Έκανε το στρατιωτικό αγροτικό του στα Ίμια. Κατέκτησε το viral και τα social media αξιοποιώντας, απλώς, το μπαλκόνι του. Βγήκε εκεί, άραξε και τραγούδησε, διασκευάζοντας αγαπησιάρικα τραγούδια που ποτέ δεν ήταν «δικά» του,  μαζί με καλλιτέχνες που έγιναν οι «άνθρωποι» του χωρίς να ήταν ποτέ. Τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Έχτισε νέες οικογένειες. Έγινε μια νέα, αναγκαία παρουσία στο youTube. Και τώρα ετοιμάζει μια ωραία συναυλία, έτοιμη να κάψει καρδιές, αυτό το Σάββατο, 21 Μαρτίου, στο Gagarin – σε έναν χώρο που νιώθω πως του ταιριάζει πολύ. Ο Papazó αγάπησε τον εαυτό του πριν τα πάθη του. Και αυτό το καταλαβαίνεις μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά που θα περάσεις μαζί του.

Μπαίνοντας στο σπίτι του, ήθελα να του πω «Γεια σου Γιατρέ». Είπα τελικά ένα γρήγορο καλησπέρα. Φεύγοντας ήθελα να του πω «Αντίο ευγενικέ άνθρωπε». Είπα τελικά ένα «χάρηκα πολύ, ελπίζω να τα ξαναπούμε». Χωμένο κάπου στου Γκύζη, το πιο διάσημο μπαλκόνι που θυμίζει και λίγο μικρή ταράτσα, κοιτάζει τις γύρω «σκεπές» της πόλης με τρυφερότητα και συναδελφική κατανόηση καθώς μοιράζονται όλες τον ίδιο ουρανό. Αν στρίψεις λίγο το κεφάλι θα δεις και ένα κομμάτι από το Πεδίο του Άρεως, το «δασάκι», στα βόρεια, αυτό που κρύβεται πίσω από τα δικαστήρια και τη Σχολή Ευελπίδων. Ο Βασίλης που κρύβεται μέσα στον Papazó μου έφτιαξε καφέ, όσο εγώ χάζευα οικογενειακές φωτογραφίες πάνω στο κλειστό πιάνο. Μετά είπε «πάμε πάνω» και ανέβηκε τις ξύλινες σκάλες. Και κάπως έτσι βρεθήκαμε, ένα απόγευμα, σε ένα πρώην εφηβικό δωμάτιο που έχει γίνει πια στούντιο (και κρατά ακόμη κάτι και από τα δύο). Και αμέσως μετά στη διάσημη βεράντα. Όχι, λάθος, πες το μπαλκόνι καλύτερα.

Σταθήκαμε όρθιοι δίπλα στο διάσημο καναπεδάκι με τις βουκαμβίλιες («οι μισές είναι αληθινές, τον χειμώνα μαραίνονται») και χαζέψαμε τη γειτονιά. Μία ώρα μετά, συνειδητοποίησα πως δεν είχαμε μετακινηθεί καθόλου. Μείναμε εκεί, όρθιοι, μιλώντας και κοιτώντας αφηρημένα τους δρόμους που χάνονταν ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Χωρίς παύση, χωρίς αμηχανία και χωρίς να θέλει κανείς να το διακόψει. Δεν μου ‘χει ξανατύχει. Και το εκτίμησα πολύ.  

Πώς είναι να επιστρέφεις σε αυτή τη γειτονιά; Μου αρέσει πολύ το Γκύζη. Έχω μεγαλώσει στο κέντρο της Αθήνας – όλα είναι κοντά, περπατιούνται. Σε μισή ώρα είσαι στο Σύνταγμα. Όταν έφυγα για να σπουδάσω στην Πάτρα και μετά για το αγροτικό και ξαναγύρισα, κατάλαβα τη διαφορά στην ταχύτητα. Είχα ξεσυνηθίσει. Με ενοχλεί λίγο αυτή η ένταση, ταυτόχρονα όμως με κρατάει σε εγρήγορση. Είμαστε όλοι κάπως στην τσίτα, έτοιμοι να αρπαχτούμε. Από την άλλη, η Αθήνα έχει τεράστια ποικιλία. Τόσα θέατρα, τόσα πράγματα να δεις – δεν προλαβαίνεις.

