Το 2024, η Oxfam προέβλεπε πως μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια θα εμφανιστεί ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος στην ιστορία. Τελικά, εμφανίστηκε μόλις δύο χρόνια αργότερα, στις 12 Ιουνίου 2026. Ήταν ο Ίλον Μασκ μετά την είσοδο της εταιρείας του SpaceX στο αμερικανικό χρηματιστήριο τεχνολογίας Nasdaq.
Αν ο Μασκ έβαζε το ένα πάνω στο άλλο χαρτονομίσματα των 1.000 δολαρίων, το τρισεκατομμύριο θα σχημάτιζε έναν πύργο ύψους 167.826 χιλιομέτρων, που η κορυφή του θα έξυνε τη θερμόσφαιρα. Αν κάποιος έβγαζε 10.000 δολ. την εβδομάδα (9.230 ευρώ), για να αποκτήσει την πολύ μικρότερη περιουσία που είχε ο Μασκ το 2023, δηλαδή 180 δισ. δολ., θα έπρεπε να δουλεύει για περισσότερο από 300.000 χρόνια, πριν δηλαδή πρωτοεμφανιστεί ο homo sapiens στην Αφρική. Για το ένα τρισεκατομμύριο, θα έπρεπε να εργάζεται από τότε που ο homo erectus κατασκεύαζε λίθινα εργαλεία. Όπως πιο γλαφυρά το διατύπωσαν οι Times, η αξία του Μασκ είναι πέντε εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από εκείνη μιας μέσης αμερικανικής οικογένειας.
Παρότι το γεγονός ότι η εμφάνιση του πρώτου τρισεκατομμυριούχου αντιμετωπίστηκε εν πολλοίς ως μία ακόμα είδηση, η εξέλιξη, αν και αναμενόμενη, δεν είναι καθόλου «κανονική». Μπορεί ο Μασκ να διατήρησε για μόλις 12 μέρες τον τίτλο -αφού στις 24 Ιουνίου η περιουσία του έπεσε στα 957 δισ. δολ.- ωστόσο είναι θέμα χρόνου να τον κατακτήσει ξανά κάποιος υπερπλούσιος.
Ο Ίλον Μασκ υπερπενταπλασίασε την περιουσία του μέσα σε μόλις τρία χρόνια (το 2023 ανερχόταν στα 180 δισ. δολάρια). Και δεν ήταν ο μόνος. Το 2025, ο συνολικός πλούτος των δισεκατομμυριούχων παγκοσμίως αυξήθηκε κατά 16%, δηλαδή κατά περίπου 2,5 τρισ. δολάρια – ρυθμός τριπλάσιος σε σχέση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στον συνολικό πλούτο των φτωχότερων 4,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη, ενώ η συνολική αύξηση από το 2020 αγγίζει το 81%, σύμφωνα με έκθεση της Oxfam.
Έτσι, ο παγκόσμιος πλούτος των δισεκατομμυριούχων έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία.
Αντί να συνεχίσουμε να παραθέτουμε αριθμούς, θα παραθέσουμε Πλάτωνα, ο οποίος έγραφε στους «Νόμους» του: «Κανένας να μην αποκτά περιουσία μεγαλύτερη από το τετραπλάσιο του κλήρου του. Αν κάποιος αποκτήσει περισσότερη, το πλεόνασμα να αποδίδεται στην πόλη και τους θεούς» («Κτῆσιν δὲ μηδενὶ γίγνεσθαι πλέον ἢ τετραπλασίαν τοῦ κλήρου· ἐὰν δέ τις πλέον κτήσηται, τὸ πλέον τῇ πόλει καὶ τοῖς θεοῖς ἀποδιδόναι», Βιβλίο Ε΄, 744δ–745α). «Κλήρος» στην ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα είναι η βασική περιουσία που η πολιτεία θα παρείχε σε όλους τους πολίτες.
Ο φιλόσοφος είχε διαβλέψει τις διαχρονικές αρνητικές συνέπειες της υπερσυσσώρευσης πλούτου, παρότι δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί τον σημερινό βαθμό. Η υπερσυσσώρευση αυτή συνεπάγεται μια εξαιρετικά δυσανάλογη επιρροή στη λειτουργία της πολιτείας και των δημοκρατικών θεσμών. Οι υπερπλούσιοι έχουν τη δυνατότητα, είτε άμεσα μέσω της χρηματοδότησης είτε έμμεσα μέσω της άσκησης πίεσης (λόμπινγκ), να ενισχύουν τους πολιτικούς φορείς και τις πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, μπορούν να περιορίζουν τον ανταγωνισμό, να αποκτούν μέσα μαζικής ενημέρωσης, ώστε να προβάλλεται στην κοινή γνώμη η πολιτική που υποστηρίζουν ως η «μόνη εναλλακτική», καθώς και να ελέγχουν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επηρεάζοντας τη δημόσια συζήτηση μέσω των αλγορίθμων. Με άλλα λόγια, η υπερσυγκέντρωση οικονομικής ισχύος επιτρέπει σε μια μικρή οικονομική ελίτ να ασκεί δυσανάλογη επιρροή όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στη διαμόρφωση των ίδιων των κανόνων του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος.
Σημειώνεται ενδεικτικά ότι το 44% από τα 481 εκατ. δολ. της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ το 2024 προήλθε από μόλις δέκα χορηγούς, με τα 250 εκατ. δολ. να έχουν προέλθει μόνο από τον Μασκ. Το «ποντάρισμα» των υπερπλούσιων στον Τραμπ είχε αποδώσει και στην προηγούμενη θητεία του, αφού ο Αμερικανός πρόεδρος με νόμο του 2017 μείωσε τη φορολογική κλίμακα για τα υψηλότερα εισοδήματα και τη φορολογία των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τους κορυφαίους οικονομολόγους Saez και Zucman, το 2018 οι πλούσιοι ήδη απολάμβαναν τα αποτελέσματα, αφού ο φόρος που πλήρωνε το πλουσιότερο 0,1% των νοικοκυριών έπεσε κατά 2,5%. Το 2025, ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο πέρασαν πάλι μεγάλες μειώσεις στη φορολογία των πλουσίων ενώ ταυτόχρονα περιέκοψαν τα επιδόματα τροφίμων και υγειονομικής περίθαλψης για πολλούς από τους φτωχότερους πολίτες της χώρας.
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά τον Πλάτωνα, ένας ανώτερος ερευνητής στο συντηρητικό Brookings Institution, ο Ντάρελ Ουέστ, σχολίαζε στο «Time» με αφορμή την ανάδειξη Μασκ σε πρώτο τρισεκατομμυριούχο: «Όσο μεγαλύτερο πλούτο κατέχει, τόσο λιγότεροι οι περιορισμοί που του επιβάλλονται. Μισό τρισεκατομμύριο ήδη του δίνει τρομακτική ασυλία από τα κέντρα εξουσίας. Τον θέτει πάνω από την κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις. Η μετάβαση από το μισό στο ένα τρισεκατομμύριο, απλώς μεγεθύνει την κατάσταση. Αυτό τον καθιστά κίνδυνο για τα δημοκρατικά συστήματα. Είναι ουσιαστικά πάνω από τον έλεγχο των κυβερνήσεων».
Η κατάσταση έχει φθάσει σε τόσο ακραίο σημείο, που ακόμα και στις ΗΠΑ έχει ξεκινήσει δημόσιος διάλογος για τη φορολόγηση των υπερπλουσίων. Τον περασμένο μήνα οριστικοποιήθηκε ότι οι πολίτες της Καλιφόρνια θα ψηφίσουν τον ερχόμενο Νοέμβριο για την επιβολή εφάπαξ φόρου 5% στους πλούσιους με περιουσία πάνω από 1,1 δισ. δολ.. Το 90% των εσόδων από αυτόν τον φόρο να κατευθυνθεί στην υγειονομική περίθαλψη και το υπόλοιπο στην εκπαίδευση και σε επιδόματα διατροφής.
Το εργατικό σωματείο Service Employees International Union–United Healthcare Workers West που υποστηρίζει τον φόρο και δαπάνησε 31 εκατ. δολ. για να τον προωθήσει σε ψηφοφορία τονίζει ότι τα χρήματα θα αντισταθμίσουν τις περικοπές στην υγειονομική περίθαλψη του Τραμπ.
Εάν ψηφιστεί, ο φόρος θα εισπραχθεί σε μια περίοδο πέντε ετών και θα είναι ο πρώτος στον κόσμο που θα εφαρμοστεί συνδυασμένα στον προσωπικό και επιχειρηματικό πλούτο, όπως σημειώνουν οι Σαέζ και Ζούκμαν σε άρθρο τους στους New York Times.
Σε πρόσφατα δημοσιευθείσα μελέτη τους, οι ίδιοι οικονομολόγοι καταγράφουν την εκρηκτική αύξηση του πλούτου των δισεκατομμυριούχων της Καλιφόρνια χάρη στην ανάπτυξη της Σίλικον Βάλεϊ, γεγονός που έκανε την πολιτεία «μία από τις πλουσιότερες των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και από τις πιο άνισες».
Τα στοιχεία αναδεικνύονται και πάλι συγκλονιστικά. Πριν από είκοσι χρόνια, οι δέκα πλουσιότεροι κάτοικοι της Καλιφόρνια διέθεταν συνολική περιουσία ύψους 134 δισ. δολ. Έκτοτε, η συνολική περιουσία τους έχει εννιαπλασιαστεί. Όπως σημειώνουν οι Σαέζ και Ζούκμαν, οι περιουσίες των κορυφαίων της λίστας, Σεργκέι Μπριν, Τζεν-Σουν Χουάνγκ, Λάρι Πέιτζ και Μαρκ Ζούκεμπεργκ, «αντιστοιχούν σήμερα περίπου στο 24% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της πολιτείας» – ενώ από το 2019 μέχρι το 2025 πλήρωσαν κατά μέσο όρο μόλις ένα 0,07% του πλούτου τους σε φόρο.
Ο προτεινόμενος φόρος, καταλήγουν οι Σαέζ και Ζούκμαν, «θα είναι ένα μικρό (για τους υπερπλούσιους) αλλά σημαντικό (για όλους τους υπόλοιπους) βήμα για την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη μείωση της ανεξέλεγκτης ανισότητας της πολιτείας».
Η αντίδραση των δισεκατομμυριούχων της Καλιφόρνια στην πιθανή εφάπαξ φορολόγησή τους ήταν να περάσουν στην αντεπίθεση. Χρηματοδότησαν ομάδα που έχει διοχετεύσει 97,6 εκατ. δολ. σε προώθηση αντίμετρων προς ψήφιση: Το ένα θα απαγορεύει νέους φόρους στην προσωπική περιουσία και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και το άλλο θα απαιτεί λογιστικό έλεγχο των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από νέους φόρους και περιλαμβάνει διάταξη που θα μπορούσε να ακυρώσει τον επίμαχο φόρο. Όπως σημειώνουν οι New York Times, οι υπερπλούσιοι παρουσιάζουν αυτά τα μέτρα ως απαραίτητα για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηστή διακυβέρνηση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ είναι μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη ανισότητα στον κόσμο. Το πλουσιότερο 0,00001% του πληθυσμού (περίπου 20 άτομα) κατέχει πλούτο ίσο με το 12% της συνολικής οικονομικής παραγωγής των ΗΠΑ (ΑΕΠ), σύμφωνα με δεδομένα που συγκέντρωσαν οι Γάλλοι οικονομολόγοι Ζούκμαν και Σαέζ. Ταυτόχρονα, το 2025, στους εργαζόμενους στις ΗΠΑ αναλογούσε το μικρότερο μερίδιο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) που έχει καταγραφεί ποτέ από το 1947, πέφτοντας στο 53,8% του ΑΕΠ στο τρίτο τρίμηνο.
Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφοροι «φόροι για τους υπερπλούσιους», που όμως δεν έχουν ποτέ εφαρμοστεί. Ο κορυφαίος Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί πάντως έλεγε σχετικά με τη φορολόγηση των πλουσίων σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στη γράφουσα το 2013: «Προτιμώ τον κλιμακωτό φόρο επί του κεφαλαίου, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ζητήσει κανείς από τον καθένα με βάση την πραγματική του περιουσία».
