ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ένα απόγευμα με τον John Mearsheimer κάτω από την Ακρόπολη

Ο John Mearsheimer είναι εβδομήντα οκτώ ετών, κάνει διαλειματική νηστεία, και εκείνο το απόγευμα της Τρίτης δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Μίλησε, παρ’ όλα αυτά, για δύο ώρες σχεδόν χωρίς σημειώσεις για το πιο πρωτόγονο από τα ανθρώπινα ένστικτα: την επιβίωση.

Η σκηνή ήταν στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου, που μαζί με το Council of International Relations οργάνωσαν τη συζήτηση στην Πλάκα, λίγα μέτρα κάτω από την Ακρόπολη. Στο κοινό βρίσκονταν κάποιοι από τους πιο επιφανείς Έλληνες διεθνολόγους, συγκεντρωμένοι να ακούσουν τον άνθρωπο που έχτισε μια καριέρα ως ίσως ο επιδραστικότερος εν ζωή διεθνολόγος του πλανήτη, λέγοντας στις μεγάλες δυνάμεις ότι είναι, και οφείλουν να είναι, αδίστακτες. Η Popaganda παρακολούθησε από κοντά τη διάλεξή του.

Δίπλα στον Αμερικανό καθηγητή κάθονταν άνθρωποι που έχουν περάσει τη ζωή τους με τους ίδιους προβληματισμούς: ο Αθανάσιος Πλατιάς, ομότιμος καθηγητής και πρόεδρος του Council of International Relations, που συντόνιζε, ο Βασίλειος Παϊπάης, πρόεδρος του ΙΔΙΣ, ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, τον οποίο ο ίδιος ο Πλατιάς θα αποκαλούσε ως «έναν ακόμα εξέχοντα Έλληνα ρεαλιστή», η Κοσμήτορας Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Μαριλένα Κοππά και ο πρώην Πρύτανης Δημήτρης Κώνστας. Δεν ήταν, με άλλα λόγια, αίθουσα που ο Mearsheimer χρειαζόταν συστάσεις. Ήταν αίθουσα που ήταν προετοιμασμένη για εμβάθυνση. Ούτως ή άλλως ο κόσμος του χωράει σε λίγες θεωρητικές υποθέσεις: το διεθνές σύστημα είναι άναρχο κι άρα δεν υπάρχει καμία ανώτερη αρχή πάνω από τα κράτη, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι έχει στο μυαλό του ο γείτονάς του σήμερα ή σε είκοσι χρόνια, άρα ο μόνος ασφαλής δρόμος είναι να γίνεις ο ισχυρότερος στη γειτονιά σου.

«Καλείς το 911 (τηλεφωνικός αριθμός έκτακτης ανάγκης)», είπε κάποια στιγμή, με το χαμόγελο ανθρώπου που ξέρει ότι η ατάκα πιάνει πάντα, «και δεν υπάρχει κανείς στην άλλη άκρη της γραμμής». Η επιβίωση προηγείται της ευημερίας και τα μεγάλα κράτη, αν σκέφτονται λογικά, συμπεριφέρονται ανάλογα, δηλαδή επιθετικά.

Σε άλλη αίθουσα, αυτά θα ακούγονταν ψυχρά, ίσως και σκληρά. Εδώ όμως ακούγονται ως μέρος της επιστήμης και μιας ολόκληρης βιβλιογραφίας που συμπληρώνεται καθημερινά από ερευνητές σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Αλλά και ο Mearsheimer από την πλευρά του ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν, ώστε κάποια στιγμή γύρισε προς το ακροατήριο και είπε:

«Στοιχηματίζω ότι ο καθένας από εσάς εύχεται η Ελλάδα να ήταν περίπου εκατό φορές πιο ισχυρή από ό,τι είναι, και για καλούς στρατηγικούς λόγους. Δεν θέλετε να είστε αδύναμοι στη διεθνή πολιτική. Έχετε πολλούς γείτονες που σας κάνουν να νιώθετε πολύ νευρικοί. Και με την πάροδο του χρόνου, είχατε πάρα πολλούς γείτονες που σας έκαναν να νιώθετε πολύ νευρικοί, και μερικοί από αυτούς σας έχουν κάνει φοβερά πράγματα. Έχετε εξαφανιστεί από τον χάρτη σε αρκετές περιπτώσεις. Αυτό δεν συμβαίνει όταν είστε πραγματικά ισχυροί».

