

Η σκόνη από τα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μόλις άρχιζε να καταλαγιάζει. Οι κοινωνίες επιχειρούσαν να ξαναβρούν τον κανονικό τους βηματισμό και οι πολιτικές τους ηγεσίες να χαράξουν τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Το ημερολόγιο έγραφε 1946 και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τον ρόλο της Γροιλανδίας: Όταν η ναζιστική Γερμανία κατέλαβε τη Δανία το 1941, η τελευταία υπέγραψε συνθήκη με την οποία οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο του νησιού, εγκαθιστώντας στρατιωτικές βάσεις και ραδιοπομπούς στρατηγικής σημασίας.
Η συνθήκη αυτή χρειαζόταν τώρα αναθεώρηση. Η Ουάσινγκτον θα επιδίωκε να παγιώσει την παρουσία της στο πελώριο, παγωμένο νησί. Τότε ο Τρούμαν έριξε στο τραπέζι μια πρόταση που αιφνιδίασε την Κοπεγχάγη: την αγορά της Γροιλανδίας -που οι ΗΠΑ εποφθαλμιούσαν ήδη από τον 19ο αιώνα- έναντι 100 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η Δανία αρνήθηκε την προσφορά. Για να βρεθεί αντιμέτωπη σήμερα, 80 χρόνια αργότερα, με μια «προσφορά που δεν μπορεί να αρνηθεί»: Ο σημερινός Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ πρότεινε ήδη από το 2019 να αγοράσει τη Γροιλανδία. Τώρα πια δεν σηκώνει αντίρρηση. Χαρακτηριστικός, ο διάλογός του με δημοσιογράφο στις 14 Ιανουαρίου, ημέρα που συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Lars Lokke Rasmussen και η Γροιλανδή ομολογός του Vivian Motzfeldt, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς για το θέμα:
Δημοσιογράφος: «Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας [Γενς Φρεντερικ Νίλσεν] δήλωσε σήμερα “Προτιμούμε να μείνουμε με τη Δανία”».
Τραμπ: «Ποιος το είπε αυτό;»
Δημοσιογράφος: «Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας».
Τραμπ: «Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα. Διαφωνώ μαζί τους. Δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν, αλλά αυτό θα είναι μεγάλο πρόβλημα για εκείνον».
«Αχάριστη» σύμμαχος οι ΗΠΑ
Οι Δανοί δεν καταλαβαίνουν τι παραπάνω θέλουν οι ΗΠΑ καθώς η τριμερής Συμφωνία για την Άμυνα που υπέγραψαν το 1951 –αφού η Δανία έγινε μέλος του ΝΑΤΟ- επιτρέπει στην υπερδύναμη να κατασκευάζει και να λειτουργεί βάσεις στο νησί. Διατηρούν τη βάση Thule, σημερινή Pituffik Space Base, «κομβική για το αμερικανικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικής άμυνας, γεγονός που αύξησε τη σημασία της Δανίας στην Ουάσινγκτον πολύ πέρα από το μέγεθός της», σημειώνει ο Δανός ερευνητής Mikkel Runge Olesen.
«Ίσως περισσότερο από όλες τις επιθέσεις, εκείνη του Τζέι Ντι Βανς που χαρακτήρισε τη Δανία “κακή σύμμαχο” χτύπησε βαθιά μια ευαίσθητη χορδή των Δανών», λέει στην Popaganda o Δανός ανεξάρτητος ερευνητής Mads Henrik Højgaard. «Ήμασταν οι πρώτοι που υποστηρίξαμε τις αποστολές υπό την ηγεσία των ΗΠΑ σε Αφγανιστάν και Ιράκ, από τις οποίες ένας αναλογικά μεγάλος αριθμός Δανών στρατιωτών δεν επέστρεψε ποτέ».
