

Ο Vincent Peirani δεν μιλά για είδη. Δεν τον ενδιαφέρουν οι ταμπέλες, ούτε οι «καθαρές» γραμμές. Για εκείνον, η μουσική είναι ένας ζωντανός οργανισμός: αναπνέει, τεντώνεται, κινδυνεύει να καταρρεύσει και ακριβώς εκεί, στο όριο, αποκτά νόημα. «Η μουσική είναι ένα κοινό ρίσκο», λέει, όχι θεωρητικά, αλλά επί σκηνής.
Γεννημένος στη Νίκαια της Γαλλίας, ο Peirani ξεκίνησε με την πειθαρχία της κλασικής μουσικής, σπουδάζοντας κλαρινέτο και σολφέζ στο Conservatoire de Paris, πριν το ακορντεόν γίνει η φυσική προέκταση του σώματός του. Από πολύ νωρίς κέρδισε διεθνή βραβεία, ανάμεσά τους και το Prix d’Accordéon Classique, όμως το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε όταν ανακάλυψε τη jazz μέσα από έναν δίσκο του Bill Evans. Εκεί, στον αυτοσχεδιασμό, κατάλαβε κάτι καθοριστικό, ότι το στυλ δεν είναι ταυτότητα, αλλά εργαλείο.
Αυτή η σκέψη διατρέχει όλη του τη διαδρομή. Από τις συνεργασίες του με τον Michel Portal, τη Youn Sun Nah και τον Louis Sclavis, μέχρι τη συνύπαρξή του με καλλιτέχνες και σχήματα όπως ο Pat Metheny, η Φιλαρμονική του Βερολίνου ή ο Stromae, ο Peirani λειτουργεί πάντα με την ίδια λογική. Ακούει περισσότερο απ’ όσο επιβάλλεται. Για εκείνον, το γούστο γεννιέται μέσα από την ακρόαση και το ego εξαφανίζεται τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η μουσική είναι πάντα μεγαλύτερη από εσένα.

Jokers Trio ©Stanislas Augris
Το Jokers Trio γεννήθηκε ακριβώς πάνω σε αυτή την ανάγκη. Όταν η γερμανική ραδιοφωνία NDR του ζήτησε ένα νέο project, ο Peirani κάλεσε δύο μουσικούς που μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν μπαλαντέρ: τον Federico Casagrande στις κιθάρες και τον Martin Wangerme στα ντραμς. Μουσικούς που δεν «κρατούν θέση», αλλά αλλάζουν κατεύθυνση, βάρος και κανόνες μέσα στο ίδιο κομμάτι. Όπως και στην τράπουλα, ο joker προσαρμόζεται.
Το αποτέλεσμα είναι ένα τρίο-υβρίδιο, ηχογραφημένο για την ACT, που κινείται απρόβλεπτα από τον Thelonious Monk στους Nine Inch Nails, από κλασικούς ήχους μέχρι rock εκρήξεις τύπου Marilyn Manson, πάντα μέσα από το φίλτρο του αυτοσχεδιασμού και μιας έντονα κινηματογραφικής αίσθησης.
Από την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου έως και τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου, στο Half Note Jazz Club, το αθηναϊκό κοινό θα έχει την πρώτη του ζωντανή επαφή με έναν μουσικό που προσπαθεί να κάνει το ακορντεόν ειλικρινές. Έναν performer που βλέπει τη σκηνή όχι ως χώρο επίδειξης, αλλά ως πεδίο κοινής εμπιστοσύνης. Και που, στο τέλος της βραδιάς, δεν θέλει να φύγεις εντυπωσιασμένος, αλλά λίγο πιο ζωντανός απ’ ό,τι ήσουν όταν μπήκες.

