SPORTAGON

Η Εθνική «φρενάρει» με τις ισορροπίες…

Τα φιλικά παιχνίδια υποτίθεται πως είναι ο χώρος της δοκιμής, του πειραματισμού και της αναζήτησης. Είναι οι βραδιές όπου το αποτέλεσμα περνά σε δεύτερη μοίρα και η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη αξία από τον πίνακα του σκορ.

Υπό αυτήν την έννοια, τα δύο τελευταία τεστ της Εθνικής Ελλάδας απέναντι στη Σουηδία και την Ιταλία θα έπρεπε να αποτελέσουν μια ευκαιρία για αισιοδοξία και συμπεράσματα ενόψει των επίσημων υποχρεώσεων τον Σεπτέμβριο για το Nations league με Ολλανδία,  Γερμανία και Σερβία.

Αντί γι’ αυτό, άφησαν πίσω τους έναν έντονο προβληματισμό και την αίσθηση ότι έγιναν περισσότερα βήματα προς τα πίσω παρά προς τα εμπρός.

Η ισοπαλία με τη Σουηδία ήταν ένα πρώτο καμπανάκι. Η… εξαφάνιση της Εθνικής για περίπου σαράντα λεπτά συνοδεύτηκε από ένα αμυντικό ξεχαρβάλωμα. Είχε προηγηθεί η αδυναμία των διεθνών να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιούργησαν.

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να το προσπεράσει ως μια προβληματική βραδιά.  Όμως η εμφάνιση απέναντι στην Ιταλία όχι μόνο δεν διόρθωσε τις εντυπώσεις, αλλά τις επιδείνωσε.

Το βράδυ της Κυριακής, στο Παγκρήτιο, η Ελλάδα ηττήθηκε από μια Ιταλία που παρέταξε μια ομάδα γεμάτη νεαρούς ποδοσφαιριστές. Και το πρόβλημα δεν ήταν το αποτέλεσμα. Οι ήττες υπάρχουν και θα υπάρχουν. Το πρόβλημα ήταν ο τρόπος.

Για περισσότερο από μία ώρα αγώνα η Εθνική έμοιαζε ανήμπορη να δημιουργήσει ακόμα και τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική ευκαιρία. Οι Ιταλοί πίεζαν, κυκλοφορούσαν καλύτερα την μπάλα, είχαν καθαρό πλάνο και κυρίως έδειχναν να ξέρουν ακριβώς τι ζητούσαν στο γήπεδο. Η Ελλάδα, αντίθετα, έμοιαζε να ψάχνει τον εαυτό της. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, έμοιαζε να ψάχνει ποια εποχή της θέλει να εκπροσωπεί.

Μέχρι το 68ο λεπτό, όταν ο νεαρός Ρετζιάνι αποβλήθηκε αφήνοντας την Ιταλία με δέκα παίκτες, η ελληνική ομάδα δεν είχε καταφέρει να παράξει σχεδόν τίποτα επιθετικά. Καμία οργανωμένη πίεση, καμία δημιουργική αλληλουχία ενεργειών, καμία στιγμή που να κάνει τον αντίπαλο να αισθανθεί πραγματική απειλή. Μόνο ο Χρήστος Τζόλης με την υψηλή ποιότητά του πάσχιζε να προβληματίσει την αντίπαλη άμυνα. Μετά την αποβολή, εμφανίστηκαν οι χώροι, ήρθαν οι τελικές προσπάθειες, καταγράφηκαν οι ευκαιρίες. Ήταν όμως αργά και, κυρίως, δεν ήταν αρκετό για να κρύψει την αλήθεια.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η Εθνική δείχνει εγκλωβισμένη σε μια μεταβατική κατάσταση που διαρκεί περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Και κάπου εδώ αρχίζει να βαραίνει και η ευθύνη του Ιβάν Γιοβάνοβιτς.

Ο Σέρβος τεχνικός ανέλαβε με την προσδοκία να οδηγήσει την ομάδα σε μια νέα εποχή. Διαθέτει γνώσεις, εμπειρία και ποδοσφαιρική λογική. Ωστόσο, μοιάζει να ακροβατεί διαρκώς πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλιό και το νέο.

