ΣΙΝΕΜΑ

The Devil Wears Prada 2: Από πότε ο διάβολος δακρύζει;

Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Andrea “Andy” Sachs μπήκε αμήχανα στο γραφείο της Miranda Priestly, με εκείνο το περιβόητο μπλε πουλόβερ να γίνεται σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Στο The Devil Wears Prada 2, η ιστορία ξεκινά με μια επιστροφή που μοιάζει αναπόφευκτη αλλά και ειρωνική. Η Andy (Anne Hathaway) δεν είναι πια η αφελής απόφοιτη που προσπαθεί να επιβιώσει στο Runway, αλλά μια καταξιωμένη δημοσιογράφος που βλέπει τον κόσμο των media να καταρρέει κάτω από τα πόδια της. Την ώρα που παραλαμβάνει ένα σημαντικό βραβείο για τη δουλειά της σε ένα σοβαρό έντυπο, απολύεται με ένα απλό μήνυμα στο κινητό. Καθόλου μακριά από την πραγματικότητα. Είναι μια σκηνή που συμπυκνώνει όλη τη βία της σύγχρονης δημοσιογραφίας.

Και κάπου εκεί, σχεδόν με σατανική ειρωνεία, επιστρέφει η πρόταση που αλλάζει τα πάντα. Runway. Miranda. Πάλι από την αρχή. Η Meryl Streep επιστρέφει ως Miranda Priestly και το κάνει σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το ίδιο ισχύει για τον Nigel του Stanley Tucci, ο οποίος είναι πάντα κομψός, πάντα λίγο μελαγχολικός, πάντα ο μόνος που καταλαβαίνει τι πραγματικά συμβαίνει. Η Emily (Emily Blunt), από πρώην βοηθός, έχει εξελιχθεί σε απόλυτη power player στον οίκο Dior, ενώ το σύμπαν γύρω τους έχει αλλάξει δραματικά.

Το Runway δεν είναι πια το πανίσχυρο έντυπο που καθόριζε τάσεις και καριέρες, αλλά ένα brand που παλεύει να επιβιώσει σε έναν κόσμο γεμάτο από clicks, αλγόριθμους και teenage κοινό χωρίς γούστο, όπως θα έλεγε η Miranda με εκείνο το σχεδόν ανεπαίσθητο σήκωμα του φρυδιού. Τα μπάτζετ έχουν μειωθεί, οι αξίες έχουν γίνει PR statements και η λέξη content αιωρείται σαν απειλή πάνω από κάθε απόφαση για το στήσιμο του περιοδικού (το οποίο ουσιαστικά κρατιέται από την ψηφιακή και όχι την έντυπη μορφή του που έχει γίνει τόσο λεπτή σαν φλούδα).

Η πλοκή ακολουθεί μια γνώριμη, σχεδόν ανακυκλωμένη διαδρομή. Η Andy επιστρέφει ως features editor για να δώσει κύρος στο περιοδικό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να σώσει την ύπαρξή του μέσα από μια μεγάλη συνέντευξη με μια δισεκατομμυριούχο φιλάνθρωπο. Στο παρασκήνιο, corporate παιχνίδια, τεχνολογικά μεγαθήρια και οικονομικά συμφέροντα απειλούν να καταπιούν τα πάντα. Η δομή θυμίζει έντονα το πρώτο φιλμ, από τις σκηνές στην καφετέρια με τον Nigel μέχρι το ταξίδι στη Μιλάνο και τις παρασκηνιακές ίντριγκες για τη διάσωση της Miranda. Όμως εδώ αρχίζει και το βασικό πρόβλημα, αφού το The Devil Wears Prada 2 δεν προσπαθεί πραγματικά να ξεφύγει από το καλούπι του. Αντίθετα, το αγκαλιάζει τόσο σφιχτά που μοιάζει περισσότερο με tribute παρά με αυτόνομη ταινία.

Σκηνοθετικά, ο David Frankel και σεναριακά η Aline Brosh McKenna επιστρέφουν με εμφανή σεβασμό στο αρχικό υλικό, αλλά και με μια περίεργη αμηχανία για το πώς να το εξελίξουν. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που λειτουργεί άψογα σε επίπεδο μηχανισμού, με ρυθμό, διαλόγους και χιούμορ, αλλά σπάνια καταφέρνει να σε εκπλήξει. Η μεγαλύτερη διαφορά βρίσκεται στους χαρακτήρες. Η Andy δεν είναι πια ευάλωτη. Είναι σίγουρη, έμπειρη και ίσως γι’ αυτό και λιγότερο ενδιαφέρουσα. Το ταξίδι της δεν έχει το ίδιο συναισθηματικό βάρος, γιατί δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Το ίδιο ισχύει και για τη Miranda, που εδώ εμφανίζεται πιο μαλακή, πιο ανθρώπινη, αλλά και λιγότερο τρομακτική. Τόσο δάκρυ από έναν διάβολο δηλαδή, δεν το περιμένεις. Η Meryl Streep παραμένει μαγνητική, με εκείνη τη μινιμαλιστική, σχεδόν χειρουργική ερμηνεία που κόβει σαν λεπίδα, αλλά το σενάριο δεν της δίνει πάντα χώρο να αναπνεύσει. 