Για δεκαετίες, η Κοπεγχάγη είχε οικοδομήσει τη διεθνή της θέση πάνω σε μια σχέση σχεδόν άνευ όρων εμπιστοσύνης με την Ουάσιγκτον, επωμιζόμενη το ανάλογο πολιτικό κόστος. Για παράδειγμα, όταν το 1968 ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό Β-52 που μετέφερε πυρηνικά όπλα συνετρίβη κοντά στην αμερικανική βάση Pituffik, πυροδοτήθηκαν ανησυχίες για την ασφάλεια που επιτάχυναν την πορεία της Γροιλανδίας προς την αυτονομία. Στο δε απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ σχεδίαζαν να εγκαταστήσουν πυρηνικούς πυραύλους στο νησί, αλλά εγκατέλειψαν το σχέδιο εν μέσω μηχανικών δυσκολιών και αντιρρήσεων από τη Δανία.
Το «Χαρτί της Γροιλανδίας» (όπως χαρακτηρίστηκε σε έκθεση του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης το 2017), που κατά τον Ψυχρό Πόλεμο επέτρεψε μεγάλη επιρροή της Δανίας στην Ουάσιγκτον και χαμηλότερη οικονομική συνεισφορά της στο ΝΑΤΟ, τώρα καίγεται μετατρεπόμενο σε πηγή σοβαρής κρίσης που μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση του ΝΑΤΟ και σε πόλεμο.
Μαζί του γίνεται στάχτη κι η πίστη των Δανών ότι η αφοσίωση στο ΝΑΤΟ αρκεί για να διασφαλίσει την κυριαρχία ενός μικρού κράτους. Για πρώτη φορά αναρωτιούνται αν έχουν επενδύσει υπερβολικά σε έναν σύμμαχο που πλέον δεν διστάζει να αντιμετωπίζει έδαφος κράτους-μέλους της Συμμαχίας ως διαπραγματεύσιμο λάφυρο.

Ψέματα, ψέματα ,ψέματα
Για να δικαιολογήσει την «ανάγκη» απόκτησης της Γροιλανδίας, ο Τραμπ υποβάθμισε τις αμυντικές δυνατότητες της Δανίας στο νησί, λέγοντας ότι συνίστανται σε «δυο έλκηθρα που τα σέρνουν σκυλιά». Η Δανία διατηρεί πράγματι περιπόλους με τέτοια έλκηθρα, τη Sirius Dog Sled Patrol, μόνο που αυτή είναι επίλεκτη δύναμη αφού οι μόνοι εφικτοί τρόποι μετακίνησης σε ένα νησί καλυμμένο κατά 80% από πάγο είναι από αέρος ή θαλάσσης. Η Δανία διατηρεί επίσης πλοία και αεροσκάφη επιτήρησης, ενώ ανακοίνωσε πρόσφατα επένδυση 42 δισ. κορώνων (6,5 δισ. δολ.) για την ενίσχυση της αρκτικής άμυνας. Η Κοινή Αρκτική Διοίκηση στο Νουούκ και ο ρόλος της Γροιλανδίας στο στρατηγικό Πέρασμα GIUK (Γροιλανδία-Ισλανδία-Ηνωμένο Βασίλειο) εντάσσουν το νησί στον πυρήνα της νατοϊκής επιτήρησης, την ώρα που οι ΗΠΑ ήδη επιχειρούν από τη βάση Pituffik.
Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης πως έξω από το νησί «υπάρχουν ρωσικά αντιτορπιλικά, υπάρχουν κινεζικά αντιτορπιλικά και, ακόμη χειρότερα, ρωσικά υποβρύχια παντού. Δεν πρόκειται να αφήσουμε τη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία – και αυτό ακριβώς θα κάνουν αν δεν παρέμβουμε».
