Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaTV SHOWS

Run Away: Καλό cast, κακή αυτοσυγκράτηση

Μια εξαφάνιση, ένας πατέρας σε απόγνωση, μια πλοκή που τρέχει πιο γρήγορα απ’ ό,τι σκέφτεται και ο James Nesbitt σε ρόλο που ξέρει καλύτερα απ’ το όνομά του. Η αλλιώς, η βιομηχανική αλυσίδα των Harlan Coben-adaptations σας εύχεται χρόνια πολλά

Το Run Away του Netflix είναι από εκείνες τις σειρές που ξεκινάς με καλή διάθεση, συνεχίζεις με περιέργεια, προχωράς με μια ελαφριά σύγχυση και τελειώνεις λέγοντας «εντάξει, ας μη γινόμαστε και τόσο απαιτητικοί πγια». Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Harlan Coben, το νέο αυτό αστυνομικό δράμα που ήρθε με το καλημέρα- κυκλοφόρησε στην πρώτη μέρα του 2026- είναι έτοιμο να προστεθεί στα πετυχημένα του είδους της πλατφόρμας. Καθώς αυτή ξέρει πως να το σερβίρει με την ίδια άνεση που άλλοι σερβίρουν καφέ φίλτρου: ξέρεις τι θα πάρεις, απλώς ελπίζεις να μην είναι πια και τόσο νερόβραστο.

Το Run Away – καλή μας τηλεοπτική χρονιά να πούμε – δεν προσποιείται ότι θα ανακαλύψει την τηλεόραση από την αρχή – απλώς τρέχει μπροστά, φορτώνοντας την ιστορία με μυστικά, ανατροπές και γνώριμα πρόσωπα όπως τον James Nesbitt να ψάχνει μια κόρη, να χάνει τη λογική και να τσακώνεται με την υπομονή, τον Alfred Enoch How του Get Away with Murder σε ρόλο σέξι μπάτσου που αργεί να πάρει μπρος όπως και την πάντα αξιόπιστη Ruth Jones σε ρόλο που ξαφνιάζει και συγκινεί (να σου πω, μπορεί να είναι και ο πιο βασικός λόγος για να πατήσεις play).

Η υπόθεση, τουλάχιστον στα χαρτιά, έχει όλα τα σωστά συστατικά. Ένας πατέρας, η εξαφάνιση ενός παιδιού, ένα τραύμα που δεν κλείνει, ένα οικογενειακό μυστικό που -προφανώς- είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αντέχει ένα κανονικό μυαλό. Ο Simon Greene (James Nesbitt), βλέπει τη ζωή του να διαλύεται όταν η κόρη του το σκάει από το σπίτι και χάνεται μέσα σε έναν κόσμο ουσιών, βίας και σκοτεινών ανθρώπων με βλέμμα που λέξεις που φωνάζουν «μη με εμπιστεύεσαι». Από εκεί και πέρα, το Run Away πατάει γκάζι και δεν κοιτάζει πίσω. Ούτε καν για να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος βγάζει κάπου.

Η πλοκή είναι γεμάτη twists. Όχι απλώς γεμάτη, υπερφορτωμένη. Όλοι θέλουν να πάρουν μια τζούρα από το πως φτιάχτηκε το «24», από εκεί που ξεκίνησαν όλα, σπανίως το καταφέρνει όμως κάποιος. Κάθε επεισόδιο τελειώνει με cliffhanger, κάθε cliffhanger υπόσχεται αποκάλυψη, και κάθε αποκάλυψη φέρνει άλλες δύο ερωτήσεις που δεν θα απαντηθούν ποτέ καθαρά. Δεν είναι κακό από μόνο του· το binge-watching το απαιτεί. Το πρόβλημα είναι ότι κάπου στη μέση αρχίζεις να νιώθεις πως η ιστορία δεν ξεδιπλώνεται, αλλά μπερδεύεται. Σαν καλώδια πίσω από τηλεόραση παλιού σπιτιού: ξέρεις ότι κάτι δουλεύει, αλλά δεν είσαι σίγουρος γιατί.

