Ελευθερία, Ελλάδα, Έρωτας. Και Ειρήνη. Το Ε, ένα κεφαλαίο που πίσω του κρύβει έννοιες βαθιές απασχολεί τον Σταμάτη Κραουνάκη στην Λυσιστράτη του που ανοίγει τα χαρτιά, τις μουσικές και την καρδιά της στο Ηρώδειο σήμερα και αύριο, καλώντας μας να στροβιλιστούμε σε ένα χορό τρελό, γεμάτο γέλιο –μα πολύ γέλιο– και αλήθειες –μα πολλές αλήθειες. Ο σπουδαίος δημιουργός πάντα τολμηρός, ένας από εκείνους που δεν διστάζει δέκατο να πει τα πράγματα με το όνομά τους, ακόμη κι αν κοστίζει, παίρνει την κωμωδία του Αριστοφάνη που λατρεύει, την φέρνει στο σήμερα, την ξαναταξιδεύει στο χθες και μας την δίνει απλόχερα να την απολαύσουμε ως νέο έργο, βασισμένο στο παλιό, σε δύο μόνο παραστάσεις -ήδη sold out. Τυχεροί όσοι βρεθούν εκεί!
Τον Σταμάτη Κραουνάκη τον ξανασυνάντησα μετά από χρόνια – εδώ κι εκεί λέγαμε ένα «Γειά!» στο πόδι, σε τυχαίες ή μη συναντήσεις. Αλλά είναι λες και είχαμε αφήσει μια ατέλειωτη κουβέντα χθες και την συνεχίζαμε σήμερα (για αυτό και ο ενικός). Γιατί όποιος έχει ζήσει σαράντα χρόνια πριν εκείνο το αξέχαστο, μοναδικό, συνταρακτικό βράδυ στους Φιλίππους με ένα κατάμεστο θέατρο να καίγεται αποθεώνοντας όρθιο επί μισάωρο τη Λυσιστράτη τού “μέγα Βουτσινά” (σ.σ. όπως τον αποκαλεί ο Σ.Κ.), του Λάκη (Λαζόπουλου), της Λίνας (Νικολακοπούλου), του Σταμάτη και όλου του ασύλληπτου θιάσου, έχει κτίσει έναν αόρατο δεσμό μαζί τους για πάντα. Υπερβολή δεν λέω, πιστέψτε με. Εκείνο το βράδυ, εκείνη η –υβριδική, ριζοσπαστική, ανατρεπτική– Λυσιστράτη έδωσε μια κλωτσιά στο θέατρο και το αναποδογύρισε για πάντα. Κι έφαγε κι εκείνη πίσω το μένος όσων, δυστυχώς, δεν κατάλαβαν σε τι ιστορική στιγμή βρεθήκανε. Ήμουν εκεί. Κι αν κάτι δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι τις σταγόνες στα μάτια των χιλιάδων θεατών, τα φωτεινά πρόσωπα, τις ιαχές και τα σπινθηροβόλα κεράκια που μας μοίρασαν οι ηθοποιοί πάνω στο τέλος του έργου, κάνοντας όλο το θέατρο να μοιάζει με άστρο που απογειώνεται.
Σαράντα χρόνια πριν, σαράντα χρόνια μετά. Δεν υπάρχει χρόνος για νοσταλγία, το δύσκολο παρόν μας χρειάζεται όσο ποτέ. Κι αν η Λυσιστράτη ήταν αναγκαία τότε, σήμερα είναι πολύ περισσότερο. Εν μέσω πολέμων, μιας κοινωνίας σε κρίση και μιας Ελλάδας που πληγώνεται –διαρκώς.
Βρέθηκα στις πρόβες –και αδημονώ για την παράσταση. Ο Σταμάτης Κραουνάκης βγαίνει με όπλο του το γέλιο να κάνει πραγματικότητα ένα όνειρο που ξεκίνησε από τη βραδιά που έσβησαν τα φώτα του προηγούμενου. Να δώσει την δική του Λυσιστράτη, κρατώντας την ουσία της αριστοφανικής κωμωδίας έτσι όπως μόνο ο ίδιος ξέρει, με δύναμη, τόλμη, πάθος, σθένος και μια μουσική που θα μας πάρει την ψυχή. Δίπλα του, όλοι, ένας κι ένας. Από τον Φλεβάρη όλοι μαζί. Γιατί το «μαζί» έχει σημασία σε έναν κόσμο που συντρίβεται από τις ορδές των «εγώ» και της αδιαφορίας για τα κοινά. «Ο τρόπος που έχετε σωματοποιήσει μια βαθιά δικιά μου επιθυμία ετών, με έχει διαλύσει. Είμαστε καλοί. Και αυτό δεν γίνεται χωρίς εμπιστοσύνη. Αυτά.», λέει στους συντρόφους του μετά την πρόβα μιας σκηνής, καλώντας τους έναν έναν να τους γνωρίσω από κοντά. Τα λόγια είναι περιττά.
Ελευθερία, Ελλάδα, Έρωτας. Και Ειρήνη. Αυτά δεν κινούν τα νήματά μας; Η ιστορία κύκλους κάνει, και ούτε το ΑΙ δεν το αλλάζει αυτό. Λυσιστράτη πάνω στα βήματα του Αριστοφάνη, με απόλυτο σεβασμό.
Σαράντα χρόνια μετά, πώς έγινε πάλι αυτό; Τι ήταν εκείνο που σε έκανε να δώσεις ζωή σε μία νέα Λυσιστράτη;
Από τότε το κουβαλάω το καρότσι αυτό. Ήθελα πολύ. Ήθελα πολύ ένα έργο που να είναι αναγνώσιμο σε παγκόσμια κλίμακα -και ήδη έχουμε προοπτικές για να πάμε την παράσταση σε δύο τρία σημεία στην Ευρώπη. Ο μύθος είναι πολύ γνωστός παγκόσμια.