©Frank Siemers
Συχνά περιγράφεις τη μουσική ως μια παγκόσμια γλώσσα και οι εμφανίσεις σου κινούνται με φυσικότητα ανάμεσα στη jazz, το rock, την κλασική μουσική, ακόμα και σε ηλεκτρονικές υφές. Υπήρξε κάποια στιγμή στην καλλιτεχνική σου πορεία που το είδος έπαψε να είναι όριο και έγινε απλώς πρώτη ύλη;
Νομίζω ότι η στιγμή που τα είδη έπαψαν να είναι όρια για μένα ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι το στυλ δεν είναι ταυτότητα, είναι εργαλείο. Πολύ νωρίς, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό, κατάλαβα ότι αυτό που έχει σημασία είναι η πρόθεση, η ενέργεια και η αφήγηση. Η jazz, το rock, η κλασική ή η ηλεκτρονική μουσική είναι απλώς διαφορετικές διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας. Όταν σταματάς να υπερασπίζεσαι μια περιοχή, η μουσική γίνεται παιδική χαρά και όχι χάρτης.
Ανακάλυψες τη jazz με έναν δίσκο του Bill Evans, όμως η αισθητική σου σήμερα φλερτάρει με κινηματογραφική ένταση, rock ενέργεια και ηλεκτρονικές ατμόσφαιρες. Τι παραμένει σταθερό στον πυρήνα της μουσικής σου ταυτότητας, όποια μορφή κι αν παίρνει;
Αυτό που μένει σταθερό είναι η αίσθηση της ανάσας και της έντασης. Ακόμα κι όταν αλλάζει η αισθητική, πάντα αναζητώ μια ισορροπία ανάμεσα στη δομή και την ευθραυστότητα, ανάμεσα στον έλεγχο και το ρίσκο. Αυτό πιθανόν να προέρχεται από τη jazz, αλλά και από την ίδια τη ζωή. Την ιδέα ότι κάτι μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή και ότι αυτός ο κίνδυνος είναι που κρατά τη μουσική ζωντανή.
Το όνομα Jokers είναι ένας ιδιαίτερα evocative τίτλος για ένα τρίο. Παιχνιδιάρικος, ριψοκίνδυνος, απρόβλεπτος. Αν σκεφτούμε τον «μπαλαντέρ» ως κάτι που μπορεί να αντικαταστήσει τα πάντα στο τραπέζι, πώς εμφανίζεται αυτή η μεταφορά στον τρόπο που επικοινωνείτε επί σκηνής με τον Federico Casagrande και τον Martin Wangerme;
Ο μπαλαντέρ είναι ισχυρός γιατί δεν κυριαρχεί, προσαρμόζεται. Επί σκηνής με τον Federico Casagrande και τον Martin Wangerme, η επικοινωνία λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Οποιοσδήποτε από εμάς μπορεί ξαφνικά να αλλάξει κατεύθυνση, να μετατοπίσει το κέντρο βάρους ή να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες. Υπάρχει βαθιά εμπιστοσύνη και μια κοινή όρεξη για το άγνωστο. Η μουσική αναπνέει επειδή κανείς δεν κρατιέται υπερβολικά σφιχτά.

©Stanislas Augris
Επανεφευρίσκεις το ακορντεόν με τρόπους που εκπλήσσουν ακόμη και όσους πιστεύουν ότι γνωρίζουν το όργανο. Το προσεγγίζεις περισσότερο ως αφηγητή, ως sound designer ή ως κρουστό φορέα αρμονικών υφών;
Δεν διαχωρίζω πραγματικά αυτούς τους ρόλους. Το ακορντεόν είναι όλα αυτά ταυτόχρονα: αφηγητής, sound designer, ρυθμική μηχανή. Είναι ένα πολύ σωματικό όργανο. Αέρας, αντίσταση, βάρος… σε αναγκάζει να εμπλακείς με τον ήχο με έναν πολύ άμεσο τρόπο. Δεν προσπαθώ να το κάνω «μοντέρνο», προσπαθώ να το κάνω ειλικρινές.
Πολλοί ακροατές περιγράφουν τη μουσική σου ως «κινηματογραφική», σαν να παρακολουθούν μια αόρατη ταινία. Είναι αυτό κάτι συνειδητό; Συνθέτεις μέσα από εικόνες, συναισθηματικές καταστάσεις ή σωματικές σκηνές;
Ναι, το κινηματογραφικό στοιχείο είναι πολύ παρόν, αλλά όχι με κυριολεκτικό τρόπο. Δεν συνθέτω για να εικονογραφήσω εικόνες. Οι εικόνες εμφανίζονται επειδή η μουσική δημιουργεί χώρο. Συχνά ξεκινώ από μια συναισθηματική ένταση ή μια σωματική αίσθηση. Αν οι ακροατές βλέπουν μια ταινία, αυτό σημαίνει ότι η μουσική άνοιξε μια πόρτα, δεν επέβαλε μια ιστορία.

