ΧΟΡΟΣ

Το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας επιστρέφει πιο ανοιχτό και πιο πολιτικό

Υπάρχουν φεστιβάλ που λειτουργούν ως ετήσια πολιτιστικά γεγονότα και υπάρχουν κι εκείνα που, σχεδόν αθόρυβα, μετατρέπονται σε οργανικό κομμάτι της ταυτότητας ενός τόπου. Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας ανήκει πια, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι μόνο οι παραστάσεις, οι διεθνείς συμμετοχές ή η καλλιτεχνική του ακτινοβολία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο, εδώ και τρεις δεκαετίες, η πόλη συνομιλεί με το σώμα, την κίνηση, την αγωνία και την ανάγκη της εποχής να ξαναβρεί ρυθμό.

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, που θα πραγματοποιηθεί από τις 17 έως τις 26 Ιουλίου, μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι ο θεσμός έχει μπει πλέον σε μια νέα φάση ωριμότητας και εξωστρέφειας. Με την Τζένη Αργυρίου για δεύτερη χρονιά στην καλλιτεχνική διεύθυνση, το φετινό πρόγραμμα δεν περιορίζεται στην παρουσίαση σημαντικών δημιουργών από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επιχειρεί κάτι βαθύτερο, να ξανατοποθετήσει τον χορό στο κέντρο μιας δημόσιας συζήτησης για την αβεβαιότητα, τη συνύπαρξη, τη συλλογικότητα και τελικά την ίδια τη ζωή.

Σε μια εποχή εύθραυστη, γεμάτη αστάθεια, διαρκείς μετατοπίσεις και κοινωνική κόπωση, το φεστιβάλ μοιάζει να προτείνει τον χορό ως μια μορφή αντίστασης. Ως έναν χώρο όπου το σώμα μπορεί ακόμη να θυμάται, να επινοεί και να επικοινωνεί. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής διοργάνωσης: ότι δεν αντιμετωπίζει τον χορό ως κλειστή καλλιτεχνική φόρμα, αλλά ως ζωντανό κοινωνικό γεγονός που μπορεί να απλωθεί ακόμη και πιο πέρα από τα όρια μιας πόλης

Yoann Bourgeois Art Company_He who falls_6 © Géraldine Aresteanu Low

Η Καλαμάτα, άλλωστε, έχει καταφέρει κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τα ελληνικά πολιτιστικά δεδομένα. Να δημιουργήσει έναν θεσμό με διεθνές κύρος χωρίς να αποκοπεί από την τοπική του βάση. Κάθε Ιούλιο η πόλη αλλάζει ρυθμό. Οι πλατείες, οι δρόμοι, το Μέγαρο Χορού, ακόμη και οι πιο απρόσμενοι χώροι αποκτούν μια άλλη ένταση. Ο επισκέπτης δεν αισθάνεται απλώς ότι παρακολουθεί ένα φεστιβάλ,  αισθάνεται ότι μπαίνει σε μια πόλη που κινείται διαφορετικά. Αυτή η διάχυση του φεστιβάλ στον δημόσιο χώρο ενισχύεται ακόμη περισσότερο φέτος. Οι δράσεις δεν περιορίζονται στις σκηνές του Μεγάρου Χορού. Επεκτείνονται στην Κεντρική Πλατεία, στο Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων, σε πόλεις της Πελοποννήσου, αλλά και στην Αρχαία Μεσσήνη, η οποία ενεργοποιείται για πρώτη φορά μέσα από παράσταση και συλλογική συμμετοχή του κοινού.

Η επιλογή της Αρχαίας Μεσσήνης δεν έχει μόνο συμβολικό ενδιαφέρον. Αποκαλύπτει μια βαθύτερη πρόθεση, να επανασυνδεθεί η σύγχρονη καλλιτεχνική εμπειρία με τον τόπο, τη μνήμη και τη συλλογική παρουσία. Να θυμηθούμε ότι οι δημόσιοι χώροι δεν είναι απλώς τουριστικά σκηνικά αλλά πεδία συνάντησης. Εκεί ακριβώς φαίνεται και η νέα κατεύθυνση που επιχειρεί να δώσει η Τζένη Αργυρίου στο φεστιβάλ. Μια κατεύθυνση περισσότερο ανοιχτή, συμμετοχική και πολυεπίπεδη. Το Διεθνές Κέντρο Χορού Καλαμάτας δεν λειτουργεί πια αποκλειστικά ως ένας θερινός μηχανισμός παραγωγής παραστάσεων. Σταδιακά μετατρέπεται σε ενεργό κύτταρο καλλιτεχνικής έρευνας και φιλοξενίας καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Οι residencies, τα εργαστήρια, οι εκπαιδευτικές δράσεις, οι συνεργασίες με διεθνείς φορείς και η προσπάθεια σύνδεσης του ελληνικού χορού με διεθνή δίκτυα δείχνουν ότι ο στόχος δεν είναι απλώς ένα «καλό φεστιβάλ». Είναι η δημιουργία ενός μόνιμου οικοσυστήματος γύρω από την τέχνη της κίνησης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά σε αυτό το πλαίσιο η ανακοίνωση του νέου διεθνούς προγράμματος φιλοξενίας καλλιτεχνών. Η ιδέα δημιουργοί από την Ελλάδα και το εξωτερικό να έρχονται στην Καλαμάτα όχι μόνο για να παρουσιάσουν έργα αλλά για να ζήσουν, να ερευνήσουν, να συνδεθούν με την πόλη και τους ανθρώπους της, ανοίγει μια νέα προοπτική για τον ίδιο τον χαρακτήρα του θεσμού.