Ειδικοί στην ασφάλεια της Αρκτικής, αλλά και οι αρχές της Γροιλανδίας, διαψεύδουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς. «Η κριτική αυτή απλοποιεί υπερβολικά έναν καθιερωμένο καταμερισμό ρόλων», στον οποίο «ιστορικά οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει τον στρατηγικό ρόλο, ενώ Δανία και Γροιλανδία διασφαλίζουν κυριαρχία και διοίκηση» λέει ο Δανός ερευνητής Mikkel Runge Olesen. Αναγνωρίζει ανάγκη για καλύτερη επιτήρηση, τονίζει ωστόσο ότι δεν είναι η κατάσταση που έχει αλλάξει, αλλά η στάση των ΗΠΑ αφού μέχρι τώρα «διαχειρίζονταν μετά χαράς τέτοια ζητήματα».
Σπέρνοντας ζιζάνια μεταξύ Γροιλανδίας και Δανίας
«Το γεγονός ότι ένα πλοίο τους έφθασε εκεί 500 χρόνια πριν, δεν σημαίνει ότι η γη τους ανήκει», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στον λόγο που η Γροιλανδία αποτελεί τμήμα της Δανίας – παραβλέποντας ότι με τον ίδιο τρόπο οι λευκοί εποίκισαν την Αμερική. «Είμαι σίγουρος ότι είχαμε κι εμείς πολλά δικά μας πλοία εκεί».
Ιστορικά, η κατοικούμενη από τους Ινουίτ εδώ και 800 χρόνια Γροιλανδία, εποικίστηκε από τη Δανία το 1721. Το 1951, το νησί έγινε τμήμα του Βασιλείου της Δανίας και οι κάτοικοι, Δανοί πολίτες. Το 1979 απέκτησαν περιορισμένη αυτονομία – και το 2009, πλήρη. Παρότι τα γροιλανδικά κόμματα ευαγγελίζονται την ανεξαρτησία, ο πρωθυπουργός του νησιού Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν δήλωσε ότι «δεν είναι ώρα τώρα» να συζητηθεί το θέμα και ξεκαθάρισε ότι η χώρα επιλέγει τη Δανία έναντι των ΗΠΑ.
Στη λογική του «διαίρει και βασίλευε», η αμερικανική κυβέρνηση συζητά απευθείας προσφορά χρημάτων στους πολίτες της Γροιλανδίας προκειμένου να «αυτομολήσουν». «Τα ενδεχόμενο να λάβουν χρήματα από τις ΗΠΑ θολώνει την κρίση κάποιων Γροιλανδών, που φαίνεται να ξεχνούν ότι η οικονομική στήριξη από τη Δανία είναι ήδη τεράστια», υποστηρίζει ο Mads Henrik Højgaard.
Αν και αυτόνομη, η Γροιλανδία παραμένει οικονομικά εξαρτημένη από την Κοπεγχάγη. Η Δανία τη χρηματοδοτεί ετησίως με περίπου 4,3 δισ. δανικές κορώνες (610 εκατ. δολ.), ενώ καλύπτει δαπάνες για αστυνομία, δικαστήρια και άμυνα, με το συνολικό κόστος να φτάνει κοντά στο 1 δισ. δολάρια. Η δανική κυριαρχία στο νησί συνοδεύεται λοιπόν από ουσιαστικές υποχρεώσεις και κόστος.
Ακριβώς αυτό το σημείο καθιστά ακόμη πιο ανησυχητική την επιθετική ρητορική Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να μετατρέψουν υπαρκτά ζητήματα στη σχέση Δανίας-Γροιλανδίας σε γεωπολιτικό μοχλό πίεσης. Αποτελεί γνώριμη πρακτική να αμφισβητούν την κυριαρχία μιας χώρας, ξεκινώντας από την πολιτική και οικονομική αποσταθεροποίησή της.