©Frank Siemers
Έχεις συνεργαστεί με σπουδαίους μουσικούς, από τον Michel Portal και τη Youn Sun Nah μέχρι τον Pat Metheny, τη Φιλαρμονική του Βερολίνου και τον Stromae. Τι σου δίδαξαν οι συνεργασίες για το γούστο, το Εγώ και την ακρόαση;
Το να παίζω με μουσικούς όπως ο Michel Portal, η Youn Sun Nah, ο Pat Metheny ή η Φιλαρμονική του Βερολίνου μου δίδαξε ταπεινότητα. Το γούστο γεννιέται από την ακρόαση, όχι από την επιβεβαίωση. Το Εγώ εξαφανίζεται όταν συνειδητοποιείς ότι η μουσική είναι πάντα μεγαλύτερη από το άτομο. Οι καλύτεροι συνεργάτες είναι εκείνοι που αφήνουν χώρο.
Το σχήμα Jokers κινείται σε απροσδόκητα εδάφη. Thelonious Monk δίπλα στους Nine Inch Nails, κλασικοί ήχοι δίπλα στον Marilyn Manson. Τι σε ελκύει σε έργα «εκτός» της παράδοσής σου και πώς αποφασίζεις τι αξίζει να μπει στο οικοσύστημα του τρίο;
Με ελκύει η μουσική που κουβαλά μια ισχυρή αναγκαιότητα, ανεξάρτητα από το από πού προέρχεται. Ο Monk και οι Nine Inch Nails μοιράζονται κάτι ωμό και αδιαπραγμάτευτο. Όταν ένα κομμάτι μπαίνει στον κόσμο των Jokers, δεν έχει να κάνει με το είδος, έχει να κάνει με το αν μπορεί να μετασχηματιστεί, να αμφισβητηθεί και να βιωθεί πραγματικά επί σκηνής.

©Frank Siemers
Κατάγεσαι από τη Νίκαια, σπούδασες κλασική μουσική στο Παρίσι, μπήκες στη jazz μέσω του αυτοσχεδιασμού και πλέον περιοδεύεις σε όλο τον κόσμο. Κοιτώντας πίσω, ποιο κομμάτι αυτής της διαδρομής σε ανάγκασε να αλλάξεις περισσότερο, η πειθαρχία, η ελευθερία ή η έκθεση;
Η ελευθερία ήταν μάλλον το πιο δύσκολο πράγμα που έπρεπε να μάθω. Η πειθαρχία διδάσκεται, η έκθεση σού συμβαίνει, αλλά η ελευθερία απαιτεί ευθύνη. Ο αυτοσχεδιασμός σε αναγκάζει να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου σε πραγματικό χρόνο. Δεν υπάρχει κρυψώνα.
Αυτή θα είναι η πρώτη σου εμφάνιση στην Ελλάδα και στο Half Note Jazz Club. Όταν μπαίνεις για πρώτη φορά σε μια πόλη, τι αναζητάς ως performer, την ακουστική, τον χώρο, την περιέργεια του κοινού ή κάτι πιο άυλο;
Όταν παίζω κάπου για πρώτη φορά, ακούω περισσότερο απ’ όσο προβάλλω. Ο χώρος, η σιωπή, ο τρόπος που αναπνέουν οι άνθρωποι πριν από την πρώτη νότα, αυτά σου λένε τα πάντα. Η περιέργεια είναι η πιο σημαντική ακουστική.

©Frank Siemers
Αν μπορούσες να μεταδώσεις ένα πράγμα σε κάποιον που βιώνει τους Jokers live για πρώτη φορά, όχι ως μουσική θεωρία αλλά ως συναίσθημα, τι θα ήθελες να πάρει μαζί του όταν σβήσει η τελευταία νότα;
Θα ήθελα να φύγει νιώθοντας πιο ζωντανός απ’ ό,τι όταν ήρθε. Όχι εντυπωσιασμένος, αλλά να τον έχει αγγίξει. Με την αίσθηση ότι η μουσική είναι ένα κοινό ρίσκο και ότι κάτι αληθινό συνέβη μία μόνο φορά και δεν θα ξανασυμβεί ποτέ.
