ΜΟΥΣΙΚΗ

Lost Music Venues: Ωδή στα νεκρά distortions

Το Victoria and Albert Museum (V&A) στο Λονδίνο, σε μια κίνηση απόλυτου ροκ σεβασμού, αποφάσισε να στεγάσει αυτή την ιερή, εφήμερη τρέλα που λέγεται συναυλία, περιλαμβάνοντας σε μία περιοδική, δωρεάν έκθεση, τις αναμνήσεις πολλών μουσικών χρόνων. Το «Lost Music Venues» (που άνοιξε στις 30 Μαΐου 2026 και θα διαρκέσει έως τον Οκτώβριο του 2027 στο Room 104), είναι ένα συναισθηματικό, οπτικό και ηχητικό “ευχαριστώ” (και ταυτόχρονα ένα μανιφέστο διαμαρτυρίας) για τους 50 περίπου θρυλικούς συναυλιακούς χώρους και clubs του Ηνωμένου Βασιλείου που χάθηκαν για πάντα, από τα ’80s μέχρι τις μέρες μας.

Αν έχεις ζήσει έστω και μία νύχτα της ζωής σου κλεισμένος σε ένα υπόγειο club, με το μπάσο να δονεί τα πλευρά σου, το πάτωμα να κολλάει από τις χυμένες μπίρες και τον ιδρώτα των άγνωστων ανθρώπων δίπλα σου να μπερδεύεται με τον δικό σου, τότε ξέρεις καλά ότι κάθε συναυλία είναι μία εμπειρία που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη και σου χαρίζει αναμνήσεις που θα τις κρατήσεις μέχρι τα βαθιά γεράματα. 

Κάποιους από αυτούς τους χώρους τους έχω προλάβει ζωντανούς, κάποιους τους είδα να κλείνουν με λουκέτα και να γκρεμίζονται για να χτιστούν στη θέση τους πολυκαταστήματα. Πολλές φορές περνάω από το σημείο που κάποτε είχα δει κάποια αγαπημένη μου μπάντα και σφίγγεται η καρδιά μου, όταν στο ίδιο σημείο αντικρίζω τη βιτρίνα ενός κορεάτικου beauty shop. 

Φωτογραφία από τη βραδιά indie μουσικής White Heat στο Madame Jojo’s στο Λονδίνο, στις 13 Απριλίου 2005, τραβηγμένη από τον Gregory Nolan. Λονδίνο, 2005. Τυπωμένη φωτογραφία.

Κολάζ από αποκόμματα Τύπου, εισιτήρια και φωτογραφίες που σχετίζονται με το Rainbow Theatre στο Λονδίνο, από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.

Η Florence Welch σε εμφάνιση σε μία open mic night, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005. Φωτογραφία του Gregory Nolan.

Από τους δρόμους στις προθήκες: Η δύναμη του crowdsourcing

Το V&A δεν βασίστηκε μόνο στα δικά του αρχεία. Έκανε κάτι πολύ πιο μάγκικο. Πέρυσι έβγαλε ανοιχτό κάλεσμα στο κοινό, ζητώντας από τους ίδιους τους clubbers, τους μουσικούς και τους promoters να στείλουν τα “κειμήλιά” τους. Πάνω από τα μισά από τα 150+ αντικείμενα της έκθεσης προέρχονται από τα συρτάρια ανθρώπων που έζησαν τις ένδοξες εκείνες νύχτες.

Η ροή της έκθεσης χωρίζεται έξυπνα σε τέσσερις θεματικές ενότητες, ξετυλίγοντας ένα κουβάρι αναμνήσεων που ξεκινά από τη δεκαετία του ’80, όταν παλιοί κινηματογράφοι και κοινοτικές αίθουσες μεταμορφώθηκαν σε ναούς της rave και του post-punk. Εκεί δεσπόζει η αυθεντική εξωτερική επιγραφή του London Astoria από το 1985 (δάνειο από τον ίδιο τον Damon Albarn των Blur), αλλά και ένα μοναδικό γκάτζετ-κειμήλιο, ο βομβητής (pager) που χρησιμοποιούσαν οι υπεύθυνοι του θρυλικού κλαμπ The Haçienda στο Μάντσεστερ για να παρακολουθούν τα επίπεδα της ηχορύπανσης και να αποφεύγουν τα ντου της αστυνομίας.

Οι Pulp στα παρασκήνια του Jericho Tavern στην Οξφόρδη, το 1993. Φωτογραφία του Mark Webber.

Noise pager της ομάδας ασφαλείας του νυχτερινού κλαμπ The Haçienda στο Μάντσεστερ, 1997.

Αθλητικά παπούτσια Adidas Superstar, φορεμένα από τον DJ Slamma, 1994, Βρετανία.

Το “κύκλωμα της τουαλέτας” και η γέννηση των θρύλων

Προχωρώντας, μπαίνεις στα ’90s και στο λεγόμενο “toilet circuit”, τα μικρά, κακόφημα μπαρ και venues όπου γεννήθηκε η Britpop. Αντικείμενα-φωτιά όπως ένα setlist των Blur και ένα κομμάτι χαρτί με χειρόγραφους στίχους του Noel Gallagher για το “Half The World Away” των Oasis, γραμμένους πάνω στο tour bus, σε μεταφέρουν στην εποχή που τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του πλανήτη έπαιζαν ακόμα μπροστά σε 50 άτομα.