Έχει ενδιαφέρον ότι, υπό τη διοίκηση Τραμπ, ακόμη και εμβληματικοί πυλώνες της δανικής οικονομίας βρέθηκαν στο στόχαστρο. Η φαρμακευτική Novo Nordisk, με τεράστια έκθεση στην αγορά των ΗΠΑ μέσω φαρμάκων όπως το Ozempic και το Wegovy, αντιμετώπισε πιέσεις σε ένα περιβάλλον όπου ο Τραμπ έχει κάνει σημαία του την υπεράσπιση αμερικανικών εταιρειών. Το θέμα της Novo Nordisk «αντιμετωπίστηκε εδώ σαν απευθείας επίθεση από τις ΗΠΑ, καθώς η εταιρεία είναι σημαντική πηγή εισοδήματος», επισημαίνει ο Mads Henrik Højgaard. «Το ίδιο ισχύει για τις επιθέσεις στην Ørsted [σσ: τον δανικό κολοσσό των υπεράκτιων αιολικών], που έχει παρεμποδιστεί από δικαστικές προσφυγές στις ΗΠΑ». Είναι γνωστή εξάλλου η εχθρική στάση Τραμπ απέναντι στην πράσινη ενέργεια.
Πάντως, η αμερικανική απειλή «για πολλούς Δανούς λειτούργησε σαν καμπανάκι αφύπνισης στον τρόπο που βλέπουμε τη Γροιλανδία ως μέρος του Βασιλείου της Δανίας», εκτιμά ο κ. Højgaard. «Έχουμε έρθει πιο κοντά και έχουμε επανεκκινήσει κάποιες πολύ αναγκαίες συζητήσεις για το παρελθόν».

Το πνεύμα των Βίκινγκ αναζωπυρώθηκε
Οι Δανοί δεν έχουν απλώς μπουχτίσει από τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα αποκτήσει τη Γροιλανδία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο∙ δείχνουν να βιώνουν κάτι που αγγίζει τα όρια μιας υπαρξιακής κρίσης. «Είναι διάχυτη εδώ η αίσθηση ότι μαχαιρωθήκαμε πισώπλατα από μια χώρα που οι Δανοί εκλάμβαναν ως την πιο στενή τους σύμμαχο για χρόνια», τονίζει ο ανεξάρτητος ερευνητής κ. Højgaard. «Θυμάμαι όταν επισκέφθηκε ο πρόεδρος Κλίντον την Κοπεγχάγη το 1997, τον υποδεχτήκαμε σαν στενό φίλο της χώρας. Και αργότερα, ο τότε Δανός πρωθυπουργός Άντερς Φονς Ράσμουσεν επισκέφθηκε τον Μπους στο ράντσο του σαν προσωπικός φίλος – πριν διοριστεί γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ ήταν η εγγύηση ότι όλοι θα ήμασταν ασφαλής, ακόμα και με τη Ρωσία κοντά».
«Το δανέζικο αίμα των Βίκινγκ βράζει», έγραφε το Associated Press. «Είμαι 66 ετών και δεν έχω ξαναδεί τους Δανούς τόσο εξοργισμένους», έλεγε στο Associated Press Δανός πολίτης. Διερευνώντας τρόπους αντίδρασης, οι Δανοί έχουν ξεκινήσει να μποϊκοτάρουν οτιδήποτε αμερικανικό. Χαρακτηριστικό είναι το γκρουπ στο Facebook «Boykot varer fra USA», που μετρά σχεδόν 99 χιλιάδες μέλη.