Είχα την σκέψη να ξεκινάει το έργο στην εποχή που βρισκόμαστε. Δηλαδή να είναι πολύ γριά η Λυσιστράτη και να έρχεται στην Ελλάδα για να της δώσει αυτή η φτωχή χώρα ένα βραβείο για την προσφορά της στην Ειρήνη. Και η ηρωίδα – καθώς το πρώτο πρόσωπο που συναντάει είναι ο Απόλλωνας και τον αναγνωρίζει–, πάει πίσω, εκεί που εξελίσσεται το έργο, στο 411 π.Χ. Το Α΄ μέρος είναι όλο στο 411 π.Χ.
Ένα άλλο καινούργιο στοιχείο που βάζουμε είναι ότι η Λυσιστράτη με τον Πρόβουλο έχει μία προσωπική σχέση, της υπόσχεται γάμο δέκα χρόνια αλλά δεν την παντρεύεται ποτέ. Άρα την ώρα που έχουν την μεγάλη κόντρα υπάρχει κι ένας προσωπικός θυμός. Ακόμη, στο τέλος του πρώτου μέρους υπάρχει ένας μονόλογος όπου η ηρωίδα κάνει κάτι που επίσης το κυρίως έργο δεν μας το δίνει. Μας λέει ποια είναι. Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Ποιον είχε πατέρα; Ποιαν είχε μάνα; Γιατί δεν έχει παιδιά; Γιατί είναι η σχέση της με τους άντρες τέτοια; Και όλοι δεν την θέλουν επειδή είναι πιο έξυπνη. Τι θυσιάζει την ώρα που ξεκινάει όλο αυτό το πράγμα, κλειδώνει τα λεφτά στην Ακρόπολη και τους μαζεύει; Και εκεί, όπως επικαλείται την Παλλάδα, είχα την σκέψη και έρχεται -με πολύ μεγάλη χαρά και τιμή, και λόγω και φιλίας φυσικά- η Δήμητρα Γαλάνη και λέει ένα υπέροχο -όπως λένε όλοι- τραγούδι για την πόλη. Και από κει με ένα κείμενο όπου έχω πάρει κάποιες λέξεις από τον ιστορικό λόγο του Ζολώτα με τις ελληνικές λέξεις του ’59, λέμε ένα κοράλ (σ.σ. χορωδιακό κομμάτι).
Και περνάμε στο δεύτερο μέρος, που είναι από το ’40 μέχρι τώρα. Δηλαδή το δεύτερο μέρος είναι οι πόλεμοι -του αιώνα.
Ένα έργο άκρως αντιπολεμικό, που γίνεται παράσταση σε μία εποχή ολέθριων πολέμων…
Όλος ο Αριστοφάνης είναι έτσι, όλα του τα έργα, η Ειρήνη, οι Αχαρνείς… Όλα, όλα, όλα. Απλώς εκείνη τη στιγμή, μέσα στον τριακονταετή μεγάλο πόλεμο, οι Αθηναίοι, η κάστα, οι καλοί των Αθηναίων, οι αστοί, φτιάχνουν μια υποτυπώδη μελανζέ τυραννία, να το πω έτσι, όχι με την έννοια της τυραννίας που λέμε σήμερα, μια δεξιούλα, μια ψιλοδεξιούλα για να υπάρχει μια κυβέρνηση και λίγο να μαζευτούν τα μπόσικα… Ο Αριστοφάνης δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι γίνεται εκείνη τη στιγμή που το γράφει. Απλώς γράφει ένα αντιπολεμικό έργο. Δηλαδή σχεδόν δεν ξέρει καν αν έχει αλλάξει η κυβέρνηση -μου λένε οι μαρτυρίες και η Ευανθία (σ.σ. Ευανθία Στιβανάκη) που είναι η σύμβουλός μου σε αυτά τα θεματάκια.
Καταλαβαίνω έχεις μια ιδιαίτερη σχέση με τα αρχαία κείμενα.
Τα αρχαία τα είχα από παιδί. Τα είχα, είχα ευκολία. Δεν ξέρω πώς… είναι μεταφυσικό. Δηλαδή τα αρχαία από το Γυμνάσιο τα καταλάβαινα στην γλώσσα τους. Ναι. Η φιλόλογος μας είχε τη μετάφραση για να μας την παραδώσει και εγώ έλεγα «εδώ είναι απαρέμφατο» ας πούμε. Δεν ξέρω πώς… Φοβάμαι είναι μεταφυσικό. Αλήθεια λέω. Δεν εξηγείται αλλιώς.
Και σε γοήτευαν ως γλώσσα…
Πολύ και κυρίως ο ρυθμός. Εγώ σε όλους τους Αριστοφάνηδες που κάναμε μέχρι τώρα, το αρχαίο είχα για μπούσουλα στη μουσική. Δεδομένου ότι ο Αριστοφάνης έγραφε και τη μουσική, έκανε σκηνοθεσία. Είναι ίσως και η πρώτη φορά σε αυτήν την παράσταση που κάνω κι εγώ όλους τους ρόλους…
Από τη μουσική έχεις κρατήσει 3 τραγούδια από τα παλιά. Γιατί τα κράτησες;
Γιατί ήταν πάρα πολύ ισχυρά σημεία αναφοράς και επίσης υπέροχα αγαπημένα από τον κόσμο. Όχι μόνο από την παράστασή μας την τότε, αλλά και από την Άλκηστη η οποία τα έπαιζε στα προγράμματά της μετά. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να μην έχω τίποτα από τα παλιά, αλλά εδώ η άλλη καλή μου φίλη, η Αργυρώ Καπαρού, μου είπε « Όχι, είναι κρίμα. Ο κόσμος τα περιμένει». Άλλωστε είναι και πολύ διαφορετικά δοσμένα σε αυτήν την παράσταση. Είναι το «Νήμα», το «Πάμε κοπέλες», το «Όλα για αυτή την πόλη». Έχει τέσσερα φινάλε το έργο. Το πρώτο είναι αυτό του Χριστόφορου Σταμπόγλη, το τραγούδι για τους άντρες, μετά είναι το φινάλε που κάνει η Ελένη για το πώς έγινε η συμφιλίωση, που είναι σούπερ, είναι η Ελένη σούπερ, όπως το λέει! Είναι και ένα υπέροχο πεντοζάλι πυρρίχιο που λέει ο Θεολόγος Παπανικολάου που είναι ο ψάλτης μας. Που είναι για το γράμμα Ε. Ένας Ύμνος στο γράμμα Ε. Ελευθερία, Ελλάδα, Έρωτας.
Μια Λυσιστράτη λοιπόν ακόμα πιο επίκαιρη από εκείνη τότε…
Περισσότερο, περισσότερο! Είναι πολύ πιο βαριά τα πράγματα τώρα. Έχουμε όλους τους πολέμους και έναν άγνωστο που δεν τον ξέρουμε ακόμα. Πιθανώς.
Πιο βαριά τα πράγματα, παρόλο που τότε είχαμε βγει από μία χούντα 12 χρόνια πριν. Και είχαμε να αντιμετωπίσουμε και τότε πολλά.
Ναι, αλλά εντάξει ήταν όμως η ώρα τότε που ο κόσμος έβγαζε λεφτά. Ή νόμιζε ότι βγάζει λεφτά. Είναι αυτό που είπα τώρα, ότι πάντα υπήρχε το πρόβλημα, απλώς φύγαν τα λεφτά και έμεινε η τρύπα. Τώρα.
Τώρα σε μία εποχή, με μια «δεξιούλα»…
Ναι, αλλά θα το επαναλάβω, το έχω πει και ξαναπεί και ξαναπεί. Όλοι οι αντίπαλοι, οι αντιπολιτευόμενοι αντίπαλοι, χτυπάνε ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν τολμάει να χτυπήσει τη σκακιέρα, δηλαδή αυτόν που έχει τα φράγκα. Το όνομα αυτό δεν το χτυπάει κανείς. Αυτό λίγο να μας βαρύνει; Μπορεί… Πρέπει, νομίζω.
Παρεμπιπτόντως, έγινε μεγάλος ντόρος για τη μουσική που έγραψες για τον Αλέξη Τσίπρα. Τι έχεις να πεις;
Τίποτα. Τα πάντα τα κινώ με τις φιλίες μου. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Θα έλεγα ναι σε οποιονδήποτε φίλο μου εκτός από κάποιους που δεν είναι φίλοι μου. Αλλά με τους φίλους μου είμαι ΟΚ. Παραπάνω φασαρία….
Γιατί αυτή η παραπάνω φασαρία;
Γιατί τρέμουν το αγόρι! Το τρέμουνε το αγόρι. Το οποίο με το που ’σκασε παίρνει κεφάλια. Σόρι κιόλας.
Ποτέ δεν μάσησες τα λόγια σου.
Και το λέω. Και θέλω να πω κάτι πάνω σε αυτό. Άλλο η φιλία κι άλλο πού θα ρίξω όταν έρθει η ώρα της κάλπης. Θα το σκεφτώ πολύ το πού. Δεν τα συνδέω. Καθόλου. Αλλά η φιλία -το τρώμε στο ίδιο τραπέζι και μπορούμε να πούμε αυτά που δεν θα πούμε παραέξω-, για μένα είναι ιερή. Και χάρηκα πάρα πάρα πολύ και συγκινήθηκα μάλιστα και τώρα που μου το ξανάστειλε η φίλη μου η Γιάννα που είναι στο γραφείο του το βίντεο και το ξαναείδα. Συγκινήθηκα. Γιατί καταλαβαίνω ότι βάζω ένα λιθαράκι να πυροδοτηθεί μία πράξη η οποία μπορεί να σημάνει κάτι από όλη αυτή την πλήξη. Πλήξη! Και η Αριστερά στα καλάθια!
Φταίνε όλοι που είναι η Αριστερά στα καλάθια. Όλοι ανεξαιρέτως! Ο καθένας το μπαϊράκι του, τη θεσούλα του, το γραφειάκι του και μην μετακινηθώ απ’ αυτό και… Βαρεθήκαμε. Λοιπόν, εδώ τελείωσε το ΠΑΣΟΚ. Πενήντα χρόνια κόμμα. Ας τελειώσει και οποιοδήποτε άλλο -στο φινάλε.
Σε άκουσα πριν λίγο να λες «δεν με νοιάζει τίποτα πια». Έχεις ακούσει στη ζωή σου πολλά…
Δεν θέλω μωρέ μαύρα ζουμιά πια. Με κανέναν. Ακόμα και με ανθρώπους που είχα σκοτωθεί… εκτός αν είναι κάποιοι που επ’ ουδενί θέλω να ξανασυναντήσω -δεν είναι πάνω από δύο τρεις. Με τους υπόλοιπους, όλους όσους είχα κόντρες παλιά, φροντίζω να κλείσουν οι λογαριασμοί. Δεν θέλω, δεν έχουμε… Είμαι 71.
Ο χρόνος αυτός που έχει τρέξει, τι έχει αφήσει πίσω;
Χαρά. Χαρά!
Αισθάνεσαι ολόκληρος, χορτάτος; Σου έχει λείψει κάτι;
Όχι, όχι! Νομίζω ότι κάθε στιγμή έδωσε αυτό που ήταν να δώσει. Με γέμισε τραγούδια. Μερικά… τι να σου πω, δεν τα θυμάμαι καν πια! Είναι δικά μου; Ακούω καμιά φορά μια εισαγωγή στο ράδιο και λέω τίνος είναι αυτό; Κάπου το ξέρω!
Και συνεχίζεις ακάθεκτος.
Και με νοιάζει το αύριο.
Τι άλλα όνειρα έχεις;
Άλλο ένα έργο δικό του, του Αριστοφάνη. Αλλά δεν θα το πω. Όμως δεν είναι περίεργο ότι φέτος έχουμε πάλι δύο Λυσιστράτες όπως και τότε (γελάει); Έχει και το Κρατικό Βορείου Ελλάδος.
Ω ναι, όπως και τότε! Με εκείνην της Αλίκης που είχε γίνει χαμός.
Τι θες να πεις; Οοοο χαμός θέλεις να πεις!
Και τι δεν είχε γίνει τότε. Και τι δεν είχατε ακούσει.…
Ήταν ένα πολύ τρελό πράγμα, το οποίο το θυμάμαι ως εξής: Θρίαμβος και ξύλο. Ήταν αυτά τα δύο πακέτο, ας πούμε. Παίξαμε Αύγουστο. Κι εγώ τον Σεπτέμβριο τότε, θυμάμαι, πέταξα μια σακούλα αποκόμματα από το γραφείο που μάζευε και μας έφερνε τα αποκόμματα από τα δημοσιεύματα και δεν ξαναπήγα ποτέ σε γραφείο με αποκόμματα. Εκεί τελείωσα, εκεί τελείωσα με τα αποκόμματα.
Και τώρα τι περιμένεις;
Κοίτα, καταρχήν είμαι πολύ χαρούμενος που έγινε αυτό. Και είμαι πολύ χαρούμενος που έγινε με τους ανθρώπους που έπρεπε να είναι εδώ. Δεν υπάρχει αυτό που λέμε επαγγελματική πρόσληψη. Καστ δεν υπήρξε. Έγινε τρελά.
Είμαστε φίλοι όλοι, ακόμα και με αυτούς που δεν ήμουνα φίλος, όπως η Σοφία Κουνιά που την είδα στην «Σπασμένη Φλέβα» την ταινία του Οικονομίδη και της έγραψα μια μέρα, τελείως έτσι, στο messenger: «Μωρέ να σου πω, κάνω αυτό… Θέλεις; Τραγουδάς;» Και έχουμε γίνει νύχι-κρέας που λέμε!
Ή τα τρία παιδιά που μου έφερε ο Θοδωρής Πανάς, το παιδί που μας κάνει χορογραφία με τον οποίο έχω ξαναδουλέψει. Τον ξέρω πάρα πολλά χρόνια και στις Εκκλησιάζουσες ήταν εκεί. Όπως και η Μαριλένα (σ.σ. Μόσχου) που είναι από το Θέατρο Τέχνης και είναι κοντά μου σε όλο το στήσιμο. Ήθελα πολύ την Ελένη (Ουζουνίδου). Η Ελένη μπορούσε. Ήθελα πολύ τον Χριστόφορο -τον Σταμπόγλη που κάνει Πρόβουλο-, γιατί είχαμε ήδη δουλέψει μαζί στις Εκκλησιάζουσες, όπου θριάμβευσε ως Βλέπυρος εκεί.
Είναι παιδιά που έχουμε…. Όπως ο Δημήτριος Ανδρεάδης ο μαέστρος μας, οι μουσικοί -είναι παιδιά που έχουμε κάνει καιρό μαζί “ταξίδι”, να το πω έτσι. Συνεννοούμαστε γρήγορα. Πολύ σημαντικό.
Είχα τη φλασιά -κι ήταν σωστή φλασιά- να ξεκινήσουμε πρόβες το Φλεβάρη.
Ήταν έτοιμο το έργο, γραμμένο δηλαδή.
Καιρό. Τα πάντα όλα. Είχα παραδώσει τη μουσική στον Ανδρεάδη, ο οποίος ήδη δούλευε. Παρακάλεσα τους παραγωγούς μας, τον Τάκη και τον Γιώργο Γεώργα, να ξεκινήσω πρόβες νωρίς. Ήταν σωτήριο γιατί κάναμε 4 φορές τη βδομάδα πρόβα, μένανε τρεις μέρες, χωνεύανε. Και φόρτωσε στα σώματα το έργο σιγά σιγά. Δεν μπήκαμε στο άγχος να τελειώσουμε σε 1,5 μήνα. Αυτό ήταν τρομερά σωστό και τώρα λέω με χαρά, ότι είμαστε έτοιμοι… δεν μου έχει ξανασυμβεί αυτό. Πάμε. Το κάναμε. Θέλω λοιπόν να βγουν στην παράσταση να το γλεντήσουν, να κάνουν πάρτι.
Φαντάζομαι κάπως έτσι θα συμμετέχουν και οι θεατές…
Πρώτα απ’ όλα θέλω να διασκεδάσουμε, να γελάσουμε! Να γελάσουμε ρε παιδί μου, να κοπανηθούμε στα γέλια! Όπως είναι οι σκηνές που εμείς εδώ ας πούμε, στις πρόβες που το έχουμε φάει στη μάπα, κακαρίζουμε.
Δυο. Να θυμηθούμε καταγωγή, θρησκεία και καταγωγή.
Και θρησκεία;
Ναι! Λέει κάποια στιγμή η ηρωίδα: «Θρησκεία και καταγωγή -κομμάτια η γη, παλάτια και σκουπίδια». Αυτό είναι ένα μήνυμα για τον πληγωμένο μας κόσμο αυτή τη στιγμή.
Σε απασχολεί η θρησκεία; Πιστεύεις;
Θα σου πω τι πιστεύω. Σε αυτό το καταπληκτικό που λέει ο Ντάριο Φο -ένας άθεος- για το Θεό: «Ό, τι και να μου πείτε, ο Θεός είναι ένας ωραίος παππούλης που μας κοιτάζει και γελάει».
Το εικαστικό σήμα της παράστασης είναι του ζωγράφου Κώστα Σπανάκη.
Η Τέχνη πιστεύεις μπορεί να συμβάλει να αλλάξουν πράγματα;
Κοίτα, η τέχνη αυτή τη στιγμή να πάρει την ευθύνη -και το κάνουνε αρκετοί καλλιτέχνες μας: Ο Παπαϊωάννου πρώτα από όλα. Η Λίνα, ο Λάκης με τον τρόπο του και μάλιστα μέσα από το επίσημο δίκτυο. Δεν είναι απλό αυτό που κάνει ο Λάκης. Επίσης αυτό που θέλω να πω είναι ότι όλοι εμείς, συγγνώμη κιόλας που το κάνουμε, έχουμε κόστος. Το οποίο κόστος… σκέφτεσαι καμιά φορά… αξίζει τον κόπο που τρώω αυτό το ξύλο; Αποδείχτηκε, χάρη στον φίλο μου τον Μιχαήλ Μαρμαρινό που πήρε την παράσταση στο φεστιβάλ -ο οποίος απλώς με ήξερε από το 2021 που με φώναξε στους Ιχνευτές μαζί του και έκανα το γέρο Σιληνό – ήξερε ότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος απολύτως πειθαρχημένος στον στόχο. Και όταν του μίλησα γι’ αυτό, μου είπε «το θέλω». Και πήρε την ευθύνη, εκπροσωπώντας το φεστιβάλ σε μια κυβέρνηση που δεν με χωνεύει, να πει «εγώ αυτόν τον θέλω». Και αυτό γιατί το λέω; Γιατί καμιά φορά, έχει ενδιαφέρον, τα πράγματα έρχονται επειδή θέλει μια δύναμη πάνω από τα ανθρώπινα.
Πιστεύεις στο μεταφυσικό των πραγμάτων; Σε μια αόρατη ενέργεια;
Πιστεύω πολύ σε αυτό που μας κοιτάζει ενώ εμείς δεν το βλέπουμε. Δεν ξέρω πώς να το πω. Άμα το ήξερα… απλώς το αισθάνομαι, πολλές φορές το αισθάνομαι, ότι έχω αυτή τη στήριξη. Την ακούω δηλαδή πώς να σου πω, ακόμα και όταν έρχεται μια μελωδία μες στο αφτί μου, το ακούω από πού έρχεται, ότι δεν είναι δικό μου αυτό το πράγμα, ότι είναι το πουλάκι που κράζει απέξω ας πούμε. Την ώρα που έρχεται η μελωδία στο αυτί και ξέρω ότι ήρθε, αυτό είναι, ξέρω ότι από κάπου έρχεται.
Και πιστεύεις τώρα με τη Λυσιστράτη ότι η τέχνη εδώ που βρισκόμαστε και στην κατάσταση που βρισκόμαστε…
Μπορεί να κάνει δουλειά! Διασκέδαση, αφύπνιση και συγκίνηση.
Εκτός από αντιπολεμικό είναι κι ένα έργο άκρως φεμινιστικό. Σε μία εποχή μέσα στις γυναικοκτονίες…
Άστο…
Γιατί τόσο πολύ, τι συμβαίνει;
Γιατί έτσι είναι μαθημένοι. Τα σπίτια επωάζουν αυτή τη βία. Εσύ αγόρι μου, που την έχεις τόση και εσύ κορίτσι μου κοίτα να παντρευτείς. Δηλαδή αρχίζει από τα σπίτια μία υποταγή. Στον ρόλο.
Μα ακόμα σήμερα…;
Μα πάντα! Δεν έφυγε -γιατί ξεχνάμε κάτι. Ο Έλληνας είναι δεξιός στο σπίτι και αριστερός στον καφενέ.
Αλλά να σου πω και κάτι, δεν με νοιάζει. Άνθρωποι με νοιάζει να είναι. Άνθρωποι να ’ναι -να μη σε δω χάμω και να πηδήξω από πάνω σου να περάσω απέναντι. Αλλά να πω «μα τι έπαθε αυτή η γυναίκα» ας πούμε, «λιποθύμησε; Γιατί; Τι έπαθε;»
Υπάρχει μια κοινωνική αναισθησία, η οποία τροφοδοτείται συνέχεια. Από τα σόσιαλ -από τα βαμμένα νύχια μέχρι το παστίτσιο θα γράψει ο καθένας ό, τι παπαριά θέλει, χωρίς να σκεφτεί, ας πούμε, τη νίκη των λάικ, την νίκη των μάικ και το κουκουρούκουκου σουπίτσα.
Πιστεύεις θα έρθουν καλύτερες μέρες;
Οι εποχές κάνουν κύκλους, οι εποχές κάνουν κύκλους. Τίποτα δεν μένει σταθερό…
… Και το λέω ειδικά για τα παιδιά μας.
Να σταματήσουν οι γονείς να ασχολούνται με το τι κάνουν τα παιδιά τους. Να σταματήσει αυτή η αηδία.
Μα ο κόσμος που θα ζήσουν…
Δεν πειράζει, θα βρουν τον τρόπο. Όπως κάθε γενιά.
Σε απασχολούν τα νέα παιδιά.
Έχω φίλους 20 χρονών και 22 και μουσικούς και τα πάντα όλα. Καταρχήν, καταργώ τον πληθυντικό και μετά λέμε τα δικά μας. Έχω παιδιά καταπληκτικά! Ταλεντάρες!
Τις προάλλες είδα στο Ηρώδειο το Blade Runner του 1982. Στην πρώτη σκηνή του έγραφε: Λος Άντζελες 2019. Βρισκόμαστε στο 2026, ένα παρόν στο οποίο έχουν γίνει πραγματικότητα πολλά από όσα έλεγε η ταινία…
Ναι, ναι, γιατί ο σωστός ο καλλιτέχνης είναι προφήτης. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, αυτοί που έγραψαν και δημιούργησαν τέτοια έργα, ήταν προφήτες…
Ένα παρόν στο οποίο γίνονται πραγματικότητα πολλά από όσα ίσως δεν θέλαμε, σε αυτή την κοινωνία.
Θάρρος. Και καλό φαΐ στην κατσαρόλα!
Ένα απόγευμα στις πρόβες της Λυσιστράτης
«Αθηναίες, Αθηναίοι, ερωτιάρηδες και νέοι,/ κάποτε ήσασταν ακμαίοι,/τώρα γά-μα-τα…»:
Μπήκα στις πρόβες ακούγοντας απέξω τους στίχους και το γλέντι των ήχων που τους συνόδευαν. Δεν χρειαζόντουσαν περισσότερα για να αλλάξει εντελώς η διάθεσή μου μετά από ένα μποτιλιάρισμα σε μία καυτή Αθήνα, αλλά και για να καταλάβω πού θα βρεθώ και τι θα αντικρύσω. Όχι ότι δεν το περίμενα… Κάπου τριάντα άτομα παρέα, σε έναν μεγάλο υπόγειο χώρο που ήταν μικρός όμως για να χωρέσει την απίστευτη ενέργεια που ξεχείλιζε, σε μετέφεραν σε άλλον πλανήτη. Κοστούμια, σκηνικά εδάφους, καπέλα, φουλάρια, μουσικά όργανα, χαρτιά γεμάτα σημειώσεις –μία τρέλα πολύχρωμη, μια ομάδα χαρούμενη, έτοιμη να ξεπορτίσει για το Ηρώδειο. Στη μέση της αίθουσας, με την πλάτη στον τοίχο ο Σταμάτης Κραουνάκης να ακούει, να καθοδηγεί, να λέει ανέκδοτα.
«Τον Βενετσάνο κοιτάξτε. Δεν μπορώ, δεν μπορώ… Κώστα, αυτό το ύφος… αυτό το ύφος της απορίας “τι δουλειά έχω εγώ εδώ τώρα; κανείς δεν ξέρει!”. Κράτα το αυτό, Κώστα μου, κράτα το. Είναι πολύ αστείο. Μην κάνεις καμία γκριμάτσα, τίποτα. Στα μάτια είναι όλο. Αυτό! Έτσι! Όνειρο! Όνειρο!», λέει κοιτώντας τον αειθαλή κι αγαπημένο Κώστα Βενετσάνο. «Για να δω την πρωταγωνίστρια. Θεά Θεά!» λέει στην Λυσιστράτη, την υπέροχη Ελένη Ουζουνίδου. «Σ’ αυτό το βεραμάν δεν μπορούμε να ρίξουμε κάτι πάνω;» κοιτάει τον Takis και μου τον συστήνει: «Ο Takis είναι ο σκηνογράφος μας. Είμαστε φίλοι πάρα πολλά χρόνια. Πρώτο όνομα στη διεθνή πια σκηνή. Ζει στο Λονδίνο. Έχει βραβεία, αναγνωρίσεις. Και μου έκανε την τιμή και την χάρη και ήρθε για εμάς -και να τα τα χάλια μας! Ένα αριστούργημα!!», λέει ενθουσιασμένος με τα κοστούμια. Συγχαίρει την Βικυ που τα έραψε: «Ξέρεις πόσες φορές μια ιδέα υπέροχη γίνεται σκατά λόγω της κατασκευής της; Δηλαδή, πρέπει να είναι καλλιτέχνης κι αυτός που τα φτιάχνει!» της λέει.
«Να θυμάστε όλοι ότι άλλοι έχετε αιδοίο, άλλοι έχετε στήθος, άλλοι έχετε ρόγες στα κοστούμια και τα καπέλα σας. Να παίξετε μαζί τους!» φωνάζει ο Takis.«Με τον Σταμάτη συνεργαζόμαστε από το 2003», μου λέει. «Έχω κάνει όλη τη Σπείρα Σπείρα, όλες τις δουλειές. Συνέχιζα τις σπουδές μου και τη δουλειά μου έξω, αλλά ερχόμουν και έκανα έργα του Σταμάτη εδώ. Σκηνικά και κοστούμια. Την Λυσιστράτη την ήθελε από τότε. Μου έλεγε “την βλέπω έτσι, φαντάζομαι έτσι το χαρακτήρα”. Κι εγώ σχεδίαζα. Κι έμαθα να δουλεύω και τα κοστούμια αλλά και την σκηνογραφία σε σχέση με την μουσική –πάνω στο πως σχεδιάζει, αλλάζει, αποδομεί, αναδημιουργεί ο Σταμάτης τη μουσική. Δεν είναι ένα είδος η μουσική που χρησιμοποιεί. Ήταν για μένα δώρο ζωής, φοιτητής ακόμη να ζωγραφίζω στον καναπέ του κοστούμια ενώ έκανε πρόβα με τους μουσικούς στο πιάνο, ντύνανε με μουσική τα ποιήματα. Είναι ένα κομμάτι το οποίο θα το κουβαλάω πάντα μαζί μου. Όπως είναι μεγάλο δώρο μετά από τόσα χρόνια έξω να κάνω ξανά κάτι στην Ελλάδα. Παίζουμε Λυσιστράτη στο Ηρώδειο κάτω από την Ακρόπολη! Το ιδανικό μέρος. Ήρθε όλο και κούμπωσε τόσο όμορφα. Ήρθε ο χρόνος να υλοποιηθεί η ιδέα, την κατάλληλη στιγμή, με τους κατάλληλους συνεργάτες. Όλοι είναι εδώ με την ψυχή τους ανοιχτή να δημιουργηθεί κάτι ιδιαίτερο. Έχουν δώσει τον καλύτερό τους εαυτό. Προσπάθησα να αναδείξουμε κάθε ρόλο σε σχέση με εκείνον που τον παίζει. Και μέσα σε όλο αυτό, εκείνο που πάντα με ιντριγκάρει: τι σημαίνει αρχαίο, τι σημαίνει παραδοσιακό ελληνικό, τι σημαίνει σύγχρονο ελληνικό. Όλη η παλέτα -κι ας είναι σχεδιασμένο ως κόμικ- παίζει με αυτό το παιχνίδι. Πώς το ένα μπορεί να έχει μια συνέχεια με το άλλο και πώς όλα αυτά παίζουν με το ερωτικό και αγκαλιάζουν όλα τα κορμιά. Κορμιά διαφορετικά. Με ηλικίες διαφορετικές. Αυτό είναι για μένα το μεγαλείο: δεν υπάρχουν νόμοι ή κανόνες», χαμογελάει ευτυχισμένος.
Στις πρόβες
«Συνεργάζομαι με τον Σταμάτη 19 χρόνια. Ο ρόλος είναι για μένα ένα όνειρο ζωής», λέει ο Χρήστος Γεροντίδης που κάνει τον Κινησία. «Από τη σχολή τον αγαπούσα και ήταν όνειρό μου να τον παίξω. Και να που γίνεται πραγματικότητα! Με έναν μαγικό τρόπο όλοι εδώ υπήρξαμε μαζί, είχαμε το ίδιο όνειρο και φέραμε ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα. Κοιτάζω τον Σταμάτη και χαίρομαι με την χαρά του!».
«Εγώ έχω μπλέξει μαζί του από το 2005 που τον γνώρισα!» λέει η Ελένη Ουζουνίδου. «Έκτοτε έχουμε κάνει πάρα πολύ ωραία πράγματα μαζί. Θεσμοφοριάζουσες, το I Love You -ένα αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη-, Ντάριο Φο, πολλά ακόμη… Τώρα μπλέξαμε με τη Λυσιστράτη. Με είχε και εμένα στο μυαλό του για το ρόλο. Απλώς τώρα ήρθαν οι συγκυρίες, έδεσαν όλα και πήγαν πρίμα. Ήρθε η Λυσιστράτη και μου κάθισε! Λέει πράγματα που θα ήθελα και εγώ να τα πω. Οπότε υπάρχει ταύτιση. Μεγάλη. Τέλεια! Είναι πολύ όμορφο και συγκινητικό αυτό που κάνουμε. Πολύχρωμο όπως οι μουσικές συνθέσεις του Σταμάτη. Είναι τόσο ωραίες, νιώθεις τέτοια ανάταση!»
«Κι εγώ είμαι ο σύζυγος της Λυσιστράτης», μας ακούει και έρχεται ο πάντα εξαιρετικός Χριστόφορος Σταμπόγλης που ερμηνεύει τον Πρόβουλο, καθώς από πίσω ο χορός τραγουδάει το πολυαγαπημένο «Νήμα»: «Να ξεκαθαρίσει ο χώρος / πριν να μάθει ο κάθε σκόρος / εξουσία τι θα πει».
«Εμένα μάλλον με φορέσανε» γελάει. «Και βέβαια είμαι και λίγο εκπρόσωπος της πατριαρχίας και της δήθεν εξουσίας, γιατί είναι μία δήθεν εξουσία στην πραγματικότητα. Και είμαι και μεγάλο λαμόγιο γιατί όλοι είναι στο μέτωπο και εγώ είμαι στο φρουραρχείο. Έχω κρατήσει μια θεσούλα μαζί με άλλα λαμόγια και έχουμε μια πολύ ωραία σκηνή που συναντιέμαι με την Λυσιστράτη. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της μάλιστα είναι ότι ο Σταμάτης έχει εστιάσει και στην προσωπική τους σχέση -πέρα από το πώς προσπαθεί να ανατρέψει την κατάληψη της Ακρόπολης -αλλά την ανάληψη της εξουσίας στην πραγματικότητα. Οπότε γι’ αυτό ο χαρακτήρας του βγαίνει λίγο παλιομοδίτικος, λίγο γκέι, λίγο σύζυγος μεν, αλλά…. Τελικά αυτός ο Πρόβουλος όταν του πατάει τον κάλο, όπως λέμε στην καλή ελληνική, γυρίζει απότομα χαρακτήρα και βγάζει το πρόσωπο ενός “πατριάρχη”, το οποίο είναι και σκληρό και αυταρχικό και επιθετικό και προσβλητικό. Η Λυσιστράτη δεν μασάει βέβαια και τον πετάει έξω από τα τείχη τελικώς! Αλλά να πω και το άλλο; Στο δεύτερο μέρος μου έχει γράψει ο Σταμάτης ένα πολύ ωραίο τραγούδι. Το σημαντικό είναι ότι είναι το μόνο τραγούδι το οποίο δεν υπερασπίζεται αλλά, αν θέλετε, προβάλλει τη θέση των αντρών. Δηλαδή είναι το μόνο που επιτέλους μιλάει λίγο για τους άντρες. Όπως λέει ο Σταμάτης, τους δίνει λίγο δίκιο. Τους λέει ότι είσαστε τόσο εξαρτημένοι από τη λίμπιντο και αυτή σας κάνει να κάνετε τα πάντα. Υποχωρείτε πάντοτε σε αυτήν την μικρή-μεγάλη επιθυμία. Είναι συγκλονιστικό αυτό, γιατί χαρακτηρίζει πάρα πολύ το αντρικό φύλο και τη συμπεριφορά του μέχρι σήμερα στο δυτικό κόσμο -τουλάχιστον αυτήν που ξέρουμε εμείς, έτσι; Και αυτό λίγο τους δικαιώνει. Με λίγη πίκρα στο τέλος. Γιατί πάντα ο άντρας στο τέλος θα παραδεχτεί ότι η γυναίκα είναι το πρώτο κομμάτι της ζωής. Θα το παραδεχτεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν του αρέσει, αλλά αυτό γίνεται τελικά».
Η Σοφία Κουνιά παίζει την Κλεονίκη. Ούτε καν ερασιτέχνης ηθοποιός δεν ήταν όταν την ανακάλυψε σε ένα σπίτι φίλων ο Γιάννης Οικονομίδης και την έβαλε στις ταινίες του. «Τι ωραία που είναι αυτά, Θεούλη μου! Αυτά που γίνονται έτσι! Που σε είδε σε ένα σπίτι φιλικό και σου λέει “έλα”», χαμογελάει ο Σταμάτης. Αντίθετα με τους άλλους ηθοποιούς ούτε καν είχε περάσει -όχι ως όνειρο αλλά ούτε ως σκέψη- από το μυαλό της ότι θα παίξει στο Ηρώδειο. «Όνειρο; Δεν είχα κανένα όνειρο ότι θα πατήσω το σανίδι. Πίστευα ότι με τον Γιάννη έχει κλείσει το θέμα, αυτό θα κάνω, σινεμά με τον Γιάννη και τίποτα άλλο. Αλλά όταν σε παίρνει ο Σταμάτης ο Κραουνάκης στο τηλέφωνο, απογειώνεσαι. Εκεί απλά πρέπει να πεις “έρχομαι”», λέει παθιασμένα. «Να μη φοβηθείς, αυτό είναι το κυριότερο. Εντάξει, εγώ ήμουν σε μια φάση ζωής που είπα “δεν έχω να χάσω τίποτα!”. Αν ήμουνα τριάντα, μπορεί να φοβόμουν. Είπα “θα βουτήξω και όπου βγει”. Ήταν το timing φοβερό. Και το timing του Σταμάτη. Γιατί είμαι και αγγούρι. Του είπα “είμαι αγγούρι” – και τώρα εδώ τραγουδάω, χορεύω, ο Θεός να το κάνει χορό! Αλλά εν πάση περιπτώσει είναι κωμωδία. Θα το στηρίξω. Το θέμα είναι να το διασκεδάζεις. Βέβαια είχα πει στον Σταμάτη, “Σταμάτη αν δεν σου κάνω, με διώχνεις. Δεν θα στενοχωρηθώ καθόλου, αρκεί να γνωριστούμε”. Ακόμα το συζητάμε!», γελάει με την καρδιά της.
«Ο Θεολόγος Παπανικολάου – ο ιεροψάλτης μας, κάνει το μέγα φινάλε για το Έψιλον – Ελλάδα-Έρωτας-Ελευθερία. Κι άλλα βέβαια ακόμη», μου λέει ο Σταμάτης ενώ μου τον συστήνει … «Πέντε χρόνια συνεργαζόμαστε με τον Σταμάτη. Δεν συνεργαζόμαστε βασικά. Έχουμε κάνει μια ιδιότυπη σχέση που ξεκίνησε από το Θέατρο Σκιών, σε μια παράσταση που έπαιζα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά!» χαμογελάει. «Έπαιζε βιολί και τραγούδαγε σε παράσταση του φίλου του Ιωσήφ Βιβιλάκη. Τον είδα, μου γυάλισε και βρεθήκαμε όλα τα χρόνια στο Άλσος -μαζί και καλοκαίρια και χειμώνες», προσθέτει ο συνθέτης. «Θα εστιάσω λοιπόν στο φινάλε της παράστασης. Να δώσουμε στον κόσμο να ξαναγαπήσει την Ελλάδα, να ξαναγαπήσει τους Έλληνες, σε όλο το μεγαλείο τους», τονίζει ο Θεολόγος Παπανικολάου. «Έτσι είναι. Έχεις δίκιο», λέει ο Σταμάτης και τον ρωτάει: «Ποια είναι η πιο αγαπημένη σου φράση από όλο αυτό το κείμενο που λες στο τέλος;». «Ειρήνη! Ειρήνη!» απαντάει. «Εκεί, λίγο πριν το τέλος. Ειρήνη, Έψιλον, Εστία. Είναι απαραίτητη η Ειρήνη, Είναι παγκόσμιο το ζήτημα…».
Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μουσική, κείμενο, σκηνοθεσία: Σταμάτης Κραουνάκης
Ωδείο Ηρώδου Αττικού | Παρασκευή 12 & Σάββατο 13 Ιουνίου | ώρα 21.00
Οι παραστάσεις είναι sold out
Συντελεστές:
Μουσική, κείμενο, σκηνοθεσία: Σταμάτης Κραουνάκης
Συνεργάτες στο Λιμπρέτο: Λίνα Νικολακοπούλου (στίχοι τραγουδιών «Πάμε κοπέλες», «Το νήμα», «Χορικό της συμφιλίωσης»), Γιώργος Χατζιδάκις, Λάκης Λαζόπουλος (στίχοι του τραγουδιού «Όλα γι’ αυτή την πόλη»)
Συνεργάτης στη σκηνοθεσία: Μαριλένα Μόσχου
Σκηνικά – Κοστούμια: Takis | Χορογραφία: Θοδωρής Πανάς | Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου | Σύμβουλος θεατρολόγος: Ευανθία Στιβανάκη
Το εικαστικό σήμα της παράστασης είναι του ζωγράφου Κώστα Σπανάκη
Φωτογραφίες: Σπύρος Πώρος | Επικοινωνία: Δέσποινα Κραουνάκη
Ερμηνεύουν με σειρά εμφάνισης: Λένα Ουζουνίδου: Λυσιστράτη | Κώστας Μπουγιώτης: Απόλλων – κομπέρ | Σοφία Κουνιά: Κλεονίκη | Έλενα Καφούρου: Ινδή | Πένυ Ξενάκη: Μπάμπουτσκα Κορυφαία | Γεωργία – Mαρία Αμοργιαννιώτη: Μινώικα | Αργυρώ Καπαρού: Λαμπιτώ | Βενετία Μαναβέλη: μια κοπέλα | Γιώργος Στιβανάκης: Θηβαία / Ένας ανάπηρος στρατιώτης | Κωνσταντίνος Τσονόπουλος: Θηβαία Βαγγέλας | Στέλλα Κρούσκα: Μυρίνη | Χριστόφορος Σταμπόγλης: Πρόβουλος | Χρήστος Γεροντίδης: Κινησίας | Κώστας Βενετσάνος: Ένας βέρος Αθηναίος | Σάκης Καραθανάσης: Λαϊκός τραγουδιστής | Θεολόγος Παπανικολάου: Ιεροψάλτης | Σπύρος Πινκερίδης: Κήρυκας | Μαριλένα Μόσχου: Κουκλάρα της Αθήνας | Μαρία Παπαδοπούλου: Κουκλάρα της Αθήνας
Τη θεά Αθηνά τραγουδά η Δήμητρα Γαλάνη
Μουσικοί:
Μουσική Διεύθυνση – ενορχήστρωση: Δημήτριος Ανδρεάδης
Σολίστες Μουσικοί: Δημήτριος Ανδρεάδης – πλήκτρα πιάνο | Δημήτρης Κίκλης – πιάνο | Λάμπρος Παπανικολάου – κοντραμπάσο & ηλεκτρικό μπάσο | Γιώργος Ταμιωλάκης – βιολοντσέλο, ευφώνιο | Θεολόγος Παπανικολάου: κορυφαίος βιολί | Κοσμάς Κοκόλης: κιθάρα, μπουζούκι | Νίκος Κατσίκης: μπουζούκι, μαντολίνο, ισπανικό λαούτο | Γιάννης Αλλαγιάννης: ντραμς, κρουστά
Παραγωγή: Gr Entertainment, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Μέγας Χορηγός: ΔΕΗ