Ο εκφοβισμός δεν αρχίζει πάντα στην αυλή ενός σχολείου. Καμιά φορά ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα στο σπίτι, εκεί όπου μαθαίνουμε να σωπαίνουμε, να χωράμε, να μην ενοχλούμε. Οι Στρακαστρούκες του Δημήτρη Σαμόλη μιλούν γι’ αυτή τη σιωπή. Με αφετηρία έναν νεαρό άνδρα σε ένα χωριό της Κρήτης, λίγα λεπτά πριν από την Ανάσταση, η παράσταση μιλά για τον εκφοβισμό, τη μοναξιά, τη διαφορετικότητα και, πάνω απ’ όλα, για τις σιωπές. Εκείνες που φωλιάζουν μέσα στις μικρές κοινωνίες, στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ και στις ζωές που έμαθαν να χωρούν σε καλούπια.
Ίσως γι’ αυτό η επιτυχία της δεν ήρθε μέσα από μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες- όσοι την είδαν αναγνώρισαν κάτι οικείο, έναν συμμαθητή, έναν γείτονα, έναν συγγενή ή, σε κάποιες περιπτώσεις, τον ίδιο τους τον εαυτό. Η παράσταση έχει ξεκινήσει ήδη το πρώτο της καλοκαιρινό ταξίδι σε όλη την Ελλάδα – επόμενη στάση είναι στο Βεάκιο στις 6 Ιουλίου. Και κάπου εκεί στις ενδιαμεσες στάσεις συναντήσαμε τον σκηνοθέτη της Μάριο Κακουλλή και μιλήσαμε για όλα αυτά που κρύβει αυτή η μεγάλη επιτυχία. Όπως και για τον εκφοβισμό που δεν τελειώνει με την ενηλικίωση, για την «αγία ελληνική οικογένεια», για τις ιστορίες που περιμένουν χρόνια να ακουστούν και για τη δύναμη του θεάτρου να φυτεύει, έστω και αργά, τον σπόρο της αλλαγής.
Ένα έργο που μιλά για τον εκφοβισμό. Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί πραγματικά να αλλάξει κάτι ή απλώς μας βοηθά να το κοιτάξουμε και ας το αφήσουμε στην άκρη μετά, να το «ξεχάσουμε»; Πιστεύω στην αλλαγή και πιστεύω βαθιά στη δύναμη του θεάτρου. Όμως οι πραγματικές αλλαγές χρειάζονται χρόνο. Για να πούμε με βεβαιότητα ότι κάτι έχει αλλάξει, πρέπει να περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να υπάρχει και το απαραίτητο μέτρο σύγκρισης. Αυτό που μπορεί και οφείλει να κάνει το θέατρο σήμερα είναι να οξύνει την κριτική μας σκέψη. Να στήσει έναν καθρέφτη απέναντί μας, να μας φέρει αντιμέτωπους με ερωτήματα, να μας προβληματίσει, να μας συγκινήσει. Από εκεί και πέρα, ο θεατής είναι εκείνος που θα πάρει αυτά τα ερεθίσματα μαζί του. Αν είναι ανοιχτός να ακούσει, να νιώσει και να αναμετρηθεί με όσα είδε, τότε ο σπόρος της αλλαγής έχει ήδη φυτευτεί. Το αν και πώς θα καρποφορήσει, είναι μια διαδικασία που ξεπερνά τη διάρκεια μιας παράστασης και συνεχίζεται πολύ μετά το τέλος της.
Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι αναγνωρίζει το κοινό σε αυτή την ιστορία και συνεχίζει να επιστρέφει σε αυτή; Η αίσθησή μου είναι ότι στην ιστορία του Κωσταντή μπορείς να δεις και να ακούσεις πράγματα που σου θυμίζουν κάτι δικό σου. Μια εικόνα, μια ατάκα, μια στιγμή, ένα συναίσθημα. Αυτό που ξεκινά ως μια προσωπική ιστορία γίνεται τελικά συλλογική. Με έναν τρόπο, αφορά όλους μας. Κάθε θεατής μπορεί να βρει μέσα σε αυτή κάτι με το οποίο να ταυτιστεί, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία ή τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Νομίζω πως ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή της: στο ότι μιλά για κάτι πολύ συγκεκριμένο, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο και οικουμενικό. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο κόσμος συνεχίζει να επιστρέφει σε αυτή την ιστορία.
Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείς ένα έργο που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη συγκίνηση και στο γέλιο χωρίς να γλιστρήσει ούτε στο μελό ούτε στην ευκολίΑν το δεις ουσιαστικά, το θέατρο –όπως και η ζωή– δεν είναι ποτέ μονοδιάστατο. Η καθημερινότητά μας έχει μέσα της και τη χαρά και τη θλίψη, και το ένα συχνά διαδέχεται το άλλο μέσα στην ίδια μέρα. Γι’ αυτό και πιστεύω πολύ στο χιούμορ ως εργαλείο. Όχι ως κάτι ελαφρύ ή επιφανειακό, αλλά ως έναν τρόπο να ειπωθούν πολύ πιο δύσκολα και βαθιά πράγματα. Το χιούμορ λειτουργεί σαν αγωγός· σου επιτρέπει να πλησιάσεις μια αλήθεια χωρίς να την κάνεις «βαριά», χωρίς να τη φορτώσεις. Και εκεί νομίζω βρίσκεται και η δυσκολία αλλά και η ομορφιά της ισορροπίας: να αφήνεις τις δύο πλευρές –τη συγκίνηση και το γέλιο– να συνυπάρχουν οργανικά, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.
Εδώ υπάρχει ένας άνθρωπος που περιμένει χρόνια να ακουστεί. Ποιοι άνθρωποι σε ενδιαφέρουν περισσότερο στο θέατρο; Μια φορά, στο Εθνικό Θέατρο όπου σπούδαζα, ένας δάσκαλος με ρώτησε αν το θέατρο μιλάει για ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους ανθρώπους. Τότε είχα απαντήσει πως μιλάει για ευτυχισμένους. Με τα χρόνια, όμως, και μέσα από τη δική μου διαδρομή, θα έδινα διαφορετική απάντηση. Σήμερα πιστεύω ότι το θέατρο μιλά για δυστυχισμένους ανθρώπους που αναζητούν την ευτυχία. Αυτοί οι άνθρωποι, νομίζω, είναι που κουβαλούν τις πιο αληθινές ιστορίες.
Υπάρχει μια στιγμή κατά το στήσιμο του έργου που κατάλαβες ότι μιλάει για κάτι πολύ μεγαλύτερο από την ιστορία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου; Το φινάλε. Δεν θα ήθελα να πω πολλά, γιατί είναι μια στιγμή που χρειάζεται να τη ζήσει ο θεατής. Αλλά εκεί, στο τέλος της παράστασης, νομίζω ότι συμπυκνώνεται ακριβώς αυτό: ότι η ιστορία δεν ανήκει πια μόνο στον Κωνσταντή. Ανοίγει και γίνεται κάτι πολύ πιο συλλογικό, κάτι που αφορά όλους μας.
Οι Στρακαστρούκες παίζονται ήδη τρία χρόνια και τώρα βγαίνουν σε περιοδεία. Πως είναι να είσαι ο σκηνοθέτης μιας τόσο πετυχημένης παράστασης; Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η παράσταση γνώρισε επιτυχία. Είναι κυρίως το ότι αυτή η ιστορία ακούγεται εδώ και τρία χρόνια και εξακολουθεί να αγγίζει τον κόσμο. Όταν διάβασα για πρώτη φορά το κείμενο του Δημήτρη, είπα μέσα μου: «Αυτή η ιστορία πρέπει να ακουστεί. Αυτή η παράσταση πρέπει να γίνει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Και να που οι Στρακαστρούκες συνεχίζουν ακόμη να κάνουν θόρυβο. Είμαι χαρούμενος, δεν θα το κρύψω. Είναι όμορφο να βλέπεις μια δουλειά στην οποία πίστεψες από την πρώτη στιγμή να συνεχίζει να μεγαλώνει, να ταξιδεύει και να συγκινεί το κοινό.
Τι δυσκολίες είχε να μεταφερθεί αυτή η σκηνοθεσία «στο δρόμο»; «Όλη η παράσταση χωράει μέσα σε ένα κουτί. Ένα κουτί που μπορεί να πάει παντού.» Ο Λουκάς Μπάκας, που υπογράφει και τη σκηνογραφία της παράστασης, το σχεδίασε έχοντας ακριβώς αυτό στο μυαλό του: να δημιουργήσει έναν σκηνικό κόσμο που να μεταφέρεται εύκολα χωρίς να χάνει τη μαγεία και τη λειτουργικότητά του. Και τελικά αυτό έγινε πράξη. Όλη η παράσταση είναι κλεισμένη μέσα σε ένα κουτί, το οποίο ανοίγει και ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή. Με τον ίδιο τρόπο, ξεδιπλώνεται και η ίδια η ιστορία, ταξιδεύοντας από τόπο σε τόπο και συναντώντας νέο κοινό.