Μέλος του γκρουπ προτείνει την κατάργηση του Rebild Fest, της ετήσιας εκδήλωσης στη Δανία για τον εορτασμό την Ημέρα Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (4 Ιουλίου). Η Δανία γιορτάζει ανελλιπώς από το 1912 αυτή την ημέρα (εξαιρουμένων περιόδων πολέμου και πανδημίας), σύμβολο της στενής δανο-αμερικανικής σχέσης. Εάν συνεχίσει ο εορτασμός, «θα είναι περίπου σαν να γιορτάζαμε την κατάκτηση της Δανίας από τους Ναζί “για να μας προστατεύσουν από τις επιθέσεις των Άγγλών”», γράφει το μέλος, παραπέμποντας μάλιστα στο φυλλάδιο με τίτλο «OPROP» («Kάλεσμα») που έριξαν οι Γερμανοί εισβάλλοντας στη χώρα στις 9 Απριλίου 1940. Το φυλλάδιο, γραμμένο από τον ίδιο τον Χίτλερ, κατέληγε: «Η ασφάλεια της χώρας έναντι της αγγλικής επιθετικότητας είναι τώρα διασφαλισμένη από τον Γερμανικό Στρατό και το Ναυτικό».
Το μποϊκοτάζ έχει την τιμητική του στα σουπερμάρκετ, όπου Δανοί αντικαθιστούν στο καλάθι τους αμερικανικά προϊόντα με ευρωπαϊκά. Τον Φεβρουάριο, ο δανικός όμιλος σούπερ μάρκετ Salling Group ξεκίνησε να τοποθετεί μαύρα αστέρια σε προϊόντα που παράγονται από εταιρείες ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας, σημείωνε το New Yorker. Η Salling διευκρίνισε ότι ανταποκρίνεται «σε έναν αριθμό αιτημάτων από πελάτες που θέλουν να αγοράζουν τρόφιμα από ευρωπαϊκές μάρκες».
«Πολλοί Δανοί είχαν –και έχουν– στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο, και για πολλά χρόνια ταξίδευαν συχνά εκεί. Αυτό, όμως, φαίνεται πλέον να επιβραδύνεται», επισημαίνει ο Mads Henrik Højgaard. Τα στοιχεία συμφωνούν. Tα ταξίδια από τη Δανία στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 19% τον Μάιο, σύμφωνα με το Reuters. Σε αυτό συντέλεσαν και τα περιστατικά κράτησης Ευρωπαίων τουριστών εκεί ως «μεταναστών».
Η δανική κοινωνία, μια γροθιά απέναντι στις ΗΠΑ
Παρότι σοκαρισμένη, η δανική κοινωνία συσπειρώνεται απέναντι στον Τραμπ. «Όσον αφορά στην πολιτική της κυβέρνησης, διαπιστώνω ότι μια μεγάλη πλειοψηφία των Δανών -περιλαμβανομένου εμού- συσπειρώνεται υπέρ των ενεργειών και πρωτοβουλιών που έχουν ληφθεί», σημειώνει ο Mads Henrik Højgaard. «Ακόμη και η παραδοσιακά αριστερή Κοκκινοπράσινη Συμμαχία (σσ: συνασπισμός κομμάτων στη δανική Βουλή) στηρίζει πλέον τη στρατιωτική παρουσία και συνεργασία εντός της ΕΕ».
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση προσφέρει πολιτική διέξοδο στο εσωτερικό σε μια κυβέρνηση και έναν πρωθυπουργό που ήταν βαθιά αντιδημοφιλείς, ώστε να επιδείξουν ισχύ και βούληση για δράση – κάτι που μακροπρόθεσμα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις», εξηγεί ο ανεξάρτητος ερευνητής. «Ιδιαίτερα ο υπουργός Εξωτερικών Λαρς Λέκε Ράσμουσεν έχει αποσπάσει ευρεία αναγνώριση για τον χειρισμό της κρίσης και για τη συνάντηση στην Ουάσινγκτον με τον υπουργό Εξωτερικών της Γροιλανδίας και τους Βανς/Ρούμπιο. Μια αναγνώριση με την οποία συμφωνώ».