Εδώ η γειτονιά έχει πάθει κάτι μαζί σου; Απέναντι βγαίνουν καμιά φορά, όταν έρχεται κόσμος. Συνήθως είναι διακριτικοί, δεν κάθονται να κοιτάνε τι γίνεται. Τώρα μάλλον το έχουν συνηθίσει. Πάντα, βέβαια, το κάνω σε ώρες που δεν είναι κοινής ησυχίας. Δεν έχουν φωνάξει κάτι, τύπου «α, ο Μαραβέγιας» ή «ο Πλούταρχος». Μέχρι στιγμής είναι ανεκτικοί, παρ’ όλο που όλο αυτό βγάζει ήχο (το στούντιο), γιατί υπάρχουν και τα τζάμια. Θα δούμε πώς θα πάει.

Είσαι το σελέμπριτι της περιοχής… Ναι (γελάει).

Πιστεύεις ότι πλέον ο κόσμος δεν εντυπωσιάζεται από κάποιον διάσημο όπως παλιά; Νομίζω ότι η διασημότητα έχει περάσει σε μια νέα μορφή. Με την ιντερνετική προβολή υπάρχουν πλέον πολλά αναγνωρίσιμα πρόσωπα, οπότε δεν υπάρχει το ίδιο “celebrity status” που υπήρχε το 2000 για παράδειγμα με την τηλεόραση. Δεν υπάρχει η ίδια απόσταση.

Εσένα σε προσεγγίζουν με οικειότητα; Ναι. Δεν ξέρω αν φταίει το δικό μου προφίλ και το πώς παρουσιάζομαι στα social, αλλά όταν μου μιλάνε οι άνθρωποι, νιώθω ότι αισθάνονται σαν να είμαστε φίλοι από παλιά. Σίγουρα η διασημότητα ή η αναγνωρισιμότητα δεν ήταν στόχος μου όταν ξεκίνησα.


Papazó

Τι σπρώχνει ένα παιδί να κάνει YouTube και να εμφανιστεί, έτσι χαλαρά, από το μπαλκόνι του; Καθόλου χαλαρά (γελάει). Έκανα πολλά πράγματα, μουσικά. Έβγαζα και δικά μου κομμάτια, είχα και άλλα πρότζεκτ. Και παράλληλα πέρασα Ιατρική στην Πάτρα. Πριν, στην Αθήνα, είχα κάνει κλασική κιθάρα, θεωρία και αρμονία. Γύρναγα σπίτι και ήθελα να γράψω τα δικά μου κομμάτια. Στην Πάτρα είχα ένα αρμόνιο και το ‘χα συνδέσει με τον υπολογιστή. Εκεί «κάηκα». Το πρωί σχολή, το βράδυ ξενύχτι. «How to produce, how to make music». Έφτιαξα γύρω στα χίλια κομμάτια χωρίς να κυκλοφορήσω σχεδόν τίποτα. Μετά έκανα το πρότζεκτ “music sunday” στην καραντίνα -χωρίς TikTok τότε- όπου ανέβαζα κάθε Κυριακή ένα πρωτότυπο κομμάτι ενός λεπτού. Και μετά ήρθε το «Μπαλκόνι», τελείως τυχαία. Ξεκίνησε από μία διασκευή στη Μαρίνα Σάττι.

Πώς το σκέφτηκες; Δεν ξέρω. Άκουγα το κομμάτι και ήθελα να το ακούσω αλλιώς, πιο ενορχηστρωμένο. Και σκέφτηκα να βγω στο μπαλκόνι να το κάνω. Ο βασικός πυλώνας είναι ότι κάνω τα πάντα μόνος μου. Γράφω μουσική και στίχους, κάνω παραγωγή, παίζω όργανα, κάνω μίξη – κάτι τελείως δικό μου. Οπότε γιατί να έρθει μια εταιρεία και να το καπηλευτεί; Προσπάθησα να προωθήσω τον εαυτό μου, με τα μέσα που έχω.

Το μεγαλύτερο “κλικ” έγινε όταν σταμάτησα, έστω και υποσυνείδητα, να προσπαθώ να ευχαριστήσω τους άλλους.