Από τη μία επιθυμεί να εντάξει τη νέα γενιά. Από την άλλη διστάζει να αποχωριστεί τις… βεβαιότητες του χθες. Το αποτέλεσμα είναι μια ομάδα χωρίς ξεκάθαρη ταυτότητα. Σαν κάποιον που έχει αποφασίσει να ανακαινίσει ένα παλιό σπίτι, αλλά επιμένει να κρατά όλα τα παλιά έπιπλα στη θέση τους, φοβούμενος μήπως χαλάσει η αισθητική.

Μόνο που στο τέλος δεν προκύπτει ούτε ανακαίνιση ούτε διατήρηση της παράδοσης. Προκύπτει απλώς ένα μπερδεμένο σύνολο.

Δικαιολογίες υπάρχουν γιατί ο Κωνσταντέλιας και ο Καρέτσας απουσίαζαν. Ωστόσο και με αυτούς παρόντες ο Γιοβάνοβιτς δεν αποχωριζόταν τον Μπακασέτα και τον Πέλκα.

Η Ιταλία έδωσε το πιο χαρακτηριστικό μάθημα. Οι «Ατζούρι» δεν εμφανίστηκαν με τα μεγάλα ονόματα. Δεν στηρίχθηκαν σε καταξιωμένους διεθνείς. Παρέταξαν νεαρούς ποδοσφαιριστές, παιδιά που βρίσκονται ακόμη στα πρώτα τους βήματα. Κι όμως, αυτά τα παιδιά έπαιξαν με θράσος, αυτοπεποίθηση και ποδοσφαιρική ωριμότητα. Επειδή η Ιταλία πήρε μια απόφαση. Αποφάσισε να επενδύσει στο αύριο χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις.

Η Ελλάδα συνεχίζει να συζητά αν ήρθε η ώρα. Η ώρα έχει περάσει εδώ και καιρό. Η νέα γενιά του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι ήδη παρούσα. Ποδοσφαιριστές με παραστάσεις, ποιότητα και προοπτική βρίσκονται έτοιμοι να αναλάβουν μεγαλύτερους ρόλους.

Αυτό που λείπει δεν είναι το ταλέντο. Είναι η απόφαση. Η καθαρή, γενναία και αδιαπραγμάτευτη απόφαση ότι η ανανέωση δεν θα γίνει σταδιακά, συμβολικά ή επικοινωνιακά. Θα γίνει ολοκληρωτικά. Είναι η ώρα για τον Καρέτσα, τον Τζόλη, τον Κωνσταντέλια, τον Κωστούλα. Πέρασε η ώρα για τον Μπακασέτα, τον Μασούρα, τον Κουρμπέλη, τον Πέλκα.

Ο Γιοβάνοβιτς καλείται να επιλέξει πλευρά. Να σταματήσει να περπατά ανάμεσα σε δύο κόσμους, ελπίζοντας ότι θα τους ικανοποιήσει όλους. Διότι στο ποδόσφαιρο, όπως και στη ζωή, οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται μέσα από δισταγμούς. Έρχονται μέσα από αποφάσεις.

Τα φιλικά με τη Σουηδία και την Ιταλία δεν έδειξαν μια ομάδα που προοδεύει. Έδειξαν μια ομάδα που διστάζει. Και ο δισταγμός, στο υψηλό επίπεδο, πληρώνεται ακριβά. Η Εθνική δεν χρειάζεται άλλες μισές λύσεις, άλλες μεταβατικές περιόδους και άλλες προσεκτικές ισορροπίες. Χρειάζεται μια νέα αρχή. Χρειάζεται να κοιτάξει μπροστά χωρίς να γυρίζει συνεχώς το κεφάλι πίσω.

Και αν υπάρχει ένα πραγματικά χρήσιμο συμπέρασμα από αυτά τα δύο φιλικά, είναι ακριβώς αυτό: ότι η πλήρης και ολοσχερής ανανέωση δεν αποτελεί πλέον επιλογή πολυτελείας. Αποτελεί αναγκαιότητα. Τώρα. Ο Σεπτέμβριος επιβάλλεται να είναι ο μήνας που η nouvelle vague του ελληνικού ποδοσφαίρου θα κληθεί να αναλάβει τις ευθύνες της….

Γιώργος Χελάκης

Share
Published by
Γιώργος Χελάκης