχομαι να μην βρεθούν ποτέ αντιμέτωποι με κάτι αντίστοιχο στις δικές τους οικογένειες. Να τους έχει ο Θεός καλά, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει προς το καλό, προς την καλή πλευρά, και όχι σε αυτή που κάνουν όσα κάνουν. Πιστεύω ότι η Δημοκρατία μας έχει τη δύναμη να τους βρει, να τους δικάσει δίκαια. Απλώς θέλω η απώλεια της γυναίκας μου να είναι η τελευταία με τέτοια χτυπήματα, ύπουλα, άνανδρα».

Άφησα τα λόγια του Παναγιώτη Νέστορα για το τέλος ως μια υπενθύμιση. Ότι εκεί όπου φωλιάζει η μισαλλοδοξία, κάποιοι εξακολουθούν να απαντούν με ανθρωπιά. Γιατί ακόμα και στην εποχή των τεράτων, η μεγαλύτερη νίκη είναι να μη μοιάσεις ποτέ μαζί τους.

Ανθή Σαλαγκούδη

Share
Published by
Ανθή Σαλαγκούδη