Υπάρχει όμως πολύς ανταγωνισμός. Τι κάνει κάποιον να ξεχωρίσει; Το concept και η αισθητική. Αυτό που έκανα μπορεί να ξεκίνησε τυχαία, αλλά πιστεύω πως είχε χαρακτήρα από την αρχή. Και φυσικά, όλη η δουλειά που είχα κάνει τα προηγούμενα χρόνια βοήθησε. Ίσως το πιο σημαντικό είναι η συνέπεια. Για ενάμιση χρόνο ανέβαζα κάθε Κυριακή στις 8 ένα βίντεο με διαφορετικό καλλιτέχνη. Αυτό το TikTok το “διαβάζει” και σε βοηθάει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πολλοί γίνονται viral χωρίς συνέχεια. Το θετικό στη δική μου περίπτωση είναι ότι η διαδικτυακή απήχηση μεταφράστηκε σε ακροατές στο Spotify. Αυτό είναι το πιο δύσκολο. Φτάσαμε στους 200.000 μηνιαίους ακροατές, από αυτό το μικρό στούντιο, το παιδικό δωμάτιο. Πριν αρχίσει το «Μπαλκόνι», είχα βάλει στόχο να φτάσω τους 1.000 μηνιαίους ακροατές. Ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Επίσης σημαντικό είναι ότι ο κόσμος έρχεται και στις συναυλίες. Στην πλατεία Δεξαμενής, για τον ένα χρόνο «Μπαλκόνι», μαζεύτηκαν 3.500 άτομα. Περίμενα 200. Ήταν σοκ, αλλά πολύ όμορφο.

Πόσο δύσκολο είναι τελικά για ένα νέο παιδί να μπει σε όλο αυτό; Είναι δύσκολο και κάποιες φορές σκληρό. Υπάρχει έκθεση, πίεση… Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια φορά με περίμενε έξω από το νοσοκομείο ο Λιάγκας. Για άλλους μπορεί να είναι πιο δύσκολο. Ο Ακύλας, για παράδειγμα, το έχει χειριστεί καλύτερα, γιατί ήξερε από social media από πριν. Ο καθένας κάνει αυτό που θέλει, δεν υπάρχει κάποιο “meeting” για το τι θα ανεβάσουμε. Αλλά προφανώς παίρνεις ιδέες. Όταν κάτι πετυχαίνει, εμφανίζονται και “αντιγραφές”. Και αυτό, κατά μία έννοια, είναι και τιμητικό.

Νοιώθω πως η νέα γενιά στη μουσική πρέπει να το πηγαίνει «αλλιώς»… Δεν υπάρχει κάποιο κρυφό μυστικό. Οι εταιρείες επενδύουν σε καλλιτέχνες που ήδη έχουν απήχηση – όχι μόνο στην Ελλάδα. Ακόμα και στην Αμερική, για να μπεις σε μια μεγάλη εταιρεία, πρέπει να έχεις ήδη κοινό, π.χ. στο TikTok. Τα social media έχουν μπει πολύ δυναμικά στην προώθηση της μουσικής. Το TikTok ειδικά είναι δομημένο πάνω στον ήχο. Είναι όμως και φθορά, χρειάζεται να βρεις μια ισορροπία.

Δεν είναι πια μόνο μουσική. Ακριβώς. Είσαι και content creator. Κάνεις marketing τον εαυτό σου σε καθημερινή βάση. Υπάρχει πολύς ανταγωνισμός, αλλά και ελευθερία.να δείξεις ποιος είσαι και να σε αγαπήσει ο κόσμος γι’ αυτό. Στο τέλος, είσαι υπεύθυνος για το αν θα πάει καλά. Και αυτό έχει και ένα βάρος.

Άρα νιώθεις ότι έχεις 100% την ιστορία στα χέρια σου; Ναι. Αν και έχω αρκετές επαφές, δεν ανήκω σε κάποια δισκογραφική από επιλογή, συνεργάζομαι με ανθρώπους από μεγάλες εταιρείες. Έχω και φίλους που ανήκουν σε εταιρείες και κάνουμε παρόμοια μουσική. Στην ουσία, όμως, όλη η προώθηση καταλήγει στο ίδιο πράγμα, «κάνε ένα βίντεο στο TikTok». Δηλαδή, ακόμα κι αν είσαι εταιρεία, εκεί θα πας.

Φτάνουν δηλαδή στο σημείο να σου λένε αυτό; Να βοηθήσεις κι εσύ με αυτόν τον τρόπο; Ναι. Μπορεί να γίνει και κάποιο placement στο ραδιόφωνο, αλλά αυτό είναι δευτερεύον.

Για εσάς που εμφανίζεστε μέσα από αυτή τη διαδικασία, πόσο εύκολη είναι πλέον η πρόσβαση στο ραδιόφωνο; Το ραδιόφωνο “τσιμπάει”, αλλά με καθυστέρηση. Στην Ελλάδα είναι αρκετά παρωχημένο, με πολύ κλειστές playlists. Παρ’ όλα αυτά, όταν κάτι γίνει viral, θέλοντας και μη θα το βάλουν. Και εκεί μπαίνει το ερώτημα, τι έχει μεγαλύτερη αξία; Ένα κομμάτι που γίνεται viral και ακούγεται παντού ή δέκα κομμάτια με έναν πυρήνα ανθρώπων που σε ακούνε ουσιαστικά και γουστάρουν αυτό που κάνεις; Νομίζω το δεύτερο.

Νιώθεις ότι έχεις πια έναν τέτοιο πυρήνα; Θέλω να πιστεύω πως ναι. Οι στίχοι μου είναι αρκετά προσωπικοί και περιγραφικοί, βγαίνουν από τη ζωή μου. Οπότε, θέλοντας και μη, όποιος ακούει καταλαβαίνει κάτι από μένα. Δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά συμβαίνει.

Νιώθεις κομμάτι μιας “οικογένειας” καλλιτεχνών; Νιώθω κομμάτι της νέας γενιάς τραγουδοποιών. Η προηγούμενη μεγάλη γενιά σιγά-σιγά μεγαλώνει, οπότε κάπως έρχεται και η σειρά μας. Εκεί θέλω να ανήκω, στους τραγουδοποιούς. Το είδος της μουσικής μου δεν είναι ένα συγκεκριμένο, κινείται ανάμεσα σε πολλά πράγματα.

Διακρίνω όμως μια κοινή αισθητική ανάμεσά σας. Ναι, παρ’ ότι υπάρχουν διαφορές, υπάρχει ένας κοινός τρόπος αντίληψης και μια πιο περιγραφική γραφή. Παλιά αυτό το έκαναν κυρίως οι στιχουργοί, τώρα ο δημιουργός τα κάνει όλα μαζί. Στη δική μου περίπτωση, αυτό που με διαφοροποιεί είναι ότι είμαι και μουσικός παραγωγός. Δηλαδή φτιάχνω μόνος μου τα κομμάτια από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσο προχωράει αυτό, επενδύω και στον εξοπλισμό. Έχω αρχίσει, για παράδειγμα, να μαθαίνω τσέλο.

Άγαπάω πολύ το κοντραμπάσο. Και εγώ, αλλά είναι τεράστιο (γέλια).

Πες μου για την εμπειρία σου με την ορχήστρα της ΕΡΤ όταν διασκευάσατε μεταξύ άλλων και το Ατελιέ. Ήταν απίστευτο. Έφυγα βουρκωμένος, με ένα ρίγος. Δεν ξέρω αν συμβαίνουν συχνά τέτοια πράγματα σε αυτή την ηλικία -να σου εμπιστεύονται συμφωνική ορχήστρα για δικά σου κομμάτια. Ήρθε και ο Μίλτος (Πασχαλίδης), του έστειλα μήνυμα για ένα τραγούδι και του λέω «έλα να το πούμε μαζί». Ήταν σαν όνειρο. Πολλή δουλειά, πολύ άγχος, αλλά άξιζε.

Αν στο έλεγαν αυτό πριν δύο χρόνια; Ούτε πριν από μήνες δεν θα το πίστευα. Το καλοκαίρι το συζητούσαμε με τον συνεργάτη μου και του λέω «έχεις ξεφύγει».

Ήταν και ο Ακύλας εκεί. Χαίρεσαι γι’ αυτόν; Είμαστε συνεργάτες τρία χρόνια. Ξεκινήσαμε να τραγουδάμε μαζί στο Faust, ένα μπαρ στο κέντρο. Εκεί έγιναν τα πρώτα μας live. Μετά, στην περιοδεία, τραγούδησε σε πολλά κομμάτια και εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα και στην Κύπρο. Και το καλοκαίρι στο Green Park τραγουδούσαμε μαζί.