Υπάρχουν έργα που τα σκηνοθετείς και έργα που μοιάζουν να σε σκηνοθετούν εκείνα. Αυτό εδώ σε ποια κατηγορία ανήκει; Οι Στρακαστρούκες ήταν από τις πρώτες παραστάσεις που κλήθηκα να σκηνοθετήσω από κάποιον άλλον. Μέχρι τότε, συνήθως δημιουργούσα τις παραστάσεις μαζί με τη δική μου ομάδα, από το μηδέν. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι η ομάδα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της παράστασης και νιώθω την ανάγκη να τους ευχαριστήσω γι’ αυτό. Η δημιουργική διαδικασία ήταν βαθιά συλλογική. Νομίζω πως ήταν κάτι αμφίδρομο. Εγώ είχα την ανάγκη να πω την ιστορία του Κωνσταντή, αλλά όσο δουλεύαμε πάνω στην παράσταση, ένιωθα ότι και η ίδια η ιστορία μου υπαγόρευε τον δρόμο. Ίσως γι’ αυτό οι Στρακαστρούκες να είναι από τις παραστάσεις που δεν ένιωσα ποτέ ότι σκηνοθέτησα μόνο εγώ. Με έναν τρόπο, με σκηνοθέτησαν κι αυτές.
O ηθοποιός και τραγουδοποιός Δημήτρης Σαμόλης, στο πρώτο του θεατρικό έργο, που έγραψε και πρωταγωνιστεί
Μεγάλωσες στην Κύπρο. Πόσο διαφορετική είναι η μοναξιά στην επαρχία από τη μοναξιά μιας μεγαλούπολης; Η μοναξιά, νομίζω, μπορεί να υπάρχει παντού. Όπου κι αν μεγαλώσει κανείς, όπου κι αν ζήσει. Αυτό που σίγουρα αλλάζει δεν είναι τόσο η ίδια η μοναξιά, αλλά τα ερεθίσματα που έχεις γύρω σου. Ο τρόπος που τη βιώνεις, τα πράγματα που τη γεμίζουν ή τη βαθαίνουν, είναι διαφορετικά από τόπο σε τόπο.
Υπάρχει κάτι από τον Κωσταντή της παράστασης που αναγνώρισες αμέσως στον εαυτό σου; Ή κάτι που αρνήθηκες πεισματικά να δεις; Έναν Κωσταντή, νομίζω, τον κουβαλάμε όλοι μέσα μας ή τον έχουμε συναντήσει σε κάποιον φίλο, σε κάποιον άνθρωπο γύρω μας. Αυτό που αναγνωρίζω στον Κωνσταντή είναι ότι δεν έπαψε ποτέ να προσπαθεί να ακουστεί, να ζήσει, να φανεί. Αυτή η επιμονή του να υπάρχει, ακόμη και όταν δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που με αγγίζει πολύ.
Οι νέοι δημιουργοί κουβαλούν συχνά την αγωνία της αναγνώρισης. Εσύ τι κυνηγάς πλέον; Πλέον κυνηγώ να είμαι ειλικρινής με αυτό που έχω να πω και να παραμένω σε επαφή με την ανάγκη για δημιουργία, ανεξάρτητα από την αναγνώριση. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να φτιάχνω ωραίες δουλειές, με ωραίους ανθρώπους. Η αναγνώριση, επίσης, είναι κάτι πολύ εφήμερο, μπορεί να έρθει από τη μια μέρα στην άλλη και να χαθεί εξίσου γρήγορα. Αντίθετα, αυτό που μένει είναι η εμπειρία και οι άνθρωποι με τους οποίους τη μοιράζεσαι. Η ομάδα, η διαδικασία, η διαδρομή, αυτά είναι που κρατάνε και σε συνοδεύουν πολύ μετά το τέλος μιας δουλειάς.
Ποια είναι η πιο χρήσιμη συμβουλή που σου έδωσε ποτέ ένας σκηνοθέτης; Όλα να είναι προσωπικά. Να βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτό που κάνεις. Να είναι δικό σου, να σε αφορά πραγματικά, να σε ενδιαφέρει βαθιά. Να σε «καίει», να έχεις την ανάγκη να το επικοινωνήσεις, σαν κάτι που δεν μπορείς να κρατήσεις μέσα σου. Και Κάνε λαθοί. Είναι γοητευτικά !
Στην εποχή της υπερβολικής έκθεσης, τι επιλέγεις να κρατάς μόνο για τον εαυτό σου; Η έκθεση και η δουλειά μας πάνε μαζί, δυστυχώς ή ευτυχώς. Το θέμα είναι πάντα το μέτρο, αυτό είναι που φέρνει την ισορροπία.
Έχεις πει ότι σε ενδιαφέρει ο άνθρωπος τη στιγμή που αποκαλύπτεται. Ποια είναι η δική σου μεγαλύτερη αποκάλυψη των τελευταίων ετών; Η μεγαλύτερη μου αποκάλυψη είναι ότι δεν χρειάζεται να έχεις όλες τις απαντήσεις για να συνεχίσεις να δημιουργείς. Ότι η αβεβαιότητα και οι αμφιβολίες δεν είναι εμπόδιο, αλλά μέρος της διαδικασίας.