Στο βιβλίο-ορόσημο «Το Κεφάλαιο στον 21ο Αιώνα», ο Πικετί υποστήριξε, με εκτενή ιστορικά και οικονομικά στοιχεία, ότι από ορισμένες απόψεις η οικονομική ανισότητα σήμερα είναι μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη του 19ου αιώνα, της εποχής που ο Γιάννης Αγιάννης κατέληγε στη φυλακή επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί και το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα πέθαινε από το κρύο στον δρόμο. Υπενθύμιζε επίσης ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατείχε περίπου το 50% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το πλουσιότερο 10% συγκέντρωνε σχεδόν το 90%.
Κατά τον οικονομολόγο, ελλείψει ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης, η διευρυνόμενη ανισότητα θα μας οδηγήσει σταδιακά πίσω σε μια κοινωνία που θα θυμίζει εκείνη του 19ου αιώνα: μια κοινωνία στην οποία ο πλούτος και η κοινωνική θέση θα καθορίζονται πρωτίστως από την κληρονομιά, ενώ ο γάμος θα λειτουργεί ως μέσο διατήρησης και εδραίωσης των μεγάλων οικογενειακών περιουσιών.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το σενάριο αυτό μοιάζει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Αντί όμως η ακραία συγκέντρωση του πλούτου να προκαλεί γενικευμένη κοινωνική αντίδραση, η ανθρωπότητα φαίνεται να αντιμετωπίζει σχεδόν ως επίτευγμα την ανάδειξη του πρώτου τρισεκατομμυριούχου.
Οι αντιδράσεις, βέβαια, δεν απουσιάζουν, αλλά παραμένουν πολύ πιο συγκρατημένες από όσο θα δικαιολογούσε το μέγεθος του προβλήματος. Προτάσεις όπως η επιβολή φόρων στους υπερπλουσίους επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση, ενώ πολιτικοί όπως ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντανί αναδεικνύονται προβάλλοντας την ανάγκη να περιοριστεί η δύναμη του μεγάλου πλούτου και να επανέλθει ο δημοκρατικός έλεγχος στη δημόσια ζωή.
Γιατί το πολίτευμα που αναδύεται μέσα από τη διαρκώς διογκούμενη ανισότητα ελάχιστη σχέση έχει με τη δημοκρατία. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να συμβαίνει το αντίθετο, όταν μια μικρή οικονομική ελίτ μπορεί να επηρεάζει τα κέντρα λήψης αποφάσεων με δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ ο απλός πολίτης διαθέτει ως μοναδικό μέσο πολιτικής επιρροής μία ψήφο κάθε λίγα χρόνια; Όσο περισσότερο συγκεντρώνεται ο πλούτος, τόσο περισσότερο συγκεντρώνεται και η πολιτική ισχύς, υπονομεύοντας στην πράξη την αρχή της πολιτικής ισότητας πάνω στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία.
Δεν είναι μια διαπίστωση που αφορά μόνο τη σύγχρονη εποχή. Στην «Πολιτεία», ο Πλάτωνας, διά στόματος Σωκράτη, επισημαίνει ότι η ακραία ανισότητα διασπά την ίδια την πόλη σε δύο αντίπαλες κοινότητες: «Η πόλη δεν είναι μία, αλλά δύο: μία των φτωχών και μία των πλουσίων· και ενώ κατοικούν στην ίδια πόλη, στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου» (422e–423a). Όταν η οικονομική απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές γίνεται χαώδης, οι πολίτες δεν μοιράζονται πλέον κοινά συμφέροντα ούτε κοινή μοίρα· συνυπάρχουν απλώς κάτω από τους ίδιους νόμους, οι οποίοι είναι γραμμένοι κυρίως από τους πλούσιους.
Δύο χιλιετίες μετά, το ερώτημα «τι είδους πολιτεία θέλουμε» είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Όπως το έθεσε ο πρόεδρος του Service Employees International Union-United Healthcare Workers West Ντέιβ Ρίγκαν, αναφορικά με τον φόρο των δισεκατομμυριούχων που το συνδικάτο του προώθησε στην Καλιφόρνια: «Θα έχουμε μια δίκαιη και αναγκαία συζήτηση στην Καλιφόρνια για το τι είδους πολιτεία θέλουμε, τι είδους σύστημα υγειονομικής περίθαλψης θέλουμε – και πότε η ανοχή έχει πια τελειώσει».