Άρα ξεκινήσατε άσημοι και με όνειρα. Κάπως έτσι (γέλια).

Και μέσα σε λίγα χρόνια φτάσατε κάπου. Ναι. Υπάρχει μια ομάδα καλλιτεχνών με τους οποίους ξεκινήσαμε μαζί -η Σελήνη με το Φλερτ, η Άρτεμις. Με κάποιους κάνουμε παραγωγές, σε άλλους γράφω κομμάτια. Όλοι μαζί αποκτήσαμε μια απήχηση, οπότε αυτό είναι πολύ ωραίο. Μετά ο καθένας μπορεί να πάρει τον δρόμο του, αλλά υπάρχει μια κοινή αφετηρία και μια κοινή κατεύθυνση.

Papazó

Οι καλλιτέχνες που ήρθαν στο “Μπαλκόνι”, πώς προέκυψαν; Στην αρχή ήταν άνθρωποι που ήδη γνώριζα ή συνεργαζόμασταν. Γράφαμε μαζί και τους έλεγα «έλα να κάνουμε μια διασκευή στο μπαλκόνι». Μετά άρχισα να στέλνω πολλά e-mail, να παίρνω τηλέφωνα, να κυνηγάω επαφές. Όχι απαραίτητα σε πολύ γνωστούς καλλιτέχνες -πολλές φορές κάτι το συζητούσαμε το καλοκαίρι και γινόταν μήνες μετά. Θέλει επιμονή. Υπήρχαν πολλές απορρίψεις στην αρχή.

Μετά άλλαξε αυτό; Ναι, μετά δεν υπήρχαν απορρίψεις. Αλλά ήταν λογικό, έβλεπα και από τους αριθμούς ότι αυτό που κάνω πάει καλά. Νομίζω όταν κάτι είναι να πάει, φαίνεται από νωρίς. Βέβαια, το εξελίσσεις κιόλας και στην εικόνα, και στο στήσιμο, και στο design, και στο πόσο “θεαματικό” γίνεται.

Πόσες συναυλίες έχεις κάνει; Με την περιοδεία του καλοκαιριού, συνολικά μπορεί να φτάνω και τις 100. 

Τώρα ετοιμάζεις συναυλία στο Gagarin; Ναι, και νομίζω ότι θα γίνει χαμός, αλλά έχω και άγχος. Θα παίξουμε νέα κομμάτια που θέλω να παρουσιάσω για πρώτη φορά, διασκευές από το «Μπαλκόνι» αλλά και καινούργιες. Έχουμε σχεδόν 40 κομμάτια στο πρόγραμμα, θεατρικό σκηνικό και καλεσμένες την Ευρυδίκη και την Παυλίνα Βουλγαράκη. Πιστεύω θα είναι πολύ ωραίο. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω ένα συνεχόμενο πρόγραμμα σε μαγαζιά. Προτιμώ μεμονωμένα live, λόγω της Ιατρικής και των εφημεριών.

Τι πιστεύεις ότι αρέσει στον κόσμο σε εσένα; Δεν θέλω να το σκέφτομαι έτσι, γιατί φοβάμαι ότι θα αρχίσω να αλλάζω πράγματα. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι ειλικρινής και στη σκηνή και στους στίχους μου.

Η εικόνα, όμως, παίζει ρόλο. Θυμάμαι, στα πρώτα βίντεο ειδικά, που μας συστήθηκες, ότι ξεχώριζαν πολύ τα ρούχα σου. Ναι, ισχύει. Αλλά δεν ήταν κάποιο “concept”. Ήταν απλώς το στυλ μου. Φορούσα αυτά που ήδη είχα. Άνοιγα την ντουλάπα μου και ντυνόμουν όπως θα ντυνόμουν για να βγω έξω. Μερικές φορές έπαιρνα και πουκάμισα του πατέρα μου, πιο παλιά και ιδιαίτερα. Σε 70 βίντεο, πρέπει κάπως να αλλάζεις. Όλα παίζουν ρόλο: η εμφάνιση, το στήσιμο, η αισθητική. Αλλά δεν υπήρχε κάποια στρατηγική. Δεν ήθελα το ντύσιμο να είναι “κράχτης”.

