Κανένα χέρι δεν απλώθηκε στις δύο 17χρονες για να συντροφεύσει τον πόνο τους, δείχνοντάς τους ότι σημασία έχει η ευτυχία και όχι η επιτυχία / Πηγή Unsplash
Κάποιες ιστορίες είναι τόσο τραγικές που σε αναγκάζουν να αρχίσεις από το τέλος τους. Είναι συνήθως οι ίδιες ιστορίες που εγωιστικά δεν θα ήθελες να είχες ακούσει ποτέ, καθώς το κλισέ «γροθιά στο στομάχι» συναντά την κυριολεκτική του έννοια και οι εικόνες της τραγωδίας που σε έχει καταδικάσει ο νους σου να δημιουργείς αυτενεργώς, σε χτυπούν αλύπητα. Και εσύ αισθάνεσαι το κάθε χτύπημα, το ένα μετά το άλλο, όλο και πιο δυνατό.
Δύο 17χρονες κατευθύνονται σε μια ταράτσα και κλειδώνουν πίσω τους, ώστε κανείς να μην προλάβει να παρέμβει στα απονενοημένα σχέδιά τους. Πιάνονται χέρι-χέρι και πέφτουν στο κενό. Ελπιδοκτόνα, το μόνο συντροφικό χέρι που προτάθηκε στην κάθε μία δεν ήταν για να απαλύνει τον πόνο, αλλά για να τον ενώσει με τον δικό του, προσφέροντας ως λύτρωση το τελευταίο κουράγιο.
Δύο κορίτσια αποφάσισαν πως αυτός ο κόσμος δεν ήταν για εκείνα και πριν καλά καλά προλάβει να στεγνώσει το δάκρυ, επιβεβαιώθηκαν με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Παρά την έκκληση από το «Χαμόγελο του Παιδιού» να μην διαμοιράζονται οι «τελευταίες σκέψεις» της μίας, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ήταν πάλι πολύ αργά.
Το «σημείωμα» είχε γίνει έρμαιο ενδελεχούς ανάλυσης και το πιο αδιάσειστο τεκμήριο της εγκληματικής ευθύνης όλων μας για την προβληματική κοινωνία που παραδώσαμε στα δύο κορίτσια. Παράλληλα, μετατράπηκε σε πρόσφορο εφαλτήριο για ορυμαγδό από εικασίες και συμπεράσματα. Μόνο που το πρόβλημα με όλα αυτά τα γρήγορα συμπεράσματα, τα οποία ξεπήδησαν με τόση ευκολία και εκτοξεύτηκαν με τον ανάλογο λυρισμό στον βωμό των likes, είναι συνήθως η ευάλωτη αξιοπιστία τους. Και τα αναξιόπιστα συμπεράσματα, μοιραία οδηγούν σε αναξιόπιστες «λύσεις».
Αν και κανείς τους δεν ήταν, όχι μόνο μέσα στο μυαλό, αλλά ούτε καν στη ζωή των δύο κοριτσιών, όλοι τους αισθάνθηκαν πως είχαν μία άποψη και την αυτούργητη υποχρέωση να την καταθέσουν. Την ίδια ώρα, κάπου ανάμεσα στα «τελευταία λόγια» του κοριτσιού ξεπρόβαλε και το τέρας των Πανελληνίων, εκτρέποντας ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις, ενώ τα ΜΜΕ μυρίστηκαν αίμα.
Τα μηχανάκια της τηλεθέασης και της επισκεψιμότητας πάτησαν γκάζι παρασέρνοντας κάτω από τις θηριώδεις ρόδες τους οποιοδήποτε ψήγμα ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας, ώστε να παραμείνουμε αιχμάλωτοι μπροστά στις οθόνες, καταναλώνοντας αφιλτράριστα ένα όλο και πιο βίαιο θέαμα που ξέσκιζε δύο ήδη ξεσκισμένες ψυχές. Ακούσαμε τον ήχο της πτώσης και είδαμε τη διακομιδή της μίας έφηβης στο νοσοκομείο, που θα μπορούσαν να -όπως και τελικά- ήταν οι τελευταίες της στιγμές. Όλα καλά ωστόσο γιατί τις «κρύψαμε» με blur. Δεν είμαστε και τίποτα σκατάνθρωποι, υπάρχει και ΕΣΡ.
Τίτλοι ΣΟΚ ούρλιαζαν με κεφαλαία, ειδικοί ξεκοκάλισαν τη δυστυχία και η ανθρώπινη τραγωδία μετατράπηκε σε αποκλειστικό περιεχόμενο, ωστόσο μέχρι πότε οι ανθρώπινες ζωές θα μετριούνται με νούμερα τηλεθέασης και διαφημιστικά έσοδα;
Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να ενημερώνουμε και όχι να καταναλώνουμε ανθρώπους;
Η τραγωδία και ο πόνος δεν είναι για εμπορευματοποίηση με κοντινά πλάνα. Η ανθρωποφαγία δεν θα έπρεπε να είναι το πρώτο θέμα σε ένα δελτίο ειδήσεων που βαφτίζει τον θάνατο θέαμα, ώστε να κρατήσει τον θεατή και μετά τις διαφημίσεις.