Υπάρχουν στιγμές που λάμπουν με μικρές, κοφτές ατάκες, βλέμματα που λένε πολλά και σκηνές όπου η Miranda μοιάζει να συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος έχει προχωρήσει χωρίς εκείνη. Εκεί, η ταινία βρίσκει μια υπόγεια θλίψη που την ανεβάζει επίπεδο, αλλά δεν μένει εκεί αρκετά. Αντίθετα, προσπαθεί να προκαλέσει το συναίσθημα με δάκρυα και μελό στιγμές (πολλές φορές ξεφύσησα από βαρεμάρα, νιώθοντας άβολα). Στον αντίποδα, οι νέες αφηγηματικές γραμμές, όπως το ειδύλλιο της Andy με έναν βαρετό Αυστραλό μεγιστάνα (Patrick Brammall) ή ο ρόλος του Kenneth Branagh ως γλυκούλη και υποτακτικού συντρόφου της Miranda, μοιάζουν αμήχανες και σχεδόν διακοσμητικές. Δεν έχουν χημεία, δεν έχουν ουσία και τελικά δεν επηρεάζουν πραγματικά την ιστορία.

Η ίδια η ταινία, όσο διασκεδαστική κι αν είναι, κουβαλάει μια αντίφαση που δεν μπορεί να λύσει. Θέλει να σχολιάσει την κατάντια των σύγχρονων media, τις συγχωνεύσεις, τα layoffs, την εμπορευματοποίηση των πάντων, αλλά ταυτόχρονα είναι προϊόν αυτού ακριβώς του συστήματος. Και αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο τέλος, όπου η λύση έρχεται, σχεδόν ειρωνικά, από έναν καλό δισεκατομμυριούχο (ΛΟΛ). Είναι μια εξέλιξη που ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό τον ρεαλισμό που η ίδια η ταινία προσπαθεί να χτίσει. Αισθητικά, υπάρχει μια εμφανής απώλεια. Τα κοστούμια έχουν στιγμές λάμψης, αλλά λείπει εκείνη η εκκεντρική, σχεδόν θεατρική τόλμη της πρώτης ταινίας. Ακόμα και η μόδα δεν είναι πια όνειρο, αλλά εργαλείο. Το μόνο που μου έμεινε είναι το φανταστικό emerald eye-liner της Emily Blunt. Α, ναι και το τραγούδι “Shape of a woman” που ερμηνεύει η Lady Gaga στο Μιλάνο. Ωραίο. 

Σίγουρα είναι απολαυστικό να βλέπεις αυτούς τους χαρακτήρες ξανά μαζί, αφού η χημεία του βασικού καστ λειτουργεί σχεδόν αυτόματα. Υπάρχει μια ζεστασιά, μια οικειότητα, μια αίσθηση ότι επιστρέψαμε σπίτι, έστω κι αν το αυτό το σπίτι έχει αλλάξει και οι διάλογοι παραμένουν κοφτεροί. Αλλά, ας μη γελιόμαστε, υπάρχει ακόμα χώρος για τη Miranda Priestly στην εποχή μας; Μόνο από κάποιους influencers. 

Το The Devil Wears Prada 2 δεν θα γίνει ποτέ το comfort movie που έγινε το πρώτο. Δεν έχει εκείνη την πολιτισμική στιγμή, εκείνη την αθωότητα, εκείνη τη φρέσκια ματιά σε έναν κόσμο που τότε φάνταζε μυθικός. Αντίθετα, σήμερα ο ίδιος κόσμος μοιάζει κουρασμένος, εκτεθειμένος, σχεδόν απογυμνωμένος και η επιλογή σοβαρών δημοσιογραφικών θεμάτων σε ένα τέτοιο μέσο, μοιάζει περισσότερο με ανάγκη να προσελκύσει επιπλέον κοινό, παρά με πραγματική ενσυναίσθηση για τα όσα συμβαίνουν στην ανθρωπότητα. Και αυτό δεν το κάνει αστείο, αλλά λυπηρό. That’s all.

Το The Devil Wears Prada 2 προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Feelgood.
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά