

Το The Bride! βρίσκει τη Jessie Buckley και τον Christian Bale στα καλύτερά τους -με μία εκρηκτική χημεία μεταξύ τους- και η ταινία απογειώνεται σε ένα punk-rock love story για δύο τέρατα που ψάχνουν να αγαπηθούν χωρίς να καταστρέψουν ο ένας τον άλλον.
Η νέα σκηνοθετική δουλειά της Maggie Gyllenhaal -μετά το εξαιρετικό The Lost Daughter– είναι μια ταινία που μοιάζει να έχει φτιαχτεί από καθαρή κινηματογραφική εμμονή. Είναι ένα gothic romance που σε στιγμές θυμίζει μιούζικαλ και ταυτόχρονα body horror, gangster ιστορία, punk φαντασίωση και τραγωδία αγάπης.
Και ενώ όλα αυτά μαζί θα μπορούσαν να καταρρεύσουν, τελικά, περιέργως, δουλεύουν στην εντέλεια, με το αποτέλεσμα να είναι μια από τις πιο τολμηρές επανερμηνείες του μύθου του Frankenstein που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες, που μοιάζει με σαρωτική, φεμινιστική καταιγίδα.
Ο μύθος ξεκινά, όπως και το βιβλίο της Mary Shelley, αλλά σχεδόν αμέσως εκτροχιάζεται. Η ταινία ανοίγει με την ίδια τη συγγραφέα (την υποδύεται επίσης η Jessie Buckley) να εξομολογείται ότι είχε περισσότερα να πει όταν έγραψε το Frankenstein. Και για να τα πει, χρειάζεται ένα σώμα. Έτσι «κατοικεί» στο σώμα μιας γυναίκας της νύχτας, της Aida, σε ένα speakeasy του Σικάγο της δεκαετίας του ’30. Ακολουθεί μία από τις πιο τρελές εναρκτήριες σκηνές της χρονιάς με την Buckley αλλάζει προφορές, χαρακτήρες και διαθέσεις μέσα σε δευτερόλεπτα, σαν να τσακώνονται πολλές ψυχές για τον έλεγχο του ίδιου σώματος ή σαν να βλέπεις τη Linda Blair στον Εξορκιστή του 1973. Είναι ασύλληπτη η υποκριτική της για ακόμη μία φορά. Και εκεί σκάει η σκέψη «Τι θα γίνει με τη Buckley, θα σαρώνει βραβεία από εδώ και πέρα; Τι φάση»;

Το αποτέλεσμα είναι βίαιο και μοιραίο, η Aida δολοφονείται και μετά έρχεται η ανάσταση. Πώς γίνεται αυτό; Ο Frankenstein, τον οποίο υποδύεται ο Christian Bale (και είναι επίσης συγκλονιστικός, δηλαδή, ας είμαστε ειλικρινείς, κανονικά θα πρέπει να τον δει ο Jacob Elordi και να πάει να κρυφτεί) φτάνει στην Αμερική γιατί θέλει να σταματήσει να είναι μόνος. Ο Frank, όπως τον αποκαλούν εδώ, είναι ένα τέρας που κουβαλάει μια σχεδόν παιδική ανάγκη για σύνδεση. Η μοναξιά του είναι εμφανής στον τρόπο που κινείται, μιλάει και κοιτάζει τους άλλους. Και έτσι ζητά τη βοήθεια της πρωτοποριακής επιστήμονα Dr. Euphronious (Annette Bening) για να δημιουργήσει μια σύντροφο. Το σώμα που βρίσκουν για το πείραμα είναι φυσικά της Aida. Και, όπως υπενθυμίζει η ταινία με μαύρο χιούμορ ξανά και ξανά, αυτό συμβαίνει «χωρίς τη συγκατάθεσή της».

