Σήμερα ξεκίνησε και πάλι η δίκη για τα Τέμπη, αλλά κάπου ανάμεσα στις 21 καρέκλες για δημοσιογράφους της αίθουσας και στη λίστα με τα “εγκεκριμένα” ονόματα, χάθηκε η αίσθηση ότι αυτή η δίκη ανήκει σε όλους.
Η ανάρτηση της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου δεν έπεσε από το πουθενά, ούτε πρόκειται για μία υπερβολική αντίδραση ενός επαγγελματικού χώρου που “γκρινιάζει”. Είναι η συμπύκνωση μιας ενόχλησης που εδώ και μέρες σιγοβράζει, ότι δηλαδή η κάλυψη μιας από τις σημαντικότερες δίκες των τελευταίων δεκαετιών περνάει μέσα από μια λίστα. Άλλωστε πόσο τυχαίο μπορεί να είναι ότι έχει απαγορευτεί η βιντεοσκόπησή της;
Η επίσημη γραμμή είναι απλή: δεν χωράνε όλοι. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι μια αίθουσα έχει όρια, το θέμα είναι τι κάνεις όταν αυτά τα όρια δεν επαρκούν για τη σημασία της υπόθεσης. Βρίσκεις λύση ή φτιάχνεις λίστα; Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιλέχθηκε το πιο εύκολο, ο περιορισμός. Το θέμα φυσικά δεν είναι απλώς αριθμητικό. Σε μια χώρα που έχει στήσει ολόκληρα σκηνικά για λιγότερο κρίσιμες στιγμές, το επιχείρημα της χωρητικότητας ακούγεται, στην καλύτερη, φτωχό. Στη χειρότερη, βολικό. Γιατί δεν μιλάμε για μια πρεμιέρα ταινίας στα Village, ούτε για μια συνέντευξη τύπου, αλλά για μια δίκη που αφορά 57 νεκρούς, δεκάδες τραυματίες, τις οικογένειές τους και όλους εμάς που θέλουμε δικαίωση για το τι ακριβώς συνέβη. Και όμως, η πρόσβαση στη διαδικασία μοιάζει να περνάει από ένα φίλτρο.
©Thanasis Kaliakoudas/SOOC
Η διαπίστευση τελικά είναι εργαλείο ή κόφτης; Θεωρητικά, είναι ένα εργαλείο διευκόλυνσης, ένας τρόπος να οργανωθεί η παρουσία των δημοσιογράφων, όχι να περιοριστεί. Δεν είναι backstage pass σε μουσικό φεστιβάλ και σίγουρα δεν είναι μηχανισμός αποκλεισμού. Όταν όμως μετατρέπεται σε προεπιλογή, σε μια λίστα που δεν ξέρουμε με ποια κριτήρια φτιάχτηκε, ποιος την ενέκρινε και γιατί αυτοί και όχι άλλοι, τότε κάτι αλλάζει – όχι μόνο πρακτικά, αλλά θεσμικά.
Υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία, οι δημοσιογράφοι που θα βρίσκονται σε άλλη αίθουσα, αν βρεθεί χώρος, οι υπόλοιποι που θα ενημερώνονται από τρίτους. Οι περιφερειακοί που έτρεχαν από την πρώτη μέρα και τώρα βρίσκονται στο περιθώριο. Άρα δεν μιλάμε για logistics, αλλά για ιεραρχία πρόσβασης.
Η Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου έκανε μια σύγκριση με τη δίκη Λιγνάδη, που δεν είναι καθόλου τυχαία. Όχι γιατί οι υποθέσεις είναι ίδιες, αλλά γιατί το μοτίβο μοιάζει επικίνδυνα γνώριμο. Περιορισμένη πρόσβαση, έλεγχος της πληροφορίας, ένα πλαίσιο όπου η δημοσιότητα δεν θεωρείται δεδομένη αλλά διαχειρίσιμη. Και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, η ίδια ερώτηση επιστρέφει: Τελικά η δικαιοσύνη αποδίδεται ή κάπως σκηνοθετείται;
Το πιο επικίνδυνο σε όλο αυτό είναι ότι σιγά-σιγά κανονικοποιείται η ιδέα ότι η πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία μπορεί να φιλτράρεται, ότι μπορεί να υπάρχει “λίστα” και ότι η διαφάνεια μπορεί να έχει αριθμό θέσεων. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους, αλλά όλους μας, γιατί όταν η κάλυψη περιορίζεται, περιορίζεται και το πώς φτάνει η αλήθεια σε εμάς. Και όταν η αλήθεια περνάει από φίλτρα, δεν είναι ποτέ ολόκληρη. Η κατάσταση μού θυμίζει λίστα Πέτσα, για να το πω χύμα.
Και η εικόνα που μένει τελικά είναι μια δίκη που ξεκίνησε με το φιάσκο της αίθουσας, με συγγενείς και κατηγορούμενους σε διπλανές καρέκλες, με τεχνικές ελλείψεις, με σημερινή καταγγελία ότι ο Πάνος Ρούτσι δέχτηκε επίθεση από αστυνομικούς κατά τη διακοπή της δίκης, με τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού ότι δεν αναγνωρίζει τίποτα νόμιμο σε αυτή τη δίκη, αλλά και με περιορισμένη λίστα εισόδου και απαγόρευση της βιντεοσκόπησης.
Αν, λοιπόν, η δικαιοσύνη δεν τους χωράει όλους, τότε ή κάτι πάει πολύ λάθος με το δωμάτιο ή με αυτούς που κρατάνε την πόρτα.