Papazó

Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι όλο αυτό ξεκίνησε από ένα μπαλκόνι. Αν με τσιμπήσεις, μπορεί να ξυπνήσω. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, το ένα μετά το άλλο. Και δούλευα υπερβολικά πολύ. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι, πήγα μόνο τρεις μέρες διακοπές. Παράλληλα έκανα και μεταπτυχιακό στον αμφιβληστροειδή.

Πώς τα προλάβαινες; Κάθε Σαββατοκύριακο διάβασμα. Αλλά νομίζω εκεί υπάρχει ένα κοινό στοιχείο με την Ιατρική: μαθαίνεις να δουλεύεις πολλές ώρες μόνος σου, να επαναλαμβάνεις κάτι μέχρι να το πετύχεις. Όχι από καταναγκασμό. Το θέλεις.

Από πού ξεκίνησαν όλα; Από μικρός είχα επαφή και με τα δύο. Οι γονείς μου είναι οδοντίατροι, οπότε υπήρχε η Ιατρική στο περιβάλλον μου, αν και δεν ήθελα να γίνω οδοντίατρος. Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα και με έγραψε στο ωδείο. Ο πατέρας μου παίζει κιθάρα και τραγουδάει ερασιτεχνικά. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ.

Γιατί σε έγραψε στο ωδείο; Ένιωσε κάτι ή απλώς ήθελε να δοκιμάσεις; Η μητέρα μου προσπαθούσε να μου δώσει όσο το δυνατόν περισσότερα ερεθίσματα -και στον αθλητισμό και γενικά. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Η λογική ήταν «δοκίμασε κι αυτό, δες αν σου ταιριάζει». Η αλήθεια είναι ότι τότε η μουσική δεν μου έλεγε κάτι ιδιαίτερο. Πήγαινα στο ωδείο, μάθαινα κλασική κιθάρα, αλλά δεν με ενδιέφερε πολύ. Ο καθηγητής έβλεπε ότι είχα μια έφεση, αλλά δεν ήταν καλός -φώναζε, υπήρχε πίεση, δεν περνούσα καλά. Παρόλα αυτά, γύριζα σπίτι και έγραφα τη δική μου μουσική. Εκεί ένιωθα ελεύθερος.

Τι σημαίνει για σένα η διασκευή; Για μένα έχει ενδιαφέρον γιατί έχει δημιουργικότητα. Ακούω ένα κομμάτι και σκέφτομαι: «αν ερχόταν κάποιος εδώ στο στούντιο με αυτούς τους στίχους, πώς θα το έκανα εγώ»; Ακόμα και τραγούδια που δεν τα ήξερα καλά, μέσα από αυτή τη διαδικασία τα μαθαίνω και τα αγαπάω. Είναι απελευθερωτικό.

Άρα δεν ξεκινάει απαραίτητα από ένα αγαπημένο κομμάτι. Όχι. Περισσότερο με τραβάει η μελωδία και το πώς “δένει” με τον στίχο. Αυτό είναι η αφορμή. Στην αρχή δεν με ενδιέφεραν οι διασκευές. Μετά κατάλαβα ότι μπορείς να αφήσεις το αποτύπωμά σου. Θέλω να πιστεύω ότι κάποιος ακούγοντας μια διασκευή μου, καταλαβαίνει το ύφος μου, ακόμα κι αν δεν τραγουδάω εγώ.

Ποια διασκευή ξεχώρισε περισσότερο; Σε νούμερα, υπάρχει μία που έχει ξεπεράσει και το original -κοντεύει τα 4 εκατομμύρια streams. Και το ωραίο είναι ότι όλοι κερδίζουν και ο δημιουργός και ο αρχικός ερμηνευτής. Γι’ αυτό πλέον είναι πιο εύκολο να μου δώσουν άδεια να κυκλοφορήσω διασκευές.

Η αγαπημένη σου; Δύσκολο να ξεχωρίσω μία. Πρόσφατα έκανα μία με τη Ζουγανέλη που μου άρεσε πολύ. Ενώσαμε τους Placebo που αγαπώ πολύ με το “Ελα”. 