Η έκθεση δεν ξεχνά τη club κουλτούρα και τη στενή της σχέση με τη μόδα και τα κοινωνικά κινήματα. Θα δεις ένα bespoke club outfit σχεδιασμένο από τη Vivienne Westwood, αλλά και  flyers του εμβληματικού underground club, Plastic People, σχεδιασμένα με Letraset από τον Ali Augur. Υπάρχει ακόμα και μια αφίσα που είχε σχεδιάσει ο Niall Walker, από μια πρώιμη έκθεση του Banksy και του Jamie Reid που είχε φιλοξενηθεί στο The Arches της Γλασκώβης το 2001, ως μια υπενθύμιση ότι αυτοί οι χώροι δεν λειτουργούσαν απλώς για να πίνεις, αλλά ως πραγματικά εκκολαπτήρια της σύγχρονης τέχνης.

Χαρτοφύλακας που χρησιμοποιούσε ο Mark Webber ως tour manager, τη δεκαετία του 1990.

Αφίσα που διαφημίζει τον μουσικό χώρο Dingwalls και τα παραρτήματά του σε όλη τη χώρα.

Ο Kid Harpoon σε εμφάνιση στο The Mean Fiddler. Φωτογραφία του Gregory Nolan, 2007.

Μια γροθιά στο στομάχι: Η σύγχρονη πραγματικότητα

Καθώς η ροή σε φέρνει προς το σήμερα, το κλίμα αλλάζει και γίνεται πιο πολιτικό, πιο επείγον. Η έκθεση εξετάζει τις σύγχρονες προκλήσεις, από τα εξωφρενικά ενοίκια και τους νόμους περί αδειοδότησης, μέχρι τις καταγγελίες για θόρυβο από τους νέους, πλούσιους κατοίκους των gentrified περιοχών και, φυσικά, το τελειωτικό χτύπημα της πανδημίας. Η φωτογραφία του Alex Amorós από το venue, The Finsbury, κατά τη διάρκεια του lockdown, ή οι λήψεις του Gregory Nolan από τις indie βραδιές “White Heat” στο Madame Jojo’s του Soho, αποτυπώνουν μια ζωντανή κουλτούρα που ισορροπεί στο χείλος του γκρεμού. Μόλις τον περασμένο Μάρτιο, το Corsica Studios, ένας ακόμη θεσμός του λονδρέζικου nightlife, έκλεισε τις πόρτες του με το σπαρακτικό μότο «Nothing Lasts Forever».

Το V&A όμως δεν θέλει να σε πιάσει κατάθλιψη, αντιθέτως θέλει να σε πορώσει. Η έκθεση έχει στον πυρήνα της τον ακτιβισμό. Δίπλα στις γιγαντιαίες μεταλλικές πόρτες που διασώθηκαν από κατεδαφισμένα clubs και τις ντισκομπάλες (όπως αυτή από το Pioneer Club στο St Albans), προβάλλονται οι προσπάθειες οργανώσεων όπως το Save Our Scene και το Free The Night.

Setlist για συναυλία των The Who, 1979.

Σκίτσο και σημείωση της Joan Baez, δεκαετία του 1980.

Αφίσα για την έκθεση των Jamie Reid και Banksy στο The Arches της Γλασκώβης. Σχεδιασμός του Niall Walker, 2001.

Χειρόγραφοι στίχοι του τραγουδιού “Half The World Away” από τον Noel Gallagher των Oasis, 1994, Μάντσεστερ, Αγγλία.

Ο Ade Fakile πάνω σε σκάλα, επισκευάζει έναν προβολέα στο Plastic People. Φωτογραφία του Ali Augur, 1999.

Αυτό που κάνει την έκθεση “Lost Music Venues” τόσο ιδιαίτερη, είναι ότι καταφέρνει να εγκλωβίσει το εφήμερο. Η live μουσική είναι από τη φύση της μια εμπειρία που πεθαίνει τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα. Το να βλέπεις τα λασπωμένα Adidas Superstar trainers του DJ Slamma από το 1994 ή μια φωτογραφία της Florence Welch να τραγουδά σε ένα open mic night το 2005 πριν γίνει star, σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι η πολιτιστική κληρονομιά μιας χώρας δεν γράφεται μόνο στα παλάτια, αλλά στα ιδρωμένα υπόγεια.

Το The Finsbury στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19. Φωτογραφία του Alex Amoros.

Το The Art College στο Μπέλφαστ. Φωτογραφία του Rick Hall, 1992.

Αν βρεθείς στο Λονδίνο, μην ξεχάσεις να κάνεις μία στάση στο South Kensington για να δεις μία έκθεση-εμπειρία, ένα rollercoaster νοσταλγίας και ηλεκτρισμένης ενέργειας που σου θυμίζει ότι οι χώροι αυτοί είναι οι πνεύμονες των πόλεων. Και το κυριότερο; Που σε εμπνέει να βγεις έξω το ίδιο βράδυ, σε όποια πόλη και χώρα και αν βρίσκεσαι (μην ξεχνάμε και το δικό μας Ρόδον που έγινε σούπερ μάρκετ) και να στηρίξεις το μικρό, τοπικό venue της γειτονιάς σου πριν γίνει κι αυτό μια προθήκη σε κάποιο μουσείο.

Περισσότερα: Victoria and Albert Museum. Διάρκεια έκθεσης: Έως τον Οκτώβριο του 2027 στο Room 104.
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά