Η προεκλογική περίοδος, μπορεί να μην έχει επισήμως κηρυχθεί, όμως έχει ήδη ξεκινήσει. Είτε οι κάλπες στηθούν νωρίτερα είτε η χώρα οδηγηθεί σε μια παρατεταμένη προεκλογική διαδρομή έως την άνοιξη του 2027, η πολιτική αντιπαράθεση έχει περάσει σε άλλη φάση. Η εκλογολογία κυριαρχεί και μαζί της επιστρέφουν η πόλωση και η τοξικότητα στην προσπάθεια κάθε κόμματος να συσπειρώσει το ακροατήριό του.
Αυτό όμως που απασχολεί τους πολίτες δεν είναι οι κομματικοί σχεδιασμοί. Είναι το ζήτημα της ακρίβειας που εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση των ψηφοφόρων και να επηρεάζει περισσότερο από κάθε άλλο την εκλογική συμπεριφορά. Μπορεί η κυβέρνηση να επικαλείται τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως ο πολίτης συνεχίζει να αισθάνεται τη μέγγενη του άδειου πορτοφολιού πριν ακόμη φτάσει στα μέσα του μήνα. Το πακέτο της ΔΕΘ θα είναι αυτό με το οποίο η κυβέρνηση θα επιδιώξει να επουλώσει πληγές και να περιορίσει αυτή τη φθορά.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο μετρήσιμη, αλλά εξίσου επικίνδυνη φθορά. Η αλαζονεία της εξουσίας.
Γιατί οι κυβερνήσεις δεν φθείρονται μόνο από τα λάθη τους. Φθείρονται και από τον τρόπο με τον οποίο τα αντιμετωπίζουν.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία πιέζεται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα, κάθε αλαζονική δήλωση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της οργής. Ύστερα από εφτά χρόνια διακυβέρνησης, η ανοχή των πολιτών είναι σαφώς μικρότερη. Τα συγχωροχάρτια εξαντλούνται πιο εύκολα και οι απαιτήσεις από μια κυβέρνηση που διεκδικεί νέα εντολή είναι μεγαλύτερες.
Η Νέα Δημοκρατία εξελέγη το 2019 με κεντρικό αφήγημα τις μεταρρυθμίσεις, την αποτελεσματικότητα και ένα διαφορετικό ύφος άσκησης της εξουσίας. Εφτά χρόνια μετά, δεν δοκιμάζεται μόνο από την ακρίβεια ή από επιμέρους πολιτικές αστοχίες. Δοκιμάζεται και από την εικόνα μιας εξουσίας που αντιμετωπίζει κάθε κριτική ως εχθρική πράξη και κάθε αμφισβήτηση περίπου ως προσβολή.
Το βλέπουμε και με τη διαχείριση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ. Το γεγονός ότι από τις έντεκα υποθέσεις βουλευτών που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο, οι επτά αρχειοθετήθηκαν, είναι ένα στοιχείο που έχει τη σημασία του και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Από αυτό όμως μέχρι το αφήγημα της πλήρους δικαίωσης και της επίθεσης προς κάθε άλλη κατεύθυνση υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Γιατί άλλο πράγμα η ποινική αξιολόγηση και άλλο η πολιτική ευθύνη.
Όταν ο κυβερνητικός λόγος εκπέμπει αυτάρεσκη απαξίωση απέναντι σε κάθε κριτική και αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική παραδοχή ευθύνης για το γεγονός ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ συνέχισε επί χρόνια να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός ρουσφετιών και ασύδοτων επιχορηγήσεων- κάτι που παραδέχτηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός- η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι μιας κυβέρνησης που διορθώνει τα λάθη της αλλά μιας κυβέρνησης που θεωρεί ότι δε χρειάζεται να λογοδοτεί.
Κι όμως οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο το αν στοιχειοθετούνται ποινικές ευθύνες. Αξιολογούν και με βάση την αίσθηση δικαιοσύνης και λογοδοσίας και σεβασμού που εκπέμπει η εξουσία.
Άλλωστε, μετά την ακρίβεια, τα ζητήματα διαφθοράς συγκαταλέγονται σταθερά στα σημαντικότερα προβλήματα που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις.
Το μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο για τη ΝΔ μέχρι τις εκλογές ίσως να μην είναι μόνο οι τιμές στο ράφι. Είναι να εμπεδωθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που ύστερα από χρόνια στην εξουσία, δείχνει να μην έχει καμία επαφή με το κοινωνικό αίσθημα και αντί να αντιλαμβάνεται το μήνυμα του πολίτη, το μεταβολίζει σε ενόχληση.
Και αυτό αφορά κάθε κυβέρνηση. Το είδαμε και επί ΣΥΡΙΖΑ, όταν η διαρκής πόλωση και η λογική του «εμείς ή οι άλλοι» δηλητηρίαζαν το δημόσιο διάλογο. Η εξουσία έχει πάντοτε μεγαλύτερη ευθύνη από την αντιπολίτευση και δεν κρίνεται μόνο από τις αποφάσεις της αλλά και από το ύφος με το οποίο ασκείται.
Και μπορεί η ακρίβεια να αδειάζει το πορτοφόλι των πολιτών, η αλαζονεία όμως και η αυταρέσκεια αδειάζει πολύ πιο γρήγορα την πολιτική τους υπομονή.
Ίσως λοιπόν η συζήτηση στη Νέα Δημοκρατία να μην πρέπει να περιστρέφεται γύρω από το αν θυμίζει την εθνική Ισπανίας, όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό στοίχημα για την κυβέρνηση δεν είναι να πείσει ότι θυμίζει πρωταθλητή. Είναι να μη διαπιστώσει στην κάλπη ότι οι πολίτες την έχουν ήδη υποβιβάσει κατηγορία.