Όταν μεγάλες πυρκαγιές εξαπλώνονται από τη μία ευρωπαϊκή χώρα στην άλλη, οι κυβερνήσεις μιλούν για κοινή πολιτική προστασία. Όταν ένας πύραυλος ή ένα drone πέφτει στην Πολωνία, η συζήτηση μεταφέρεται αμέσως στη συλλογική ευρωπαϊκή ασφάλεια. Όταν η ενεργειακή κρίση πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, οι Βρυξέλλες αναζητούν κοινές λύσεις. Υπάρχουν όμως και κρίσεις που, παρά το γεγονός ότι εκδηλώνονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετατρέπονται σχεδόν ακαριαία σε αφορμή αντιπαράθεσης μεταξύ των ίδιων των κρατών-μελών.
Η μαζική είσοδος δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα είναι μία από αυτές. Μέσα σε λιγότερο από δύο ημέρες περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, στα μοναδικά χερσαία σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Αφρική. Η εικόνα ήταν πρωτοφανής. Άνθρωποι κολυμπούσαν για ώρες, άλλοι επιχειρούσαν να περάσουν από τον φράχτη, ενώ δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με τις ισπανικές αρχές, δεκάδες σοροί ανασύρθηκαν από την ισπανική πλευρά, με φόβους ότι ο αριθμός των θυμάτων συνεχώς θα αυξάνεται.
Η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ ήταν άμεση. Ο Ισπανός πρωθυπουργός μετέβη στη Θέουτα, χαρακτήρισε τις μαζικές διελεύσεις παραβίαση της ισπανικής κυριαρχίας και ανακοίνωσε επιτάχυνση των επιστροφών όσων εισήλθαν παράτυπα, σε συνεργασία με τις μαροκινές αρχές. Ισπανικός στρατός και αστυνομία αναπτύχθηκαν στην περιοχή, ενώ μέσα σε λίγες ώρες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είχαν ήδη επιστρέψει στο Μαρόκο.
Για πολλούς, αυτή είναι ήδη μια ιδιαίτερα αυστηρή μεταναστευτική πολιτική. Η κυβέρνηση Σάντσεθ, η οποία μέχρι πρόσφατα δεχόταν επικρίσεις επειδή προχώρησε σε μαζική νομιμοποίηση μεταναστών, επέλεξε να απαντήσει στη συγκεκριμένη κρίση δίνοντας έμφαση στον έλεγχο των συνόρων και στη τάχιστη αποκατάσταση της τάξης.
Για ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όμως, ούτε αυτό ήταν αρκετό.
Η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι ανακοίνωσε χθές την προσωρινή επαναφορά συνοριακών ελέγχων για αφίξεις από την Ισπανία, αξιοποιώντας τις εξαιρέσεις που προβλέπει το πλαίσιο της Σένγκεν. Παρά το γεγονός ότι οι έλεγχοι αφορούν κυρίως υπηκόους τρίτων χωρών που ταξιδεύουν αεροπορικώς ή ακτοπλοϊκώς από την Ισπανία, έγινε σαφές πως η Ρώμη της Μελόνι αντιμετωπίζει την ισπανική κρίση ως πιθανή απειλή για τη δική της ασφάλεια.
Σχεδόν ταυτόχρονα, η Γαλλία ανακοίνωσε πενταπλασιασμό της αστυνομικής παρουσίας στα σύνορα με την Ισπανία, περισσότερες εναέριες περιπολίες και αυστηρότερους ελέγχους στις σιδηροδρομικές συνδέσεις. Το Παρίσι έστειλε και αυτό το δικό του μήνυμα. Αν η Ισπανία δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη μεταναστευτική πίεση, η Γαλλία θα θωρακίσει τα δικά της σύνορα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του μεταναστευτικού ζητήματος που τα τελευταία αρκετά χρόνια φέρνει ευρωπαίους πολιτικούς στην ανάγκη (ή στην ικανοποίηση;) να επανακαθορίζουν τις ευρωπαϊκές αξίες. Αυτή τη φορά είναι η Ισπανία η χώρα που αντιδρά με σκληρά μέτρα. Η Ιταλία και η Γαλλία, αντί να κινηθούν στη λογική της στήριξης ενός κράτους στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν ακόμη περισσότερο.
Σαν να λένε ότι το πρόβλημα τελειώνει εκεί όπου αρχίζουν τα δικά τους σύνορα.
Είναι ένα ζήτημα με ευρύτερη σημασία; Ασφαλώς ναι. Εδώ και χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων αποτελεί συλλογική ευθύνη. Στην πράξη, όμως, κάθε μεγάλη μεταναστευτική κρίση οδηγεί σχεδόν πάντα στο αντίθετο αποτέλεσμα. Οι εθνικές κυβερνήσεις επιστρέφουν στη λογική της «περιχαράκωσης», ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει περιορισμούς μέσα στον ίδιο τον χώρο Σένγκεν.
Η Θέουτα αποτελεί μια ανθρωπιστική ή συνοριακή κρίση – όπως το δει κανείς. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, Είναι μια ακόμα δοκιμασία για την πολύπαθη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Στις φυσικές καταστροφές, στην άμυνα ή στην ενεργειακή ασφάλεια, η λέξη «αλληλεγγύη» ακούγεται διαρκώς – έστω κι αν συχνά απέχει πολύ από την εφαρμογή της. Στο μεταναστευτικό, όμως, η ίδια λέξη χάνει εντελώς το περιεχόμενό της, χωρίς καθόλου διαπραγματεύσεις. Κάθε κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει στους δικούς της ψηφοφόρους ότι μπορεί να γίνει αυστηρότερη από την προηγούμενη. Οι σκληροί ανταγωνίζονται τους σκληρότερους και, μέσα σε αυτή την πολιτική πλειοδοσία, το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον περνά σε δεύτερη μοίρα.