Τι μουσική ακούς γενικά; Μου αρέσει πολύ ο ήχος των 90s. Έχω περάσει από πολλά: από Scorpions μέχρι deep house, μετά ελληνικό ροκ – Αγγελάκας, Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά, Δεληβοριάς. Αυτά τα κράτησα από την εφηβεία μου. Ακούω και ξένους τραγουδοποιούς – Μπομπ Ντίλαν, Νιλ Γιανγκ, Donovan. Μου ταιριάζει αρκετά το ροκ, αλλά ακούω και soul, ελληνικά και πολύ hip hop. Πάρα πολύ. ΛΕΞ, Bloody Hawk, Novel… Μάλιστα, σκέφτομαι να βάλω και rap στο «Μπαλκόνι», ίσως και κάτι πιο “πολιτικό”. Ιδέες υπάρχουν, χρόνος όχι.

Papazó

Είναι γεμάτη πλέον η ζωή σου; Δουλεύω το πρωί στο νοσοκομείο, περίπου 7 με 4, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Μετά γυρνάω σπίτι και συνεχίζω με τη μουσική. Είναι μια περίοδος με πολύ λίγες ώρες ύπνου. Και η μουσική δεν είναι μόνο να γράψεις ένα κομμάτι. Είναι τα πάντα γύρω από αυτό, τηλέφωνα, emails, οργάνωση…

Έχεις βοήθεια; Έχω έναν booker, αλλά τις αποφάσεις τις παίρνω εγώ. Στην ουσία τα κάνω όλα μόνος μου. Αν σκεφτείς τι σημαίνει ένα βίντεο, να βρεις καλλιτέχνη, να ετοιμάσεις τη διασκευή, να γίνει γύρισμα, editing, colouring, υπότιτλοι, το mastering του ήχου, ο συγχρονισμός… και όλα αυτά επί 71 φορές…

Και όλα αυτά σε εβδομαδιαία βάση; Τα τελευταία δύο χρόνια δούλευα καθημερινά, χωρίς Σαββατοκύριακα. Δεν υπήρχε κάτι άλλο.

Και παράλληλα αποφάσισες να ξεκινήσεις «κανονικό πρόγραμμα» και στο νοσοκομείο; Ναι. Πρώτον, άδειασε η θέση και δεν μπορούσα να την αφήσω. Δεύτερον, αν δεν το έκανα τώρα, μπορεί να μην το έκανα ποτέ. Και τρίτον, δεν μπορώ χωρίς την Ιατρική. Μου λείπει η επαφή με τον ασθενή – είναι και τροφή για σκέψη.

Άρα δύο δρόμοι μαζί. Ναι. Δεν ησυχάζει το μυαλό μου αλλιώς. Ιδανικά θα ήθελα δύο ζωές, αλλά αφού έχω μία, προσπαθώ να τα συνδυάσω.

Συνδυάζονται; Μέχρι στιγμής ναι, έστω και με λίγο ύπνο. Θα δούμε.

Από την αρχή ήταν ξεκάθαρο ότι δεν θα αφήσεις κανένα από τα δύο; Ναι. Για μένα η μουσική έχει γίνει επάγγελμα, όχι απαραίτητα οικονομικά, αλλά σε επίπεδο αφοσίωσης. Ασχολούμαι καθημερινά. Απλώς δεν θέλω να εξαρτάται αποκλειστικά το βιοποριστικό μου από αυτή. Γιατί τότε αναγκάζεσαι να κάνεις επιλογές που ίσως δεν θα έκανες. Τώρα έχω την ελευθερία να χτίσω κάτι όπως το θέλω.

Στο νοσοκομείο πώς σε αντιμετωπίζουν; Καλά. Μέσα στο νοσοκομείο, επειδή είναι κλειστός χώρος, μαθαίνεται ποιος είσαι. Το προσωπικό γνωρίζει. Σήμερα το πρωί, ας πούμε, πήγα να πάρω αίματα στις οκτώ και ήρθε μια νοσηλεύτρια και μου λέει «έλα να βγάλουμε μια σέλφι για την κόρη μου». Της λέω «σε λίγο, περίμενε», ενώ ήμουν μέσα στα αίματα.

Οι ασθενείς; Κάποιοι με αναγνωρίζουν, αλλά οι περισσότεροι είναι μεγαλύτερης ηλικίας, 70-80+, οπότε συνήθως με αναγνωρίζουν οι συνοδοί. Μέχρι στιγμής βάζω τα όριά μου και δεν με έχει επηρεάσει. Δεν είμαι άλλος άνθρωπος στη μουσική και άλλος στην Ιατρική. Ο χαρακτήρας μου είναι ο ίδιος – απλώς ως γιατρός είμαι πιο δομημένος και ήρεμος.

