(ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Οι σκέψεις για ανασχηματισμό και οι τελικές αποφάσεις του πρωθυπουργού για τις εκλογές, το «αποτύπωμα» του ΟΠΕΚΕΠΕ στη συνταγματική αναθεώρηση, το μαχαίρι στα δόντια του Πολάκη και τα πυρά Σαμαρά σε Τσίπρα.
Ο θάνατος του Νίκου Ταγαρά και το κενό που δημιουργείται στο κρίσιμο πόστο του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας με αρμοδιότητα τα θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας φαίνεται πως επανέφερε στο μυαλό του πρωθυπουργού το σενάριο του ανασχηματισμού. Η πολιτική εξίσωση, όμως, είναι πιο δύσκολη απ΄ ό,τι φαίνεται. Διότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η μεταβλητή των πρόωρων εκλογών, η οποία εξίσου απασχολεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όπως ανέφερε στη στήλη «γαλάζια» πηγή, σημαντικές αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα δεν μπορούν να γίνουν όσο οι πρόωρες εκλογές βρίσκονται στο τραπέζι. Από την άλλη, μέχρι ο πρωθυπουργός να λάβει τις τελικές αποφάσεις για τον χρόνο που θα στηθούν οι κάλπες, τυχόν «μερεμέτια» στη σύνθεση της κυβέρνησης θα περιπλέξουν τα πράγματα, καθώς εάν προκριθεί η επιλογή για εκλογές την άνοιξη του 2027, τότε θα χρειαστεί μία γενναία παρέμβαση για να ικανοποιηθεί αφενός η φιλοδοξία βουλευτών που περίμεναν τόσα χρόνια καρτερικά να χτυπήσει το τηλέφωνο τους και αφετέρου η ανάγκη να δοθεί έμφαση σε εκλογικές περιφέρειες που η ΝΔ «πονάει». Κατά την ίδια πηγή, η οποία μπαινοβγαίνει τακτικά το τελευταίο διάστημα στο Μέγαρο Μαξίμου, η ημερομηνία «κλειδί» για τις τελικές αποφάσεις του Κ. Μητσοτάκη προσδιορίζεται για τα τέλη του καλοκαιριού, με βασικό κριτήριο τις εξελίξεις από τη Μέση Ανατολή.
Διάβημα στην πρεσβεία της Ουκρανίας στην Αθήνα και στο ουκρανικό ΥΠΕΞ κατέθεσε ο Γιώργος Γεραπετρίτης για το πλωτό drone που βρέθηκε στη Λευκάδα στις αρχές Μαΐου και ήταν γεμάτο εκρηκτικά. Σύμφωνα με διπλωματική πηγή που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, το διάβημα ήταν ιδιαίτερα αυστηρό λόγω όσων περιλαμβάνονται στο πόρισμα του ΓΕΕΘΑ. Το drone είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ουκρανικής κατασκευής, προέλευσης και (κυρίως) χρήσης. Στο ντεπόζιτο του υπήρχαν καύσιμα, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ξεκίνησε την πορεία του είτε από τη Λιβύη είτε από την Ιταλία ή από την Αλβανία, χωρίς να αποκλείεται εντός της συγκεκριμένης περιμέτρου να το άφησε πλοίο. Η Αθήνα, κατά την ίδια πηγή, βρίσκεται σε συντονισμό με άλλα μεσογειακά κράτη (Ιταλία, Μάλτα, Σλοβενία και Κροατία), με την ουκρανική πλευρά όχι μόνο να είναι απολογητική προς τη χώρα μας, αλλά να φοβάται τόσο το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο περιστατικό να ενισχύσει τα φιλορωσικά αντανακλαστικά σε επίπεδο κοινωνικού παράγοντα όσο και το ενδεχόμενο να μειωθεί η βοήθεια που δέχεται μετά τη ρωσική εισβολή, κάτι που χωρίς την επιμονή της Πολωνίας και ευρωπαϊκών χωρών του Βορρά θα είχε γίνει ήδη.