Όταν η τραγωδία γίνεται τηλεοπτικό προϊόν, όταν το βλέμμα δεν χαμηλώνει από σεβασμό στους νεκρούς και στους ανθρώπους που μένουν πίσω, αλλά είναι στραμμένο στα νούμερα, όταν η κάμερα δεν κλείνει μπροστά στον ανθρώπινο πόνο αλλά ζουμάρει, όταν δεν υπάρχει πια «κόκκινη γραμμή», παρά μόνο το επόμενο σοκαριστικό ντοκουμέντο, μιλάμε πια για την απόλυτη ηθική κατάπτωση.
Αν πάλι ισχύει ακόμη ότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από το πώς σέβεται τους νεκρούς της, τότε έχουμε αποτύχει παταγωδώς, καθώς η δική μας αποδείχθηκε για ακόμα μία φορά επικίνδυνα απονεκρωμένη.
Ακόμα πιο τρομακτικό ωστόσο και από την ταχύτητα με την οποία εξαϋλώνεται η ανθρώπινη υπόσταση, και μέσα σε λίγες ώρες δύο νέα κορίτσια γίνονται «υλικό» προς κανιβαλισμό, είναι πως έχουμε συνηθίσει πλέον να βλέπουμε αυτές τις εικόνες. Η ανοσία μας ζητά πολύ περισσότερη «κανονικοποιημένη» φρίκη για να δοκιμαστεί. Ο θάνατος έχει γίνει τόσο εύπεπτος, που ως εκπαιδευμένο αδηφάγο κοινό, τον καταναλώνουμε με την ίδια ευκολία που σκρολάρουμε στο κινητό. Το ότι επιτρέψαμε στον θάνατο να γίνει η ψυχαγωγία μας και δεν αλλάξαμε κανάλι, μάς κάνει το ίδιο συνένοχους.
Η δε αντίδρασή μας στον θάνατό τους σκότωσε ξανά τα δύο αυτά κορίτσια, ενώ εμείς μπήκαμε σε λειτουργία αναμονής για το επόμενο θύμα, παραβλέποντας ότι μαζί τους στο κενό βούτηξε και η όποια ανθρωπιά μάς είχε απομείνει.
Το πρόβλημα όμως είναι πολύ βαθύτερο από μια βιομηχανία εκμετάλλευσης πόνου που τρέφεται από την ανθρώπινη δυστυχία κι αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να συγκλονίζει όλους μας, αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από την ωμή αλήθεια, η οποία χάθηκε μέσα στη λιτανεία της σκηνοθετημένης φρίκης και στον καταιγισμό των λογοτεχνικών «αναλύσεων».
Έχουν περάσει τόσες ημέρες και κανείς δεν μίλησε στην ουσία για την ψυχική υγεία, την κοινωνική απομόνωση και κυρίως την πρόληψη. Αντίθετα, κάναμε χώρο για τον επόμενο νεκρό που θα γεμίσει timelines, στήλες και τηλεοπτικό χρόνο.
Έχουμε μάθει να καταναλώνουμε την τραγωδία αμάσητα, επιφανειακά και χωρίς ενοχές, να γράφουμε συγκινητικούς επικήδειους για αγγελούδια που έφυγαν άδικα και να έχουμε γνώμη για το «τι έφταιξε», όχι όμως να ακούμε τους συνανθρώπους μας.
Σαρκαστική ειρωνεία, οι εικόνες από το ζευγάρι των ακουστικών, δίπλα στο αίμα, που συντρόφευσε – ίσως και να παρηγόρησε – ένα από τα δύο κορίτσια στην πτώση. Εμείς δεν καταλάβαμε ποτέ ότι χρειάζονταν βοήθεια γιατί όλα τα χρόνια που προηγήθηκαν φορούσαμε τα δικά μας. Οι δύο 17χρονες δεν βρήκαν κάπου να απευθυνθούν και αυτό το «κάπου» να κάνει «κάτι». Κάποιον να τους πιάσει το χέρι με διαφορετικό τρόπο και να συντροφεύσει τον πόνο τους, δείχνοντάς τους ότι σημασία έχει η ευτυχία και όχι η επιτυχία, όπως ορίζεται από τον ψευδεπίγραφο κόσμο των social media.
Η ψυχή του ανθρώπου είναι δαιδαλωδώς περίπλοκη και η αυτοκτονία πολύ βαθύτερη από τον θάνατο. Δεν είναι μια στιγμή, ούτε καν η κακιά, αλλά το τέλος μιας βασανιστικής διαδρομής μέσα από λαβύρινθους αδιεξόδων.
Αυτό ωστόσο που δεν χωρά πραγματικά ο ανθρώπινος νους είναι η ευκολία με την οποία ξεχάσαμε το πραγματικό πρόβλημα, το οποίο απλά κοιτάξαμε για λίγο, περνώντας από δίπλα του επειδή έγινε τραγική είδηση και στη συνέχεια προσπεράσαμε σε λίγες μόνο ημέρες.
Οφείλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να χρειάζεται η θυσία δύο 17χρονων κοριτσιών που δεν προλάβαμε να δούμε, να ακούσουμε, να καταλάβουμε. Το πιο εύκολο και ευπώλητο είναι ο θρήνος εκ των υστέρων. Το δύσκολο είναι να σπάσεις το αβγό της έχιδνας. Κανένα μέλλον δεν χτίζεται σκοτώνοντας το παρόν και όσο δεν υπάρχει ουσιαστική μέριμνα για την ψυχική υγεία, όσο η υποστήριξη παραμένει κατακερματισμένη και τα σκοτάδια των νέων αντιμετωπίζονται σαν φάση εφηβείας που θα περάσει, τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς που αγκομαχούν σιωπηλά, πριν ανέβουν στην ταράτσα.