Τελικά πώς σε φωνάζουν; Γιατρέ ή τραγουδιστή; Εξαρτάται ποιος σε φωνάζει. Αλλά αυτή η δυαδικότητα μού αρέσει.

Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στις δύο αυτές ζωές; Ναι, η παρατηρητικότητα. Είτε γράφεις μουσική είτε είσαι γιατρός, παρατηρείς. Μπαίνει ένας ασθενής στο ιατρείο ή συμβαίνει κάτι στο μετρό, το «πιάνεις», το καταγράφεις. Στη μία περίπτωση το μεταφράζεις σε στίχο, στην άλλη σε διάγνωση.

Αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τους ανθρώπους από την πρώτη στιγμή; Νομίζω αυτό έρχεται με την τριβή. Όσο συναναστρέφεσαι κόσμο, τόσο μαθαίνεις να «κόβεις» χαρακτήρες.

Το νοσοκομείο ως μικρόκοσμος μοιάζει με άλλους χώρους; Ναι, πολύ. Έχει όλους τους τύπους ανθρώπων. Είναι μία κλειστή κοινότητα που αλληλεπιδρά συνεχώς, οπότε δημιουργούνται όλες οι δυνατές καταστάσεις: εντάσεις, χαρές, συγκρούσεις. Δεν διαφέρει πολύ από μια εταιρεία.


Papazó


Papazó

Αν σου ζητούσα να διαλέξεις μια δυσκολία από τις τόσες που ίσως συνάντησες σε αυτή τη διαδρομή, ποια θα διάλεγες; Το μεγαλύτερο «κλικ» έγινε όταν σταμάτησα -έστω και υποσυνείδητα- να προσπαθώ να ευχαριστήσω τους άλλους. Όταν άρχισα να εκφράζομαι χωρίς να σκέφτομαι τι θα πουν. Ήταν απελευθερωτικό. Μετά, όμως, έρχεται μια άλλη παγίδα, η επιτυχία. Κάνεις κάτι που πάει καλά και μετά σκέφτεσαι πώς θα το ξεπεράσεις. Πέρασα κι εγώ από αυτό το στάδιο τους προηγούμενους μήνες, αλλά το δούλεψα και το ξεπέρασα.

Άρα η παγίδα είναι η επανάληψη; Ναι, και η ψευδαίσθηση ότι αν πετύχεις μία φορά, τελείωσαν τα δύσκολα. Δεν ισχύει. Τίποτα δεν έρχεται αβίαστα. Και κάθε χρόνο εμφανίζονται νέοι καλλιτέχνες.

Όπως εμφανίστηκες κι εσύ. Ακριβώς. Το μόνο που μένει είναι η δουλειά και η συνέπεια. Αν το αφήσεις, σε αφήνει. Απλώς είναι εξουθενωτικό να πρέπει να είσαι συνεχώς παρών στα social.

Πιστεύεις ότι μπορείς να ξεφύγεις από αυτό; Δύσκολα. Όμως το «πυρηνικό» κοινό δεν εξαρτάται από αυτό. Το είπαμε ήδη, νομίζω. Τα social είναι περισσότερο μια υπενθύμιση. Αυτό που έχει αξία είναι η σύνδεση, να ακούσει κάποιος ένα τραγούδι και να ταυτιστεί. Και αυτό είναι το μαγικό. Ότι κάτι που γράφεται σε ένα παιδικό δωμάτιο μπορεί να φτάσει σε κάποιον στον Έβρο, στην Κύπρο, στην Αγγλία. Αυτό ξεπερνά τα social.

Αυτό δεν είναι και το πιο συναρπαστικό; Ναι, αυτή είναι η ουσία της μουσικής. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι όταν ένα τραγούδι κυκλοφορεί, δεν ανήκει πια σε σένα. Ανήκει σε αυτόν που το ακούει. Δεν θέλω να εξηγώ τι εννοούσα γράφοντας έναν στίχο. Σημασία έχει τι νιώθει ο άλλος.

Κοίτα να δεις, νύχτωσε. Ναι… νύχτωσε.

Ωραία ήταν.