SPORTAGON

Σαν κουρασμένα γεροντοπαλίκαρα λίγο πριν την αφυπηρέτηση…

H Βραζιλία εμφανίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 σχεδόν αθόρυβα. Κι αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση. Γιατί επί δεκαετίες η είσοδος της «σελεσάο» σε ένα Μουντιάλ δεν ήταν απλώς η συμμετοχή μιας μεγάλης ποδοσφαιρικής δύναμης. Ήταν ένα παγκόσμιο γεγονός. Ήταν η στιγμή που εκατομμύρια φίλαθλοι, ακόμα κι όσοι δεν υποστήριζαν τη Βραζιλία, περίμεναν να δουν αν θα γεννηθεί ξανά λίγη από τη μαγεία που έκανε το ποδόσφαιρο, το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου. 

Η φανέλα με το κίτρινο χρώμα κουβαλά μια κληρονομιά που λίγες εθνικές ομάδες μπορούν να αντέξουν. Από τον Πελέ και τον Γκαρίντσα μέχρι τον Ζίκο, τον Σόκρατες και τον Καρέκα, κι από εκεί στους Ρομάριο, Μπεμπέτο, Ρονάλντο, Ριβάλντο, Ροναλντίνιο και Κακά, η Βραζιλία υπήρξε διαχρονικά η πατρίδα των ποδοσφαιρικών καλλιτεχνών. Ακόμα κι όταν δεν κατακτούσε τρόπαια, πρόσφερε εικόνες που έμεναν χαραγμένες στη μνήμη. Παίκτες που μπορούσαν να αλλάξουν την ιστορία ενός αγώνα με μια έμπνευση, μια προσποίηση, μια στιγμή ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Όχι επειδή λείπει το ταλέντο. Η Βραζιλία εξακολουθεί να διαθέτει αρκετούς καλούς ποδοσφαιριστές, παίκτες με σημαντικές καριέρες στην Ευρώπη και εμπειρίες από το κορυφαίο επίπεδο. Όμως, άλλο ο καλός παίκτης κι άλλο το αστέρι. Άλλο ο επαγγελματίας υψηλού επιπέδου κι άλλο η προσωπικότητα που αναγκάζει τον κόσμο να σηκωθεί από το κάθισμά του.
Κοιτάζοντας το σημερινό ρόστερ της «σελεσάο», δύσκολα βρίσκει κανείς έναν τέτοιο ποδοσφαιριστή. Ο Βινίσιους διαθέτει ποιότητα και εκρηκτικότητα, όμως ακόμη δεν έχει αποκτήσει το ειδικό βάρος που είχαν οι μεγάλοι προκάτοχοί του όταν φορούσαν το εθνόσημο.
Όσο για τον Νεϊμάρ, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις, αλλά περισσότερο εξαιτίας της ιστορίας του, παρά λόγω της σημερινής του κατάστασης. Οι συνεχείς τραυματισμοί, η φθορά του χρόνου και η αδυναμία του να παραμείνει σταθερά διαθέσιμος, τον έχουν μετατρέψει σε μια φιγούρα που θυμίζει περισσότερο ανάμνηση, παρά πρωταγωνιστή. Έναν ξεθωριασμένο αστέρα, ο οποίος εξακολουθεί να εκπέμπει φως από το παρελθόν, αλλά δύσκολα μπορεί πλέον να φωτίσει το παρόν.
Κάπως έτσι, κόντρα στο Μαρόκο, είδαμε μια… νερόβραστη «σελεσάο» χωρίς ένταση και φαντασία. Με τους βετεράνους Φαμπίνιο και Κασεμίρο να σέρνουν το κουρασμένο βήμα τους στο χορτάρι και τον Λούκας Πακετά να παλεύει μάταια μπας και περάσει μια πάσα στους επιθετικούς. Κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ούτε η Βραζιλία του 1994 μάγευε με το περίφημο «jogo bonito». Και θα έχουν δίκιο. Εκείνη η ομάδα που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν η πιο θεαματική έκδοση της βραζιλιάνικης σχολής. Ήταν προσεκτική, συχνά κυνική και αρκετές φορές περισσότερο αποτελεσματική παρά εντυπωσιακή.
Ωστόσο υπήρχε μια τεράστια διαφορά. Στην κορυφή της επίθεσης βρίσκονταν δύο ποδοσφαιριστές που μπορούσαν να καθορίσουν τη μοίρα μιας διοργάνωσης: ο Ρομάριο και ο Μπεμπέτο. Ο πρώτος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εκτελεστές που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Ο δεύτερος ένας ποδοσφαιριστής με αστείρευτη ευφυΐα και ένστικτο. Δεν χρειαζόταν η Βραζιλία να παίζει συνεχώς φαντασμαγορικό ποδόσφαιρο. Ήξερε ότι ανά πάσα στιγμή διέθετε δύο προσωπικότητες ικανές να μετατρέψουν μισή ευκαιρία σε γκολ και μια δύσκολη βραδιά σε θρίαμβο.
Αυτό ακριβώς μοιάζει να λείπει σήμερα. Η σύγχρονη Βραζιλία δεν στερείται εργατών, στερείται ηγετών. Δεν της λείπουν οι επαγγελματίες, της λείπουν οι μύθοι. Στον άξονα της μεσαίας γραμμής βλέπει κανείς ποδοσφαιριστές που έχουν προσφέρει πολλά στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αλλά βρίσκονται πλέον στο φθινόπωρο της καριέρας τους. Παίκτες όπως ο Κασεμίρο και ο Φαμπίνιο δίνουν μάχες με την εμπειρία και τη γνώση του παιχνιδιού, όμως δύσκολα μπορούν να συμβολίσουν το μέλλον ή να προσδώσουν τον δυναμισμό που χαρακτήριζε παλαιότερες γενιές.
Υπάρχουν στιγμές που η ανάπτυξη της ομάδας μοιάζει να γίνεται με κόπο, σαν η μπάλα να αγκομαχά για να φτάσει από τη μεσαία γραμμή στην αντίπαλη περιοχή. Και κάπως έτσι προκύπτει το παράδοξο. Η χώρα που ταυτίστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την ποδοσφαιρική φαντασία, εμφανίζεται σήμερα ως ένα σύνολο οργανωμένο, πειθαρχημένο, αλλά χωρίς εκείνη τη σπίθα που κάποτε την έκανε μοναδική. Μια ομάδα γεμάτη αξιόλογους ποδοσφαιριστές, αλλά χωρίς τον παίκτη που θα μετατρέψει το καλό σε σπουδαίο και το συνηθισμένο σε αξέχαστο.
Ίσως το τουρνουά να διαψεύσει αυτές τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν στην πρεμιερα της. Ίσως η Βραζιλία να βρει τον δρόμο της προς την κορυφή. Όμως η πρώτη εικόνα αφήνει μια αίσθηση νοσταλγίας. Γιατί βλέποντας τη σημερινή «σελεσάο», δεν αναρωτιέσαι αν μπορεί να κατακτήσει το τρόπαιο. Αναρωτιέσαι πού χάθηκαν εκείνοι οι Βραζιλιάνοι που έκαναν ολόκληρο τον κόσμο να αγαπήσει το ποδόσφαιρο.
Γιώργος Χελάκης