EPA/ABEDIN TAHERKENAREH
Η διαφαινόμενη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, έπειτα από μια περίοδο στρατιωτικής κλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο, προκαλεί ήδη έντονες συζητήσεις για τους πραγματικούς νικητές και ηττημένους της κρίσης. Πέρα από τις επιπτώσεις στην περιοχή, οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει στρατηγικά στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη του Κόλπου.
Το Ιράν εξέρχεται από την κρίση με σημαντικά γεωπολιτικά κέρδη. Η μεταφορά δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Τεχεράνη, η αποκατάσταση οικονομικών διαύλων και η έμμεση αναγνώριση του ρόλου της χώρας ως περιφερειακής δύναμης, συνιστούν ενδείξεις ότι η ιρανική ηγεσία, όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε, αλλά πέτυχε να επιβάλει την παρουσία της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη αυτή μετατρέπεται ταυτόχρονα σε πολιτικό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ κι όσους είχαν επενδύσει σε μια στρατηγική «μέγιστης πίεσης» κατά της Τεχεράνης. Οι βασικοί στόχοι που είχαν τεθεί από την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ – η ανατροπή του καθεστώτος, η κατάργηση του πυραυλικού προγράμματος και η αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν – δεν φαίνεται να επιτυγχάνονται. Αντίθετα, το καθεστώς εμφανίζεται πιο ανθεκτικό, ενώ η εξωτερική πίεση λειτούργησε ως παράγοντας εσωτερικής συσπείρωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η νέα συμφωνία εκτιμάται από αρκετούς παρατηρητές ως λιγότερο αυστηρή από εκείνη του 2015 που είχε επιτευχθεί επί προεδρίας Ομπάμα. Τότε, η συμμετοχή των ευρωπαϊκών δυνάμεων και οι μηχανισμοί επιθεώρησης του πυρηνικού προγράμματος παρείχαν ένα πιο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου.
Για την Ελλάδα, ίσως η σημαντικότερη διάσταση των εξελίξεων αφορά την εικόνα ισχύος και αξιοπιστίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αδυναμία της Ουάσιγκτον να επιβάλει τους στρατηγικούς της στόχους και η ανάγκη αναζήτησης ευρωπαϊκής συνδρομής για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο, δημιουργούν ερωτήματα για το κατά πόσο οι ΗΠΑ μπορούν πλέον να λειτουργούν μόνες τους ως εγγυητής ασφάλειας σε κρίσιμες περιοχές.
Η διαπίστωση αυτή δεν είναι αμελητέα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία έχει οικοδομήσει σημαντικό μέρος της αμυντικής της στρατηγικής πάνω στη στενή σχέση με την Ουάσιγκτον. Η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας παραμένουν ο ακρογωνιαίος λίθος της περιφερειακής σταθερότητας.
Ακόμα πιο ανησυχητική για την ελληνική πλευρά είναι μια δεύτερη ανάγνωση των εξελίξεων. Η επιτυχία του Ιράν να αντέξει τις πιέσεις και να οδηγήσει τελικά τις ΗΠΑ σε διαπραγμάτευση, ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση για την Τουρκία.
Η Άγκυρα ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια στρατηγική αυξημένης στρατηγικής αυτονομίας, επενδύοντας στην αμυντική της βιομηχανία, στο πυραυλικό της πρόγραμμα και στις φιλοδοξίες της στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Το μήνυμα που ενδεχομένως εκπέμπει η ιρανική περίπτωση είναι ότι μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να αμφισβητήσει τη δυτική πίεση χωρίς να υποστεί στρατηγική ήττα.