OPINION

Η πολιτική ηγεμονία του «Κανένα»

Στο σύγχρονο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, η παραδοσιακή μάχη για την εκλογική επικράτηση έχει αποκτήσει μια παράδοξη διάσταση. Ενώ τα κόμματα διεκδικούν την κυριαρχία στις κάλπες, η πραγματική πολιτική «αυτοδυναμία» φαίνεται να ανήκει πλέον σε ένα ευρύ κοινωνικό μπλοκ που επιλέγει τη μη αντιπροσώπευση.

Απέχοντες, αναποφάσιστοι και πολίτες χωρίς σταθερή κομματική ταυτότητα συγκροτούν πλέον τη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας, αφήνοντας το πολιτικό σύστημα σε μια διαρκή αναζήτηση κοινωνικής γείωσης.

Η κυριαρχία της κυβερνώσας παράταξης δεν εδράζεται μόνο στους αριθμούς, αλλά και σε μια ιδεολογική ηγεμονία που προτάσσει την ασφάλεια, τη διαχείριση κρίσεων και κυρίως τη σταθερότητα. Παρά τη διάχυτη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τις θεσμικές αδυναμίες, ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αξιολογεί τη σταθερότητα ως το υπέρτατο πολιτικό αγαθό, φοβούμενο το ρίσκο μιας αβέβαιης εναλλακτικής. Η σταθερότητα αναδεικνύεται σε πολιτικό ζητούμενο και κριτήριο επιλογής, την ίδια ώρα που η πλειοψηφία δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, γεγονός που αποκαλύπτει μία βαθύτερη αντίφαση: οι πολίτες αναζητούν την αλλαγή χωρίς να διακινδυνεύουν την όποια βεβαιότητα.

Απέναντι σε αυτό, η Αριστερά εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε μια δομική αδυναμία διαμόρφωσης ενός πειστικού αφηγήματος. Η κριτική της παραμένει συχνά αποσπασματική, χωρίς να καταφέρνει να συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη πρόταση κοινωνικού μετασχηματισμού. Το αποτέλεσμα είναι η διόγκωση η μετατροπή των μη εκπροσωπούμενων πολιτών σε ένα άτυπο «δεύτερο κόμμα».

Σε αυτό το κενό επιχειρούν να παρέμβουν νέα σχήματα. Η ΕΛ.Α.Σ. και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, φιλοδοξεί να μετατρέψει την κοινωνική απογοήτευση σε πολιτική πρόταση. Ωστόσο, το εγχείρημα επικρίνεται ως μια «εκ των άνω» συγκρότηση, με ελλιπείς οργανικούς δεσμούς με την κοινωνική βάση και μια τάση ανακύκλωσης παλαιών επικοινωνιακών σχημάτων αντί για την παραγωγή νέων ιδεών.

Στον αντίποδα, η όποια δυναμική που έχει δημιουργηθεί γύρω από το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται να αντλεί δύναμη από το αίτημα για αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς μέσω της αναζήτησης δικαιοσύνης. Το αφήγημα αυτό απευθύνεται σε πολίτες που δεν αυτοτοποθετούνται απαραίτητα σε κάποιον ιδεολογικό χώρο, αλλά ενώνονται από την πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις απαιτήσεις της κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στη Νέα Αριστερά σφραγίζουν την αποτυχία ενός αυτόνομου αριστερού πόλου και επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ποιότητας της εκπροσώπησης. Η πρακτική της μεταφοράς της βουλευτικής έδρας σε νέα πολιτικά σχέδια, χωρίς νέα λαϊκή εντολή, εγείρει ηθικά και δημοκρατικά ερωτήματα. Ανάλογη και η εικόνα στον ΣΥΡΙΖΑ που  είναι αντιμέτωπος με μία πρωτοφανή κρίση πολιτικής αξιοπιστίας και οργανωτικής συνοχής. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος το Σάββατο καλείται να απαντήσει σε ένα υπαρξιακό ερώτημα, αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ανασυγκροτηθεί σε αξιόπιστο πολιτικό φορέα ή αν θα εισέλθει σε φάση πολιτικής αδράνειας που προσομοιάζει σε σταδιακή παύση λειτουργίας ή αναστολή του.

Το κρίσιμο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς η επικράτηση της Δεξιάς ή της Αριστεράς, αλλά το ποιος θα καταφέρει να εκφράσει το σιωπηλό κοινωνικό μπλοκ της αποχής.

Όσο το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να εκπροσωπήσει ουσιαστικά αυτό το τμήμα, η «μη αντιπροσώπευση» θα παραμένει η πιο ισχυρή και απρόβλεπτη πολιτική στάση στη χώρα.

Μάγκυ Δούση