SPORTAGON

Oι παίδες χάνουν, οι πατεράδες λιθοβολούν

Η ολομέτωπη επίθεση «αγανακτισμένων πολιτών» στη ρεπόρτερ του Open που έκανε το λάθος να γελάσει για δύο δευτερόλεπτα όταν είδε κάτι αστείο να διαδραματίζεται μπροστά της ενώ έδινε ρεπορτάζ από το μέτωπο της πυρκαγιάς υπενθύμισε ότι έχουμε γίνει ο τέρας που φοβόμαστε.
Προσωπικά, ντράπηκα που ανήκω σε αυτή τη φυλή και ακόμα περισσότερο τρόμαξα. Ο συμπολίτης που λούζει δημόσια μία άγνωστη γυναίκα με ακατανόμαστο υβρεολόγιο και απαιτεί να τη ρίξουν στις φλόγες είναι προφανώς ικανός για το χειρότερο έγκλημα, με πρόσχημα τον «βρασμό ψυχής».
Αυτοί είναι που σκοτώνουν τις γυναίκες τους, αυτοί εγκαταλείπουν τα ζώα τους στο έλεος της πύρινης λαίλαπας, αυτοί ξυλοφορτώνουν τα παιδιά τους, αυτοί καίνε τα δάση για να χτίσουν αυθαίρετα πάνω στις στάχτες, αυτοί θα έσπρωχναν τη Μαρία Σιαμπάνου στη φωτιά αν την έβλεπαν μπροστά τους να γελάει.
Αυτοί, οι ίδιοι αυτοί συνέλληνες, βρήκαν τις τελευταίες μέρες καινούριο σπορ, λιγότερο μοβόρικο, αλλά εξίσου επικίνδυνο. Πρόκειται, άλλωστε, για το ίδιο άθλημα, σε διαφορετική έκφραση.  Το τυφλό μίσος τους το στρέφουν αυτή τη φορά προς τους παίκτες των Εθνικών ομάδων Νέων, Εφήβων και Παίδων μπάσκετ.
Γιατί; Επειδή χάνουν από τους Ισπανούς και από τους Γάλλους. Συνεπώς είναι κωλόπαιδα, κακομαθημένα, φαντασμένα, μούλικα, τεμπέληδες, ξιπασμένοι, ανίκανοι, υπερτιμημένοι, ανάξιοι να φέρουν το εθνόσημο, ανάξιοι να λέγονται Έλληνες. Διότι, ως γνωστόν, η ράτσα μας έχει μόνο άξιους, μόνο ήρωες, μόνο Κολοκοτρώνηδες και τουρκοφάγους. Και δεν κάνει ποτέ λάθη. Ούτε καν στα δεκάξι της.
Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω σε όσα σας περιγράφω, περάστε μία βόλτα από τα social media μετά από κάθε χαμένο αγώνα και θα καταλάβετε. Στην πραγματική ζωή το πρόβλημα δεν είναι τα παιδιά αλλά οι πατεράδες και οι μανάδες τους, συνολικά η κοινωνία που διδάσκει  μισαλλοδοξία και όχι αθλητικό ήθος, αλλά ας μην αφήσουμε την αλήθεια να μας χαλάσει ένα ωραίο αφήγημα.

Στο κάτω κάτω, θα σας πει ο παντογνώστης της διπλανής πόρτας, υπάρχουν και πατεράδες που ξέρουν τα κατατόπια. Ένας από τους παίκτες της Εθνικής Παίδων (επαναλαμβάνω: παίδων) είναι ο Θανάσης Σπανούλης, ο γιος του Βασίλη. Ο οποίος Βασίλης μπορεί να συγκαταλέγεται στους πιο πετυχημένους Έλληνες, αλλά η μισή Ελλάδα τον μισεί, επειδή σώβρακα και επειδή φανέλες. Όταν προστίθεται στην καφρίλα το οπαδικό κριτήριο (για τον Σπανούλη, για νεαρούς παίκτες που αποκτήθηκαν πρόσφατα από τον ΠΑΟΚ, για άλλους που ανήκουν στον Παναθηναϊκό κ.ο.κ.), το καπάκι του υπονόμου τρυπάει και τα λύματα εκτοξεύονται προς τον ουρανό.

Και να πεις ότι είναι τίποτε παρακατιανές οι μικρές Εθνικές ομάδες του μπάσκετ; Η Κ20 τερμάτισε πέμπτη στην Ευρώπη ξεπερνώντας καθοριστικές απουσίες, η Κ18 βγήκε έκτη και θα  ανέβαινε στο βάθρο αν δεν έσπαζε τα κοντέρ της κακοτυχίας, ενώ η Κ16 ξεκίνησε με δύο ήττες «στα σημεία» αλλά μοιάζει ικανή ακόμα και για μετάλλιο, σαν αυτό που κατέκτησε η Ανδρών τον περασμένο Σεπτέμβριο, για να μη ξεχνιόμαστε.

Τις όποιες ήττες, τις γνώρισαν από τους ισχυρούς του χώρου και όχι από τίποτε  καφενεία. Αντίθετα με το πόλο, που ξαφνικά το ερωτευτήκαμε επειδή κερδίζει, το μπάσκετ δεν είναι άθλημα των πέντε χωρών. Τα παιδιά (επαναλαμβάνω: π-α-ι-δ-ι-ά) παίζουν καλό μπάσκετ, αλλά τους λείπουν τα κορμιά, με αποτέλεσμα να «σκάνε» από την κούραση στα τελευταία δεκάλεπτα των αγώνων. Οι περισσότερες ξένες ομάδες έχουν ένα πλεονέκτημα που για τις δικές μας αποτελεί νεκρό γράμμα: κάμποσα μεταναστάκια δεύτερης και τρίτης γενιάς, με σωματομετρικούς δείκτες made in Africa που ο νοτιοευρωπαίος δεν μπορεί εύκολα να ανταγωνιστεί.
Άντε όμως να πεις στον Ελληνάρα, ότι ο αγαθός και ελεήμων θεός της Ελλάδας τον έκανε κοντοστούπη με το συμπάθιο, φτυστό με τον Τούρκο που ο ίδιος αποκαλεί «Μογγόλο». Και ότι, επιπρόσθετα, η χώρα οφείλει να ενσωματώνει ομαλά τους μετανάστες στην κοινωνία της, όχι για να νικάει στο μπάσκετ, αλλά για όλους τους λόγους του κόσμου. Εδώ μετά βίας ανέχονται οι νοικοκυραίοι τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τ’ αδέλφια του…
Νίκος Παπαδογιάννης