Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε μπούμερ της δικής μου γενιάς, θα σας πει ότι το αυριανό Αργεντινή-Αγγλία πρέπει να γίνει όχι στην Ατλάντα (την οποία βρίζουμε επειδή μας έφαγε τη «Χρυσή Ολυμπιάδα» του 1996…), αλλά στο «Αζτέκα» του Μεξικού, με λιοπύρι και με τη σκιά της κάμερας-αράχνης να πέφτει στο γρασίδι. Και ότι τη σέντρα θα πρέπει να την κάνει το φάντασμα του Ντιέγκο Μαραντόνα. Όχι με το πόδι, αλλά με το χέρι! Να είναι τζάμπολ, όπως στο μπάσκετ…
Διότι, αφήστε με να σας πω τι συνέβη ένα ζεστό απόγευμα του 1986, στη χτυπημένη από τρομερό σεισμό Πόλη του Μεξικού. Στρογγυλοκαθίστε και στην ανάγκη καπνίστε, όπως κάπνιζαν αρειμανίως οι περισσότεροι Μεξικανοί θεατές εκείνη την αλησμόνητη μέρα, που μύριζε καπνό και θειάφι.
To λίπασμα από το οποίο φύτρωσε το «χέρι του Θεού» τοποθετήθηκε όχι στις 22 Ιουνίου 1986, αλλά τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν ξέσπασε ο περί όνου σκιάς πόλεμος των Φόκλαντς. Τα νησιά που οι Αργεντινοί ονομάζουν Μαλβίνας και θεωρούν ανέκαθεν δικό τους έδαφος βρέθηκαν στο μάτι ενός κυκλώνα που ξέσπασε μέσα σε νηνεμία, με πολεμικά βαπόρια, παραζαλισμένους πεζοναύτες και έντρομους φαντάρους, που αναζητούσαν στον χάρτη το άγραφο σύμπλεγμα.
Ο σκληρός φιλελευθερισμός της Θάτσερ και η χούντα του Γκαλτιέρι έπεσαν με τα μούτρα στις εχθροπραξίες, επιβεβαιώνοντας τον αφορισμό ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο των απατεώνων. Δέκα εβδομάδες μετά το πρώτο αίμα, τα κανόνια σίγησαν και ο ακήρυχτος πόλεμος άφησε πίσω του 904 νεκρούς και 2.400 τραυματίες, κυρίως από την πλευρά των Αργεντινών. Τρεις κάτοικοι των Φόκλαντς φονεύτηκαν από φίλια πυρά και η πληγή έμεινε ανοιχτή για χρόνια.
Οι διπλωματικές σχέσεις αποκαταστάθηκαν μόλις το 1989. «Δύο φαλακροί τσακώθηκαν για μία τσατσάρα», σχολίασε με δηλητηριώδες χιούμορ ο Αργεντινός Νομπελίστας Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Ναι, αλλά ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα είχε μαλλί σαν αφάνα…
Η ειρηνική ποδοσφαιρική σύγκρουση Αγγλίας-Αργεντινής στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1986 βρήκε τις δύο χώρες να μη μιλιούνται μεταξύ τους, ενώ η ξενοφοβία στην Αλβιώνα τρυπούσε το ταβάνι (μολονότι υπήρχαν και ψύχραιμες αντιπολεμικές φωνές, όπως του BBC).
Τα εγγλέζικα ταμπλόιντ απαιτούσαν να ισοπεδωθούν οι «Argies», ενώ πίσω στην Αργεντινή το όνομα του αντιπάλου δημιουργούσε συσπείρωση. Η πατροπαράδοτη μίρλα κλειδώθηκε για λίγο στο συρτάρι και οι πατριωτικοί θούριοι πέρασαν στο προσκήνιο.
Εκόντες άκοντες, οι παίκτες υποσχέθηκαν να χύσουν ιδρώτα και αίμα στο χορτάρι του «Αζτέκα» για να τιμήσουν τους νεκρούς των Μαλβίνας. «Η χούντα μας διαβεβαίωνε ότι βγαίναμε νικητές από τον πόλεμο, ενώ στην πραγματικότητα χάναμε με 20-0», σχολίασε πολλά χρόνια αργότερα ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας.