Πότε ένιωσες τελευταία φορά ξένος μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους; Στα μέσα μαζικής μεταφοράς, για παράδειγμα στο λεωφορείο. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, μου αρέσει, είναι μια πολύ προσωπική στιγμή η μετακίνηση. Εξού και η παράσταση που έχω φτιάξει στο λεωφορείο και στο πλοίο.
Αν αφαιρούσαμε το θέατρο από τη ζωή σου, ποιο επάγγελμα θα σε εξέφραζε περισσότερο; Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Νιώθω πραγματικά τυχερός που μπορώ να κάνω αυτό που αγαπώ και αυτό που πάντα ήθελα να κάνω. Με όποιο κόστος κι αν έχει αυτό. Για την ώρα, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου κάπου αλλού.
Οι ήρωες που σε συγκινούν περισσότερο είναι αυτοί που νικούν ή αυτοί που αντέχουν; Με συγκινούν οι άνθρωποι που αντέχουν. Άλλωστε, για να φτάσεις σε οποιαδήποτε νίκη, πρέπει πρώτα να έχεις αντέξει. Και αυτό, για μένα, είναι η πιο ανθρώπινη μορφή γενναιότητας.
Συνεργάτης σκηνοθέτης του Θωμά Μοσχόπουλου, στον Ίωνα του Ευριπίδη, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Τι περιμένεις να σου συμβεί; Τα τελευταία οκτώ χρόνια πηγαίνω κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο, πάντα ως θεατής. Είναι σχεδόν μια τελετή έναρξης του καλοκαιριού για μένα και τους φίλους μου. Αυτή τη φορά, όμως, δεν θα πάω ως θεατής. Η αλήθεια είναι πως δεν πηγαίνω με προσδοκίες. Προσπαθώ να είμαι ανοιχτός σε αυτό που θα φέρει η ίδια η εμπειρία, όπως έρχεται κάθε φορά το θέατρο όταν συμβαίνει πραγματικά. Εξάλλου, και ο ίδιος ο χώρος σε προσκαλεί σε αυτή την ανοιχτότητα.
Τι σημαίνει συνεργάτης σκηνοθέτης στην πράξη; Σημαίνει να είσαι μέσα σε όλη τη διαδικασία από την αρχή μέχρι το τέλος, όχι απλώς να εκτελείς οδηγίες. Να συμμετέχεις ενεργά στη διαμόρφωση της παράστασης, να προτείνεις, να δοκιμάζεις, να αμφισβητείς και να συνδιαμορφώνεις μαζί με τον σκηνοθέτη και την ομάδα. Είναι μια θέση ευθύνης αλλά και εμπιστοσύνης, όπου η δημιουργία γίνεται πραγματικά συλλογική διαδικασία.
Τι έμαθες από τον Θωμάς Μόσχοπουλο που δεν έμαθες από κανέναν άλλο σκηνοθέτη; Από τον Θωμά έμαθα να μη βιάζομαι να επέμβω. “Να ειμαι ΜΗ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΣ”. Να εμπιστεύομαι τη διαδικασία και να αφήνω τα πράγματα να γεννηθούν οργανικά, χωρίς να τα επιβάλλω. Τον θαυμάζω πολύ. Πολλές φορές, στις πρόβες, απλώς τον παρακολουθώ και απολαμβάνω το πόσο εύστροφο είναι το μυαλό του, το χιούμορ του και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει. Με εντυπωσιάζει η ηρεμία του, το πόσο αβίαστα αφήνει τις ιδέες να εμφανιστούν και πόσο εμπιστεύεται τη διαδρομή της πρόβας. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που παίρνω από εκείνον.
Υπάρχει κάποιο έργο που δεν τολμάς ακόμη να σκηνοθετήσεις; Ναι. Υπάρχουν έργα που περιμένω να με βρουν την κατάλληλη στιγμή. Δεν πιστεύω ότι όλα τα έργα πρέπει να γίνονται αμέσως, κάποια χρειάζονται να ωριμάσεις μαζί τους. Πολλές φορές, όμως, σκέφτομαι ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να ξανασκηνοθετήσω μια παράσταση που έκανα στην αρχή της πορείας μου. Να τη δω ξανά μετά από χρόνια, με την απόσταση, την εμπειρία και τη διαφορετική ματιά που σου δίνει ο χρόνος. Γενικά, μου αρέσει να ρισκάρω. Δεν με ενδιαφέρει η ασφάλεια, με ενδιαφέρει να συναντώ πράγματα που με προκαλούν.
Αν μπορούσες να στείλεις ένα μήνυμα στον Μάριο Κακουλλή των πρώτων του παραστάσεων, ποια φράση θα του έλεγες χωρίς δεύτερη σκέψη; Όλα θα έρθουν στην ώρα τους.