Και όμως, για κάποιον που πέρασε μισό αιώνα εξηγώντας πώς λειτουργεί η ισχύς, ο Mearsheimer έχει μια παράξενη σχέση μαζί της. Δεν τον πλησιάζει ποτέ. Το παραδέχτηκε ο ίδιος, προς το τέλος, σχεδόν με παράπονο. Καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν τον είχε συμβουλευτεί ούτε μία φορά, για τίποτα. Κι ας ήταν η Κοντολίζα Ράις στην ακαδημαϊκή του ομάδα, κι ας γνώριζε προσωπικά τον Πολ Γούλφοβιτς κι άλλους. Στην Ευρώπη δεν τον καλούν σχεδόν καθόλου. Τον καλούν όμως αλλού: στο Πεκίνο.

Όταν πηγαίνει στην Κίνα, εξομολογείται, είναι από τις λίγες φορές που νιώθει Αμερικανός, «ανάμεσα στους δικούς μου ανθρώπους», επειδή οι Κινέζοι «είναι ρεαλιστές μέχρι το μεδούλι». Οι δικοί του άνθρωποι, δηλαδή, βρίσκονται στην απέναντι πλευρά του μεγάλου ανταγωνισμού. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της διακυβέρνησης Τραμπ που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο Νοέμβριο διαβάζεται, όπως επισήμανε ο Θανάσης Πλατιάς, σαν να την έγραψε ο ίδιος.

Ο αιτιακός μηχανισμός του Mearsheimer πίσω από όλα αυτά είναι απλός. Τα κράτη που δεν γίνονται ισχυρά, το πληρώνουν. Ο Mearsheimer αποκάλεσε αυτό το φαινόμενο με το κινεζικό του όνομα, «Αιώνας της Εθνικής Ταπείνωσης». Δηλαδή την περίοδο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1840 ως τα τέλη του αιώνα, που η Κίνα, έχοντας αρνηθεί να μιμηθεί τα ευρωπαϊκά κράτη, όπως έκανε η Ιαπωνία, βρέθηκε στο έλεός τους.

«Αυτό συμβαίνει όταν είσαι αδύναμος στη διεθνή πολιτική», είπε. Η επιβίωση, όχι η ευημερία, βρίσκεται στον πυρήνα του ρεαλισμού, σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό. Κι επειδή δεν υπάρχει ανώτερη αρχή εξουσίας να σε σώσει σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, είσαι μόνος σου. Το διατύπωσε με μια φράση που, είπε, του έλεγε η μητέρα του όταν ήταν μικρός: ο Θεός βοηθάει όσους βοηθούν τον εαυτό τους. Πίσω από αυτό βρίσκει κανείς στο βάθος, τον Θουκυδίδη και στη συνέχεια τον Χομπς, του οποίου ο μοναδικός φυσικός νόμος, θύμισε, είναι ότι ο καθένας οφείλει να επιδιώκει να επιβιώσει.

Από αυτόν τον μηχανισμό προκύπτει το πιο προκλητικό του συμπέρασμα: όλες οι μεγάλες δυνάμεις είναι αδίστακτες και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν εξαίρεση. Οι ΗΠΑ δεν είναι «καλοπροαίρετη ηγεμονική δύναμη», όσο κι αν αρέσει στους φιλελεύθερους συμπατριώτες του να το πιστεύουν. Είναι, όπως κάθε μεγάλη δύναμη, αδίστακτη, επαναλαμβάνει. Αυτό, λέει, εξηγεί γιατί έγινε «κάτι σαν ροκ σταρ» στην Κίνα, παρότι υποστηρίζει ανοιχτά ότι η χώρα δεν μπορεί να αναδυθεί ειρηνικά και ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να επιβραδύνει την ανάπτυξή της. Οι Κινέζοι, του είπαν κάποτε, τον συμπαθούσαν επειδή ήταν «ο πρώτος Αμερικανός που παραδέχεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αδίστακτες».