Η φάση που απέδειξε ότι ο Μαραντόνα ήταν μεγαλύτερος και από τους ίδιους τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου έγινε στο 52ο λεπτό και ξεκίνησε όπως συνήθως ξεκινούσαν οι επελάσεις στον «πλανήτη Ντιέγκο».
Μία, δύο, τρεις ντρίμπλες σε χώρο μηδέν, ασύντακτη υποχώρηση και πανικός στην αντίπαλη άμυνα, μία άτσαλη απόκρουση του Στιβ Χοτζ που έδωσε στη μπάλα οπίσθια τροχιά καμινάδας. Ο γκολκίπερ Πίτερ Σίλτον βγήκε για να τη μαζέψει, ο Μαραντόνα πήδηξε μαζί του με ελατήρια στις κάλτσες.
Ο κοντός έκανε το θαύμα του: γκολ! Ναι, αλλά …τι γκολ; Χερούκλα!
Ο τερματοφύλακας και οι αμυντικοί έτρεξαν αμέσως στον διαιτητή για να διαμαρτυρηθούν. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά, ο Μαραντόνα βάλθηκε να πανηγυρίζει σαν κατσίκι, ώστε να διώξει κάθε αμφιβολία από το μυαλό του επόπτη. Ο Τυνήσιος διαιτητής Αλί Μπενασέρ, σαστισμένος, έτρεξε τρεκλίζοντας προς τη σέντρα.
Το τηλεοπτικό ριπλέι έδειξε την αλήθεια, αλλά τω καιρώ εκείνω δεν υπήρχε VAR για να διορθώνει τις γκάφες και τις κουτσουκέλες. Το γκολ-φάντασμα μέτρησε κανονικά, ο Μαραντόνα εξιλεώθηκε τέσσερα λεπτά αργότερα με αυτό που ονομάστηκε «γκολ του αιώνα» και η Αργεντινή προκρίθηκε με 2-1, μέσα σε κατακραυγή και χάχανα.
«Ήταν λίγο το κεφάλι του Ντιέγκο και λίγο το χέρι του Θεού», είπε ο σκόρερ στις ορδές των δημοσιογράφων. «Μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται», θα μπορούσε να προσθέσει.
Όταν ο Μαραντόνα συναντήθηκε με τον Γκάρι Λίνεκερ, μπροστά στις κάμερες κάποιου τηλεοπτικού στούντιο, αρνήθηκε τον χαρακτηρισμό του απατεώνα, τον οποίο του επιδαψίλευσαν διά βίου οι Άγγλοι. «Δεν ήταν κλεψιά, αλλά πονηριά», ισχυρίστηκε. Η ομολογία του ακούστηκε 19 χρόνια μετά το ιστορικό ματς, μέσα από την (δική του) εκπομπή La Noche Del 10. Η «συγγνώμη» του, ουδέποτε.
«Γιατί να ζητήσω συγγνώμη και για να ικανοποιήσω ποιον; Η ιστορία γράφτηκε και δεν αλλάζει. Στο γήπεδο υπήρχαν 100.000 θεατές, 22 ποδοσφαιριστές, ένας διαιτητής και δύο λάινσμεν. Ο Σίλτον διαμαρτύρεται τώρα, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβε το παραμικρό, του το είπαν οι αμυντικοί. Το είδε το βράδυ στην τηλεόραση! Στα 47 μου χρόνια, πιστεύω ότι θα ήταν βλακεία να απολογηθώ στους Άγγλους».
Και όταν βρέθηκε μπροστά στον φακό του σκηνοθέτη Ασίφ Καπαντία, για το ντοκιμαντέρ Diego Maradona του 2019, ο Μαραντόνα θυμήθηκε τα Φόκλαντς: «Η νίκη μας στο Μεξικό ήταν μία συμβολική ρεβάνς για τον χαμένο πόλεμο». Ποιος θυμάται ποια τις Ίσλας Μαλβίνας και τον πόλεμό της τσατσάρας;