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ προκάλεσε -μεταξύ άλλων- μεγάλη συζήτηση για τον ρόλο και τα όρια των αρμοδιοτήτων των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας, καθώς το επιχείρημα των αναφερόμενων «γαλάζιων» βουλευτών στις δικογραφίες της ευρωπαϊκής εισαγγελίας ήταν πως διαμεσολάβησαν για να επιλύσουν γραφειοκρατικά προβλήματα που προκαλούσε ο παθογενής οργανισμός για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Αυτός ο συλλογικός προβληματισμός, λοιπόν, ο οποίος απασχόλησε έντονα το εσωτερικό της ΝΔ, «τρύπωσε» στη συνταγματική αναθεώρηση. Εξηγούμαι: στο άρθρο 60 η πρόταση της πλειοψηφίας προβλέπει τη «θωράκιση του θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας και κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής και αντίστοιχη υποχρέωση των μελών της κυβέρνησης να ανταποκρίνονται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο». Θα αναρωτηθείτε: «Κατοχυρώνεται συνταγματικά το ρουσφέτι;». Η απάντηση που δίνουν στελέχη της πλειοψηφίας είναι πως μετά τα όσα εκτυλίχθηκαν με φόντο την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, έπρεπε να προστατευτεί η δυνατότητα του βουλευτή να διαμεσολαβεί προκειμένου να δίνει λύση σε ζητήματα που ταλανίζουν τους πολίτες. Έτσι, κατά τα ίδια στελέχη, τα μέλη του Κοινοβουλίου θα μπορούν (εφόσον η πρόταση «περάσει» από την αναθεωρητική Βουλή) να καταθέτουν αναφορές «απευθείας στη διοίκηση», όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Την ώρα που η Κουμουνδούρου διαρρέει πως ο Σωκράτης Φάμελλος θα επιμείνει το ερχόμενο Σάββατο στη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων και τον σχηματισμό «ενωτικού ψηφοδελτίου», διευκρινίζοντας πως ο ΣΥΡΙΖΑ είτε έτσι είτε αλλιώς θα μετέχει στις εκλογές, πρόσωπα από το περιβάλλον του Παύλου Πολάκη καθιστούν σαφές πως αν ο πρώην αν. υπουργός Υγείας βρεθεί αντιμέτωπος με πρακτικές απαγόρευσης εισόδου, τότε πολύ απλά «δεν θα γίνει ΚΕ». Εκτιμούν δε πως ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ «εκτελεί σχέδιο ατομικής διαπραγμάτευσης και εκτελωνισμού του κόμματος», υπογραμμίζοντας πως στη συνεδρίαση του καθοδηγητικού οργάνου πρέπει να διαχωριστεί η ήρα από το στάρι. Δηλαδή, όσα μέλη της ΚΕ (και όχι μόνο) τάσσονται υπέρ της ΕΛΑΣ θα πρέπει να το δηλώσουν ευθαρσώς και να αποχωρήσουν. Συν τοις άλλοις, πληροφορούμαι πως απομένουν οι τελευταίες πινελιές για το κείμενο που θα κατατεθεί από την πλευρά των Πολάκη, Παππά και Δούρου. Σε αυτό το κείμενο για την «αντιστροφή της πορείας απαξίωσης και διάλυσης» του κόμματος θα ασκείται ευθεία κριτική στην ηγεσία, η οποία αρκείται σε ρόλο παρατηρητή των εξελίξεων, ενώ θα υπογραμμίζεται ότι το εγχείρημα των συνεργασιών πρέπει να προχωρήσει, χωρίς όμως ο ΣΥΡΙΖΑ να μπει σε «χειμερία νάρκη», δίνοντας έμφαση στην οργανωτική ανασύνταξη του κόμματος προκειμένου η Κουμουνδούρου (σε κάθε περίπτωση) να είναι παρούσα στη μάχη των εκλογών.
Αύριο αναμένεται η τοποθέτηση του Αντώνη Σαμαρά από το Ηράκλειο της Κρήτης, στην οποία πολλοί εικάζουν πως θα πάει ένα βήμα παραπέρα τη συζήτηση περί ίδρυσης νέου κόμματος. Το ένστικτο μου, το οποίο σπάνια με ρίχνει έξω, μου «λέει» πως ο πρώην πρωθυπουργός σκοπεύει να αφιερώσει χρόνο από την ομιλία του στον Αλέξη Τσίπρα. Σίγουρα, όχι για να του πλέξει το εγκώμιο, αλλά για να στηλιτεύσει την επανεμφάνιση του στην κεντρική πολιτική σκηνή τη στιγμή που και η χθεσινή δημοσκόπηση της GPO κατατάσσει δεύτερη την ΕΛΑΣ.
Δεν θα ανακοινωθεί σήμερα στην Ολομέλεια η παραίτηση της Έφης Αχτσιόγλου από το βουλευτικό αξίωμα. Η πρώην υπουργός επικοινώνησε χθες με τον πρόεδρο της Βουλής και του ξεκαθάρισε πως λόγω ενός ζητήματος τεχνικής φύσεως η σχετική επιστολή θα σταλεί με λίγες μέρες καθυστέρηση, με τον Νικήτα Κακλαμάνη να προσφέρεται να ενημερώσει τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες για να μην υπάρξουν παρανοήσεις και ερμηνείες περί υπαναχώρησης.