Η ίδια λογική πάνω στον χάρτη δίνει μια πολύ γνωστή θέση του. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν ανέχονται ξένους αντιπάλους στη γειτονιά τους. Οι ΗΠΑ έχουν το Δόγμα Μονρόε, και η λογική του, υποστήριξε, ισχύει και για τους άλλους. Σε όσους στην αίθουσα δυσκολεύονταν να δουν τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Ουκρανία ως απειλή για τη Ρωσία, είχε έτοιμη μια αναλογία: η Ουκρανία είναι η «αυλή» της Μόσχας. Γι’ αυτό, υποστήριξε, ρεαλιστές σαν κι αυτόν αντιτάχθηκαν εξαρχής στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και γι’ αυτό διαβάζει την εισβολή του Πούτιν όχι ως πράξη επεκτατισμού, αλλά ως «προληπτικό πόλεμο. Είναι η ανάγνωση που του έχει χαρίσει θαυμαστές και αντιπάλους εξίσου.

Μήπως όμως αυτή η θέση είναι η κεκαλυμμένη συνταγή για μια διαρκή αμερικανική επιθετικότητα; Ο ίδιος επιμένει πως όχι. Η κριτική του στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, από το Βιετνάμ έως το Ιράκ, είναι ότι σπατάλησαν αίμα και χρήμα σε μέρη χωρίς στρατηγική σημασία, παγιδευμένες σε εμμονές. Σχεδόν κάθε ρεαλιστής, παρατήρησε, εκτός από τον Χένρι Κίσινγκερ, αντιτάχθηκε και στους δύο πολέμους. Η σωστή κίνηση, στη δική του λογική, είναι η αντίστροφη. Να δελεάσεις τον αντίπαλό σου να βαλτώσει εκεί που θα αναπτυχθούν οι δικές του εμμονές.

Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στο Αφγανιστάν το 1979 και η Ουάσιγκτον πανικοβλήθηκε, ο ίδιος το είδε ως «μάννα εξ ουρανού». Σήμερα, πρόσθεσε, η Κίνα παρακολουθεί με την ίδια ικανοποίηση τις ΗΠΑ να σπαταλούνται στην Ουκρανία και το Ιράν και να απομακρύνονται από την Ανατολική Ασία. Εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να κοιτάζουν.

Ο πραγματικός ρόλος της Αμερικής, στην αφήγησή του, δεν είναι του κατακτητή, αλλά του «ειρηνοποιού» για τους συμμάχους τους. Στην Ευρώπη, το ΝΑΤΟ κράτησε τους Ευρωπαίους να μην αλληλοτρώγονται και έδωσε στην ΕΕ το έδαφος για να ανθίσει, ενώ στον Κόλπο, ένα πλέγμα αμερικανικών βάσεων και συμμαχιών κράτησε τα πετρελαϊκά κράτη ασφαλή και πλούσια. Και τα δύο, όμως, τα περιέγραψε σε παρελθόντα χρόνο.

Μετά τον πόλεμο που ξέσπασε, είπε, «στις 28 Φεβρουαρίου», σχεδόν όλες οι αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν, η δομή της συμμαχίας διερράγη και η Αμερική δεν φαίνεται πια να έχει μακρύ ορίζοντα ως ειρηνοποιός εκεί. Στην Ευρώπη, το ίδιο σενάριο με άλλη μορφή: ο Θείος Σαμ αποχωρεί και το ερώτημα που αφήνει πίσω του να αιωρείται είναι μάλλον δυσοίωνο. Πώς, τότε, θα θωρακίσουν οι Ευρωπαίοι μόνοι τους την ασφάλειά τους;

Αλλά δεν χαρίζεται ούτε στον Τραμπ. Τρεις ήταν οι υποσχέσεις του, ανέφερε: εγκατάλειψη της εμπλοκής με την Κίνα υπέρ του περιορισμού της, εξομάλυνση με τη Ρωσία, τέλος στους ατέρμονους πολέμους. Στην πρώτη θητεία πέτυχε τη μία, τον περιορισμό της Κίνας, που τον συνέχισε ακόμα κι ο Μπάιντεν, απέτυχε στη δεύτερη, έδειξε να κρατάει την τρίτη. Στη δεύτερη θητεία, η εικόνα άλλαξε. Ο Τραμπ δεν τερμάτισε τον πόλεμο στην Ουκρανία, προσπάθησε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, και, εξαντλημένος σε δύο μέτωπα, γύρισε φιλικός προς το Πεκίνο.

«Όταν πήγε να δει τον Σι Τζινπίνγκ τον προηγούμενο μήνα, του έκανε τα γλυκά μάτια (“kissy face”) εγκαταλείποντας ακριβώς εκείνο που είχε κάνει σωστά», είπε χαρακτηριστικά.

