Φωτογραφία: Pixabay
Από μικρά, διακριτικά σχέδια στον καρπό μέχρι ολόκληρα μανίκια, τα τατουάζ έχουν γίνει πλέον τόσο συνηθισμένα που ελάχιστοι τα προσέχουν. Όμως, ενώ η προσωπική σημασία ενός τατουάζ είναι συνήθως ξεκάθαρη, οι βιολογικές συνέπειες είναι πολύ πιο δύσκολο να φανούν. Από τη στιγμή που το μελάνι εισέρχεται στο σώμα, δεν παραμένει απλώς κάτω από το δέρμα. Οι χρωστικές ουσίες αλληλεπιδρούν με το ανοσοποιητικό σύστημα με τρόπους που οι επιστήμονες μόλις τώρα αρχίζουν να κατανοούν.
Τα τατουάζ θεωρούνται γενικά ασφαλή, ωστόσο αυξανόμενα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι τα μελάνια τους δεν είναι βιολογικά αδρανή. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν τα τατουάζ εισάγουν ξένες ουσίες στον οργανισμό, αλλά πόσο επιβλαβείς μπορεί να είναι αυτές και τι σημαίνει αυτό για τη μακροπρόθεσμη υγεία.
Τα μελάνια των τατουάζ είναι σύνθετα χημικά μείγματα. Περιλαμβάνουν χρωστικές που δίνουν το χρώμα, υγρά μεταφοράς που βοηθούν στη διάχυση του μελανιού, συντηρητικά για την αποφυγή μικροβίων και μικρές ποσότητες προσμίξεων.
Πολλές από τις χρωστικές που χρησιμοποιούνται σήμερα είχαν αρχικά αναπτυχθεί για βιομηχανικές εφαρμογές, όπως βαφές αυτοκινήτων, πλαστικά και τόνερ εκτυπωτών, και όχι για έγχυση στο ανθρώπινο δέρμα.
Ορισμένα μελάνια περιέχουν ίχνη βαρέων μετάλλων, όπως νικέλιο, χρώμιο, κοβάλτιο και σε κάποιες περιπτώσεις μόλυβδο. Οι ουσίες αυτές μπορούν να είναι τοξικές σε συγκεκριμένες συγκεντρώσεις και είναι γνωστό ότι προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις και ευαισθησία του ανοσοποιητικού.
Παράλληλα, τα μελάνια μπορεί να περιέχουν οργανικές ενώσεις, όπως αζωχρώματα και πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (PAHs).
Τα αζωχρώματα χρησιμοποιούνται ευρέως σε υφάσματα και πλαστικά. Σε ορισμένες συνθήκες, όπως η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο ή η αφαίρεση τατουάζ με λέιζερ, μπορούν να διασπαστούν σε χημικές ενώσεις που έχουν συνδεθεί σε εργαστηριακές μελέτες με καρκινογόνες δράσεις και γενετικές βλάβες.
Οι μαύρες χρωστικές, που συχνά βασίζονται στον άνθρακα, μπορεί να περιέχουν PAHs, ορισμένα από τα οποία χαρακτηρίζονται ως καρκινογόνα.
Η διαδικασία του τατουάζ περιλαμβάνει την έγχυση μελανιού βαθιά στο χόριο, το στρώμα του δέρματος κάτω από την επιφάνεια. Ο οργανισμός αναγνωρίζει τα σωματίδια της χρωστικής ως ξένο υλικό και τα κύτταρα του ανοσοποιητικού προσπαθούν να τα απομακρύνουν.
Ωστόσο, τα σωματίδια είναι πολύ μεγάλα για να αποβληθούν πλήρως. Έτσι παραμένουν παγιδευμένα στα κύτταρα του δέρματος, γεγονός που εξηγεί γιατί τα τατουάζ διατηρούνται για χρόνια.
Μελέτες έχουν δείξει όμως ότι το μελάνι δεν παραμένει αποκλειστικά στο σημείο εφαρμογής. Μικροσκοπικά σωματίδια μπορούν να μετακινηθούν μέσω του λεμφικού συστήματος και να συσσωρευτούν στους λεμφαδένες, οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην άμυνα του οργανισμού.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της συσσώρευσης δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί, ωστόσο η συνεχής έκθεση σε μέταλλα και οργανικές τοξίνες αποτελεί αντικείμενο έρευνας.
Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ορισμένες κοινές χρωστικές τατουάζ μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, να προκαλέσουν φλεγμονή και πιθανώς να μειώσουν την αποτελεσματικότητα ορισμένων εμβολίων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μελάνι απορροφάται από κύτταρα του ανοσοποιητικού στο δέρμα. Όταν αυτά τα κύτταρα πεθαίνουν, απελευθερώνουν σήματα που διατηρούν ενεργοποιημένο το ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας φλεγμονώδεις αντιδράσεις στους κοντινούς λεμφαδένες.
Η μελέτη δεν σημαίνει ότι τα τατουάζ κάνουν τα εμβόλια επικίνδυνα. Δείχνει όμως ότι οι χρωστικές μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάσουν τα σήματα επικοινωνίας μεταξύ των κυττάρων του ανοσοποιητικού.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ισχυρές επιδημιολογικές αποδείξεις που να συνδέουν τα τατουάζ με καρκίνο στους ανθρώπους. Ωστόσο, εργαστηριακές και ζωικές μελέτες δείχνουν πιθανούς κινδύνους, καθώς ορισμένες χρωστικές μπορούν να διασπαστούν με την πάροδο του χρόνου, την υπεριώδη ακτινοβολία ή την αφαίρεση με λέιζερ.
Οι πιο καλά τεκμηριωμένες επιπτώσεις είναι οι αλλεργικές και φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Το κόκκινο μελάνι, ειδικά, έχει συσχετιστεί συχνότερα με επίμονο κνησμό, πρήξιμο και δημιουργία κοκκιωμάτων μικρών φλεγμονωδών οζιδίων που εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό προσπαθεί να απομονώσει υλικό που δεν μπορεί να απομακρύνει.
Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και μήνες ή χρόνια μετά τη δημιουργία ενός τατουάζ και να ενεργοποιηθούν από την έκθεση στον ήλιο ή αλλαγές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού.
Όπως κάθε διαδικασία που τραυματίζει το δέρμα, το τατουάζ έχει κίνδυνο μόλυνσης, ειδικά όταν δεν τηρούνται αυστηροί κανόνες υγιεινής.
Έχουν καταγραφεί λοιμώξεις από βακτήρια όπως ο σταφυλόκοκκος, ηπατίτιδα Β και C, καθώς και σπανιότερες λοιμώξεις από άτυπα μυκοβακτήρια.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην αξιολόγηση της ασφάλειας των μελανιών είναι η έλλειψη ενιαίας νομοθεσίας. Σε πολλές χώρες τα μελάνια τατουάζ ελέγχονται λιγότερο αυστηρά από καλλυντικά ή ιατρικά προϊόντα και οι εταιρείες δεν υποχρεούνται πάντα να αποκαλύπτουν πλήρως τα συστατικά τους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη επιβάλει αυστηρότερα όρια σε επικίνδυνες ουσίες στα μελάνια, όμως παγκοσμίως η εποπτεία παραμένει άνιση.
Για τους περισσότερους ανθρώπους, τα τατουάζ δεν προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ωστόσο, δεν είναι εντελώς χωρίς κίνδυνο. Εισάγουν στον οργανισμό ουσίες που δεν σχεδιάστηκαν για να παραμένουν επί δεκαετίες μέσα στον ανθρώπινο ιστό.
Το βασικό ερώτημα αφορά τη συσσωρευτική έκθεση. Καθώς τα τατουάζ γίνονται μεγαλύτερα, περισσότερα και πιο πολύχρωμα, αυξάνεται το συνολικό χημικό φορτίο στον οργανισμό.
Τα τατουάζ παραμένουν μια ισχυρή μορφή έκφρασης, αλλά η επιστήμη επισημαίνει ότι χρειάζονται περισσότερες έρευνες, καλύτερη ενημέρωση και αυστηρότεροι κανόνες ώστε να γίνει πλήρως κατανοητή η μακροχρόνια επίδρασή τους.
Πηγή: Theconversation