Ο James Nesbitt, πάντως, βρίσκεται σε γνώριμα νερά. Είναι ο άνθρωπος που το Netflix φωνάζει όταν θέλει έναν ταλαιπωρημένο, ηθικά γκρίζο, βορειοευρωπαϊκό πατέρα με μόνιμο βάρος στα φρύδια. Τον έχουμε δει ξανά και ξανά σε παρόμοιους ρόλους, και εδώ δεν απογοητεύει. Παίζει με την ασφάλεια της εμπειρίας, με εκείνο το βλέμμα που λέει «έχω δει πράγματα που δεν θέλεις να ξέρεις», ακόμα κι όταν το σενάριο δεν υπαινίσσεται τίποτα από αυτό. Το θέμα είναι ότι η ερμηνεία του, όσο στιβαρή κι αν είναι, δεν καταφέρνει πάντα να σώσει έναν χαρακτήρα που συχνά μοιάζει να αντιδρά περισσότερο στις ανάγκες της πλοκής παρά στην ανθρώπινη λογική. Κάνει πράγματα επειδή πρέπει να γίνει το επόμενο επεισόδιο, όχι επειδή θα τα έκανε ένας πραγματικός άνθρωπος.

Και κάπου εδώ έρχεται η ευχάριστη έκπληξη: η Ruth Jones. Σε έναν κόσμο όπου όλοι φαίνονται είτε ύποπτοι είτε υπερβολικά μυστηριώδεις για να είναι πειστικοί, η παρουσία της λειτουργεί σχεδόν παρηγορητικά. Είναι από τις λίγες που πατάνε στο έδαφος, που μιλάνε σαν άνθρωποι και όχι σαν φορείς επόμενης ανατροπής. Δεν είναι ότι ο ρόλος της – μια ντεντέκτιβ με κοφτερό μυαλό- είναι επαναστατικός, αλλά έχει αυτό το σπάνιο χάρισμα να κάνει τις σκηνές να μοιάζουν πιο αληθινές απ’ όσο δικαιολογεί το σενάριο. Σαν να μπαίνει για λίγο φως σε δωμάτιο κλεισμένο με βαριές κουρτίνες. Επίσης πάνω της παίζεται και η πιο «άπαιχτη» ανατροπή όλης της σειράς και αυτό της το χρωστάμε.

Τα μειονεκτήματα δυστυχώς δεν είναι όμως λίγα. Η λογική συχνά κάνει διαλείμματα. Οι χαρακτήρες παίρνουν αποφάσεις που δεν στέκουν ούτε σε πρόχειρο καφέ συζήτησης, οι συμπτώσεις είναι τόσες πολλές που παύουν να είναι συμπτώσεις, και κάποια μυστικά αποκαλύπτονται με τρόπο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν χάθηκε κάποιο επεισόδιο. Το Run Away δεν εμπιστεύεται το κοινό του· φοβάται τη σιωπή, φοβάται την απλότητα, φοβάται να αφήσει μια σκηνή να αναπνεύσει χωρίς να της κολλήσει μια ανατροπή στο τέλος.

Και όμως -κι εδώ είναι το παράδοξο -βλέπεται. Σε κρατάει. Ξεχνάς να πατήσεις το στοπ. Και όταν το κάνεις, έχει ξημερώσει. Είναι αυτό που λέμε comfort TV με ένοχη απόλαυση. Ξέρει ακριβώς πώς να σε τραβήξει από το μανίκι. Δεν θα μείνει στην ιστορία της τηλεόρασης. Δεν θα το θυμόμαστε για τη βαθιά του ματιά στην ταλαιπωρημένη οικογένεια ή για την αψεγάδιαστη αφήγησή του. Θα το θυμόμαστε, αν το θυμόμαστε, ως άλλη μία Coben-σειρά: με ένταση, με υπερβολή, με καλούς ηθοποιούς και ένα σενάριο που ήθελε επειγόντως κάποιον να του πει «κόψε κάτι». Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι και το μεγαλύτερό του θέμα – αλλά και ο λόγος που θα το δουν τόσοι πολλοί μέχρι τέλους.

Γιατί το Netflix ξέρει. Μπορεί να τρέχεις μακριά από τη λογική, δύσκολα όμως από το autoplay.

POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.