Και κάπου εδώ ήρθε μια ερώτηση περί πυρηνικών όπλων. Η πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ, είπε, είναι ο λόγος που ο Πούτιν φέρθηκε ως τώρα με προσοχή απέναντι στη Δύση. Αλλά η Δύση, ισχυρίστηκε, δεν δίνει αρκετή σημασία στα ρωσικά πυρηνικά και ολοένα περισσότεροι Ρώσοι, με προεξάρχοντα τον Σεργκέι Καραγκάνοφ, υποστηρίζουν πλέον ανοιχτά ότι ήρθε η ώρα η Μόσχα να αρχίσει να χτυπά στόχους στην Ευρώπη, αν χρειαστεί και με μικρό αριθμό πυρηνικών. Όταν στριμώχνεις μια χώρα στη γωνία και απειλείς την επιβίωσή της, είπε ο θεμελιωτής του επιθετικού ρεαλισμού, αντιδρά με τρόπους που ίσως δεν περίμενες.

Ποιο είναι, λοιπόν, το κοινό στο οποίο απευθύνεται ένας ρεαλιστής που κανείς πίσω από τις κλειστές πόρτες της εξουσίας δεν ακούει; «Αυτό που κάνεις είναι να μιλάς στο κοινό, να μιλάς στους φοιτητές και να κάνεις ό,τι μπορείς για να επηρεάσεις έμμεσα τους ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, παρεμπιπτόντως, το ίδιο ισχύει και στην Ευρώπη. Σχεδόν ποτέ δεν με προσκαλούν στην Ευρώπη, επειδή η Ευρώπη είναι απλώς μια επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών αυτή τη στιγμή».

Τα mainstream ΜΜΕ και οι ελίτ, είπε, «μας έχουν απογοητεύσει», και ο κόσμος το καταλαβαίνει, γι’ αυτό στρέφεται αλλού, ψάχνοντας εναλλακτικές φωνές. Βλέπει τον εαυτό του, παραδέχτηκε με μισό χαμόγελο – «θα ακουστεί κάπως χαζό» – να προσφέρει ένα είδος δημόσιας υπηρεσίας σε ανθρώπους που, όπως κι ο ίδιος, ψηλαφούν στο σκοτάδι προσπαθώντας να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο.

Πρόσφατα, θύμισε, βρέθηκε μαζί με τον Στίβεν Γουόλτ σε τηλεμαχία απέναντι στον πρώην υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο και τη Βικτόρια Νούλαντ στον Καναδά. Το ωραίο της αντιπαράθεσης, είπε, δεν ήταν ποιος κέρδισε, ούτε πώς ψήφισε το κοινό, αλλά ότι δύο άνθρωποι ουσιαστικά αποκλεισμένοι από τα μεγάλα μέσα (ο ίδιος και ο Γουόλτ) κατάφεραν, για μία βραδιά, να ανέβουν στη μεγάλη σκηνή.

Μαθαίνει, λέει, από τα emails και τα μηνύματα που λαμβάνει, κάποιες φορές τον κάνουν να αλλάξει γνώμη – «όχι εντελώς, αλλά εν μέρει».

Ο Θανάσης Πλατιάς, από τη θέση του συντονιστή, του το γύρισε με μια φράση στοργικής ένστασης: «Κοίτα πόσα κλικ κάνεις στις παρουσιάσεις σου, έχεις επιρροή στην κοινή γνώμη και το ξέρεις αυτό».

Κλείνοντας, ύστερα από δύο ώρες, ο Πλατιάς αποκάλεσε τη διάλεξη ως «μια ιστορική διάλεξη στους πρόποδες της Ακρόπολης» και ως επιστροφή του ρεαλισμού στον τόπο όπου γεννήθηκε.

Κάπου εκεί γύρω κάτω από τον βράχο ίσως κάποτε είχε ακουστεί η ίδια σκέψη, ότι οι ισχυροί κάνουν ό,τι τούς επιτρέπει η ισχύς τους. Ο άνθρωπος που την επανέλαβε εκείνο το απόγευμα ήταν ένας 78χρονος που βρισκόταν σε ελλειμματική νηστεία, και, λίγο πριν από το τέλος, η πιο πιεστική ανάγκη στην αίθουσα ίσως να μην ήταν η ισορροπία δυνάμεων, αλλά το συμπόσιο που θα ακολουθούσε.

Ανδρέας Μπελεγρής

Share
Published by
Ανδρέας Μπελεγρής