SPORTAGON

Οι Έλληνες «κατακτούν» την Ευρώπη, η Εθνική χάνεται στον δρόμο

Λένε πως οι αριθμοί δεν ψεύδονται ποτέ. Μερικές φορές, όμως, οι εικόνες είναι ακόμα πιο αδιάψευστες. Και η εικόνα του φετινού καλοκαιριού είναι σχεδόν σουρεαλιστική. Στη μία άκρη της Ευρώπης, οι μεγαλύτεροι ποδοσφαιρικοί οργανισμοί ανοίγουν τις πόρτες τους σε Έλληνες ποδοσφαιριστές. Στην άλλη άκρη, η Εθνική ομάδα εξακολουθεί να ψάχνει μια επιτυχία που όλο έρχεται και ποτέ δεν φτάνει. Ο 17χρονος Κωνσταντίνος Καρανδρίκας γίνεται ποδοσφαιριστής της Μπάγερν. Ο Χρήστος Τζόλης μετακομίζει στην Άρσεναλ. Ο Κωνσταντίνος Καρέτσας φορά τα κιτρινόμαυρα της Ντόρτμουντ. Ο Κωνσταντής Τζολάκης δοκιμάζει τις δυνάμεις του στη Χαλ, ενώ ο Μπάμπης Κωστούλας είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο με την Μπράιτον. Αν κάποιος κοιτούσε μόνο τις μεταγραφές, θα πίστευε ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο διανύει τη δική του Αναγέννηση. Αν παρακολουθούσε μόνο την Εθνική ομάδα, θα κατέληγε στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα.

Να, λοιπόν, το παράδοξο. Εκεί που εμείς βλέπουμε προβλήματα, οι άλλοι βλέπουν προοπτική. Εκεί που εμείς αναζητούμε δικαιολογίες, οι άλλοι επενδύουν εκατομμύρια. Κάτι δεν κολλάει στην ιστορία. Και όταν κάτι δεν κολλάει, συνήθως δεν φταίει ο καθρέφτης. Φταίει εκείνος που αρνείται να κοιταχτεί μέσα του. Η Μπάγερν δεν συγκινείται από ελληνικές σημαίες. Η Άρσεναλ δεν αγοράζει συναισθήματα. Η Ντόρτμουντ δεν λειτουργεί με εθνικούς ρομαντισμούς. Αυτοί οι σύλλογοι έχουν μετατρέψει την ανίχνευση ταλέντων σε επιστήμη. Διαθέτουν στρατιές αναλυτών, αλγορίθμους, ψυχολόγους, εργοφυσιολόγους, ανθρώπους που μετρούν ακόμη και την τελευταία λεπτομέρεια πριν επενδύσουν εκατομμύρια σε έναν ποδοσφαιριστή. Αν όλοι αυτοί καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα για τους Έλληνες παίκτες, ποιοι είμαστε εμείς που επιμένουμε ότι το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου;

Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στην αγαπημένη ελληνική συνήθεια να ψάχνουμε πάντα τον ένοχο και ποτέ την αιτία. Μετά από κάθε αποτυχία της Εθνικής αρχίζει το γνωστό πανηγύρι. Φταίει ο προπονητής. Φταίνε οι επιλογές. Φταίει η τακτική. Φταίνε οι παίκτες που «δεν έχουν ψυχή». Την επόμενη φορά αλλάζουν τα ονόματα, όχι όμως και η ιστορία. Είναι σαν να αλλάζεις τον μαέστρο και να αφήνεις την ορχήστρα να παίζει με ξεκούρδιστα όργανα. Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι ίδιοι ποδοσφαιριστές, μόλις περάσουν τα σύνορα, μεταμορφώνονται στα μάτια όλων. Ξαφνικά χαρακτηρίζονται πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία, αποκτούν αξία δεκάδων εκατομμυρίων και γίνονται κομμάτια ενός μεγάλου ποδοσφαιρικού σχεδίου. Δεν άλλαξαν οι ίδιοι. Άλλαξε το περιβάλλον τους. Εκεί όπου η οργάνωση δεν είναι ευχή αλλά κανόνας, όπου η εξέλιξη δεν αφήνεται στην τύχη και όπου το ταλέντο δεν αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως πρώτη ύλη.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αντίφαση. Το ποδόσφαιρό μας παράγει παίκτες που ζητούν η Μπάγερν, η Άρσεναλ και η Ντόρτμουντ, αλλά δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου αυτοί οι παίκτες θα συναντιούνται στην Εθνική και θα θυμίζουν τις ομάδες στις οποίες αγωνίζονται. Σαν να εξάγουμε μάρμαρο Πεντέλης και να αδυνατούμε να χτίσουμε έναν γερό τοίχο. Κάποτε λέγαμε πως οι Έλληνες δεν φεύγουν εύκολα για το εξωτερικό γιατί δεν τους εμπιστεύονται. Σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τους εμπιστεύονται περισσότερο οι ξένοι απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι. Κι αυτό δεν είναι απλώς μια ποδοσφαιρική διαπίστωση. Είναι μια μικρογραφία της ελληνικής νοοτροπίας. Περιμένουμε πάντα να μας επιβεβαιώσει κάποιος άλλος την αξία μας. Και όταν το κάνει, αντί να αναρωτηθούμε γιατί δεν την είχαμε αναγνωρίσει νωρίτερα, συνεχίζουμε σαν να μη συνέβη τίποτα.

Ίσως αυτή η γενιά να είναι η καλύτερη που έχει εμφανιστεί μετά την εποχή των πρωταθλητών Ευρώπης του 2004. Ίσως όχι. Αυτό θα το δείξει ο χρόνος. Εκείνο που ήδη έχει αποδειχθεί είναι πως το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν υποφέρει από έλλειψη ταλέντου. Υποφέρει από έλλειψη σχεδίου, συνέχειας και αυτογνωσίας. Οι μεταγραφές αυτού του καλοκαιριού δεν είναι απλώς επιτυχίες ποδοσφαιριστών. Είναι ένα κατηγορητήριο. Ένα κατηγορητήριο απέναντι σε όσους επί χρόνια έπεισαν τον κόσμο ότι η Ελλάδα δεν παράγει πλέον μεγάλους παίκτες. Παράγει. Και μάλιστα τόσους, ώστε οι μεγαλύτεροι σύλλογοι της Ευρώπης να τους διεκδικούν ο ένας μετά τον άλλον.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί ο Καρανδρίκας πήγε στην Μπάγερν, ο Τζόλης στην Άρσεναλ ή ο Καρέτσας στην Ντόρτμουντ. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: πώς γίνεται όλες αυτές οι ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις να βλέπουν μπροστά τους μια χρυσή γενιά και το ελληνικό ποδόσφαιρο να εξακολουθεί να κοιτάζει πίσω από τον ώμο του. Κάποια στιγμή, οι δικαιολογίες τελειώνουν. Οι μεταγραφές, όμως, μένουν. Και φωνάζουν μια αλήθεια που κανείς δεν μπορεί πια να κρύψει: το πρόβλημα της Εθνικής δεν είναι οι ποδοσφαιριστές της. Είναι όσοι, χρόνια τώρα, δεν κατάφεραν να χτίσουν μια ομάδα αντάξια του ταλέντου τους.

Γιώργος Χελάκης