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι το ακροδεξιό Δανικό Λαϊκό Κόμμα (Dansk Folkeparti) έχει στριμωχτεί στη γωνία. «Ο πρόεδρός του Morten Messerschmidt έχει υπάρξει μεγάλος θαυμαστής του Τραμπ, τον επισκέφθηκε κιόλας στη Φλόριντα», λέει ο κ. Højgaard. «Παρότι διατηρεί αυξημένα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις εξαιτίας των αντιμεταναστευτικών του θέσεων, πασχίζει τώρα να μην κατηγορηθεί για αντεθνική στάση εξαιτίας του θαυμασμού του για τον Τραμπ».
Το τέλος του ΝΑΤΟ, τέλος των ψευδαισθήσεων
Η επιθετική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία δεν αφορά μόνο τη Δανία, αλλά δοκιμάζει ευθέως τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, ένας Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει έδαφος κράτους-μέλους της Συμμαχίας ως λάφυρο προς διεκδίκηση, αντί για αντικείμενο προς προστασία.
Ενδεχόμενη κατάληψη της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ θα σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ, σημείωσε ο Αμερικανός γερουσιαστής Κρις Μέρφι. Η Συμμαχία «θα υποχρεωθεί να υπερασπιστεί τη Γροιλανδία», άρα «ξεκάθαρα… θα ήμασταν σε πόλεμο με την Ευρώπη – την Αγγλία, τη Γαλλία». Το τέλος του ΝΑΤΟ διέβλεψε και ο επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, Άντριους Κουμπίλιους, τονίζοντας ότι σε περίπτωσης αμερικανικής επέμβασης τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα ήταν υποχρεωμένα να συνδράμουν τη Δανία.
«Εάν είναι να επηρεάσει το ΝΑΤΟ, θα επηρεάσει το ΝΑΤΟ», δήλωσε με περιφρόνηση ο Τραμπ, προσθέτοντας: «Αλλά ξέρετε, μας χρειάζονται περισσότερο από ό,τι τους χρειαζόμαστε εμείς».
Ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας Μαρκ Ρούτε παραμένει ουσιαστικά άφαντος, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί ξεκάθαρα για το θέμα. Κάποια κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Δανίας να στείλουν στρατό στη Γροιλανδία, ενέργεια που ωστόσο απαντά στις κατηγορίες Τραμπ για ελλιπή άμυνα του νησιού, όχι στις απειλές για κατάληψή του.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες στέκουν ανίκανοι να βάλουν φρένο στις ΗΠΑ. Η ανοχή ή η σχετικοποίηση της απροκάλυπτα επιθετικής στάσης της Ουάσινγκτον υπονομεύει το ίδιο το επιχείρημα της συλλογικής ασφάλειας. Αν η πίεση σε έναν σύμμαχο θεωρείται αποδεκτό εργαλείο «ρεαλιστικής πολιτικής», τότε η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ ως εγγυητή σταθερότητας τίθεται υπό αμφισβήτηση – και χώρες όπως η Ελλάδα έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν ιδιαίτερα (Ή, μήπως, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα ισχυριστεί πάλι ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» όπως στην περίπτωση της Βενεζουέλας;)
Αν επιτρέπεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση η εδαφική ακεραιότητα της Δανίας στο όνομα κάποιας αφηρημένης «γεωστρατηγικής αναγκαιότητας», τότε αποδυναμώνεται στην πράξη και η ελληνική θέση για το Αιγαίο έναντι στον επεκτατισμό της Τουρκίας: ότι τα σύνορα και η εθνική κυριαρχία βασίζονται σε διεθνείς συνθήκες και άρα δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Σε κάθε περίπτωση, η Γροιλανδία αποτελεί διεθνές ζήτημα, όχι απλό διπλωματικό επεισόδιο. Αν ο Τραμπ την «αρπάξει», θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για παρόμοιες ενέργειες βασισμένες αποκλειστικά στο «δίκαιο του ισχυρού». Γι’ αρχή όμως φέρνει την Ευρώπη αντιμέτωπη με το εξής δίλημμα: Θα επιτρέψει ή όχι σε έναν φασίστα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού να τη σύρει σε πόλεμο;