Όταν η Νύφη ξυπνά, δεν είναι η παθητική φιγούρα της κλασικής ταινίας Bride of Frankenstein, είναι θυμωμένη, περίεργη και επικίνδυνα ζωντανή. Η Buckley παίζει τη γυναίκα που παλεύει για την επανένταξη στη ζωή, σαν αισθητηριακή υπερφόρτωση. Κάθε ήχος της είναι πολύ δυνατός και κάθε συναίσθημα ακραία έντονο. Είναι αχόρταγη, γιατί θέλει να βγάλει νόημα σε όλα αυτά και το βασικό της ερώτημα είναι απλό: «Ποια είμαι»; Θέλει να αποφασίσει μόνη της ποια θα γίνει, να πει την αλήθεια της και να αγαπήσει χωρίς να μικρύνει για να χωρέσει στη ζωή κάποιου άλλου. Και αυτή η ανάγκη είναι η κινητήρια δύναμη όλης της ταινίας. Η Maggie Gyllenhaal ήθελε ακριβώς αυτό, να δώσει φωνή σε έναν χαρακτήρα που στο πρωτότυπο σχεδόν δεν μιλούσε. Όπως είπε η ίδια: «Στην αρχική ταινία η Νύφη είναι στην οθόνη για τρία λεπτά και δεν λέει τίποτα και όμως κάνει τεράστια εντύπωση. Ξυπνά και λέει ουσιαστικά “όχι” και αυτό είναι πολύ δυνατό». Παρά το χάος, ο πυρήνας της ταινίας είναι μια ιστορία αγάπης που καίει, αλλά όχι ρομαντική με την κλασική έννοια. Η σχέση της Νύφης με τον Frankenstein είναι εκρηκτική, μία σύνδεση γεμάτη ανάγκη, φόβο, επιθυμία και καταστροφή.



Αλλά η Νύφη δεν δημιουργήθηκε για να ανήκει σε κανέναν και από εκεί ξεκινά η σύγκρουση. Η χημεία των δύο ηθοποιών είναι πραγματικά ηλεκτρική, οι σκηνές τους μοιάζουν με ερωτική μονομαχία και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για τρυφερό ρομάντζο αλλά για μια σχέση που μοιάζει να καίει από μέσα. Η σύνδεσή τους είναι έντονη, σχεδόν εθιστική, αλλά και επικίνδυνα εύθραυστη. Ανά πάσα στιγμή νιώθεις ότι μπορεί να μετατραπεί είτε σε πάθος είτε σε καταστροφή.
Η ταινία από την αρχή δηλώνει ότι δεν πρόκειται για μια κλασική ιστορία τεράτων, είναι κάτι πιο άγριο, σχεδόν πυρετικό, μία γοτθική ιστορία που βράζει από οργή, επιθυμία και μία σύγχρονη ανάγκη για ταυτότητα. Το Σικάγο της δεκαετίας του ’30 γίνεται το σκηνικό όπου ο μύθος του Frankenstein ξαναγράφεται ως μια σκοτεινή, σχεδόν ψυχωτική ιστορία αγάπης για το τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα αρνείται να υπάρξει απλώς για να καλύψει τις ανάγκες κάποιου άλλου.

Η Gyllenhaal έχει πει ότι ήθελε να υπονομεύσει το κλασικό κινηματογραφικό ύφος: «Με ενδιέφερε να πάρω ένα παλιό κινηματογραφικό στυλ και να το ανατρέψω» και όντως η δεκαετία του ’30 που βλέπουμε στην ταινία δεν πατάει ακριβώς ιστορικά. Η ίδια την περιγράφει ως «Τα ’30s μέσα από το downtown New York του 1981» και αυτό φαίνεται από την αρχή, με το cabaret, το μιούζικαλ και τη vaudeville αισθητική, να συνυπάρχουν με την punk ενέργεια. Είναι ένα κινηματογραφικό χάος γεμάτο αναφορές, από το αναρχικό ρομάντζο του Bonnie and Clyde και τον σκοτεινό ρομαντισμό του Wild at Heart, μέχρι τον αυτοκαταστροφικό έρωτα του Natural Born Killers, αλλά και το φουτουριστικό σύμπαν του Metropolis. Και έχει και πολλή πλάκα σε αρκετές στιγμές. Με λίγα λόγια είναι πραγματικά απολαυστική.




Αν για κάτι είμαι σίγουρη πάντως, είναι ότι η Lady Gaga πρέπει να είναι πολύ έξαλλη με το The Bride! γιατί η ταινία έχει καταφέρει να είναι όλα αυτά που δεν μπόρεσε να είναι το Joker: Folie à Deux και πολλά παραπάνω. Α, ναι και η μουσική τα σπάει.