Το φεστιβάλ μοιάζει έτσι να περνά από τη λογική της απλής διοργάνωσης στη λογική της πολιτιστικής παραγωγής με διάρκεια.

To Have Been So Close So Many Times _by_Greek National Opera Ballet & Giorgos Koumendakis_(c)_Duško Vukić_3 Low

Ταυτόχρονα, η φετινή διοργάνωση επιμένει ιδιαίτερα στη συμπερίληψη. Όχι ως θεωρητικό σύνθημα αλλά ως ουσιαστική πρακτική. Η παρουσία έργων που εμπνέονται από τη γλώσσα των κωφών, οι δράσεις για άτομα με και χωρίς αναπηρία, οι συζητήσεις γύρω από την εκπροσώπηση και την ισότιμη συμμετοχή στις παραστατικές τέχνες δείχνουν ότι το φεστιβάλ επιχειρεί να ανοίξει πραγματικά τον χώρο του. Σε μια εποχή όπου η έννοια της προσβασιμότητας συχνά εξαντλείται σε επικοινωνιακές διακηρύξεις, η επιλογή να ενσωματωθούν τέτοιες δράσεις στον βασικό κορμό της διοργάνωσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Και βέβαια, υπάρχει και η διεθνής διάσταση. Το φετινό πρόγραμμα φιλοξενεί καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες και πολιτισμικές αφετηρίες, ενώ πέντε από αυτούς εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.  Από τον ποιητικό κόσμο του Yoann Bourgeois μέχρι τη σωματική έκρηξη της Marlene Monteiro Freitas και από τη σκηνική μαγεία του Kalle Nio μέχρι τη δυναμική παρουσία της Leïla Ka, το φετινό πρόγραμμα μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στο εύθραυστο και το εκρηκτικό.

Αλλά ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο να είναι αλλού. Στην επιμονή του φεστιβάλ να δώσει χώρο και στους Έλληνες δημιουργούς. Δώδεκα Έλληνες χορογράφοι συμμετέχουν φέτος στη διοργάνωση, σε ένα πολυφωνικό τοπίο όπου συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές, διαφορετικές γλώσσες και διαφορετικές αγωνίες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια χώρα όπου οι καλλιτέχνες του σύγχρονου χορού εξακολουθούν να δημιουργούν συχνά μέσα σε δύσκολες συνθήκες, με περιορισμένους πόρους και αβέβαιες προοπτικές. Το γεγονός ότι το Φεστιβάλ Καλαμάτας επιμένει να λειτουργεί και ως πλατφόρμα ανάδειξης της ελληνικής δημιουργίας, αποκτά πολιτιστική αλλά και πολιτική σημασία.

Από αριστερά: Δήμαρχος Καλαμάτας Θανάσης Βασιλόπουλος, Καλλιτεχνική Διευθύντρια Tζένη Αργυρίου, Περιφερειάρχης Πελοποννήσου Δημήτρης Πτωχός, Πρόεδρος ΦΑΡΙΣ Σωτήρης Κριτσωτάκης

Σημαντικές είναι και οι νέες συνεργασίες που ανακοινώθηκαν φέτος. Η σύμπραξη με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το Εθνικό Θέατρο μέσω του SYSTEMA – For the Greek Performing Arts δείχνει μια σαφή πρόθεση εξωστρέφειας και διεθνούς δικτύωσης. Η ανάγκη οι Έλληνες δημιουργοί να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε διεθνείς πλατφόρμες είναι παλιά και διαρκής. Το ότι τρεις σημαντικοί θεσμοί ενώνουν δυνάμεις προς αυτή την κατεύθυνση ίσως αποτελεί μία από τις πιο ουσιαστικές ειδήσεις της φετινής χρονιάς.

Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η επιμονή του φεστιβάλ να συνομιλεί με άλλες μορφές τέχνης. Οι εκθέσεις, οι κινηματογραφικές προβολές, οι συζητήσεις, οι περφόρμανς και οι διαθεματικές δράσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο χορός παύει να είναι απομονωμένο γεγονός και μετατρέπεται σε ανοιχτό πεδίο ανταλλαγής.

Ξεχωριστή θέση μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατέχει η έκθεση για τη Ζουζού Νικολούδη. Η ανάδειξη της ιστορίας του ελληνικού χορού και η σύνδεσή της με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές δεν αποτελεί απλώς φόρο τιμής σε μια εμβληματική προσωπικότητα. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο σύγχρονος πολιτισμός χρειάζεται μνήμη για να αποκτήσει συνέχεια.

Το ίδιο το φεστιβάλ μοιάζει φέτος να ισορροπεί ανάμεσα στη μνήμη και τη μεταμόρφωση. Και ίσως εκεί να βρίσκεται τελικά η δύναμή του.

Δημήτρης Πάντσος