

Το 2020, εν μέσω ενός παγκόσμιου κύματος επαναξιολόγησης της εξουσίας και των έμφυλων σχέσεων, η Vanessa Springora δημοσίευσε ένα βιβλίο που λειτούργησε ταυτόχρονα ως προσωπική εξομολόγηση και ως πολιτική πράξη. Περιγράφοντας τη σχέση που είχε στα δεκατέσσερά της με τον καταξιωμένο συγγραφέα Gabriel Matzneff, η Springora δεν αφηγήθηκε μόνο μία ιστορία αποπλάνησης, κατέδειξε κυρίως ένα ολόκληρο σύστημα ανοχής, ένα πλέγμα διανοούμενων, εκδοτών και θεσμών που επέτρεπε η ανισότητα να μεταμφιέζεται σε ρομαντική «ελευθερία».
Από τις 19 Ιανουαρίου, η ιστορία αυτή παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή, στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Ειρήνης Λαμπρινοπούλου. Με τις ερμηνείες της Βένιας Σταματιάδη, της Μαριλένας Μπαρταλούτσι και του Κλέωνα Γρηγοριάδη και τη ζωντανή μουσική του Andy Val, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και την ατμόσφαιρα μιας εποχής που επέλεξε να μη βλέπει.
Η σκηνική εκδοχή εστιάζει στον μηχανισμό της αποπλάνησης, στον ρόλο του κύρους και στη σιωπηρή συνενοχή της κοινωνίας. Και θέτει εκ νέου ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: μπορεί μια σχέση να θεωρηθεί ελεύθερη όταν δεν είναι ισότιμη; Ή, αλλιώς, πόση ευθύνη φέρουμε όλοι όταν η τέχνη χρησιμοποιείται ως άλλοθι;
Με αφορμή τη θεατρική μεταφορά, η Vanessa Springora βρέθηκε στην Αθήνα, παρακολούθησε την παράσταση και παραχώρησε μια σειρά από «γρήγορες» συνεντεύξεις. Σήμερα, την ίδια μέρα, Τετάρτη 12/2 στις 19:00, θα μιλήσει στο Γαλλικό Ινστιτούτο, σε εκδήλωση που θα συντονίσει η συγγραφέας και δημοσιογράφος, Μία Κόλλια.
Καθισμένοι απέναντι, στις αναπαυτικές πολυθρόνες ενός φωτεινού σαλονιού του Γαλλικού Ινστιτούτου, με τη βοήθεια της Ελένης Χαλαστάνη και της Βένιας Σταματιάδη στις μεταφράσεις -πολλά ευχαριστώ οφείλονται εδώ- την ακούω να μιλά και οι φράσεις της να μετατρέπονται σχεδόν αθόρυβα σε εικόνες. Με έναν τρόπο γοητευτικό, σχεδόν ανέμελο. Σαν το τραύμα να έχει πια τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του και να έχει παραδώσει τη σκυτάλη στη γνώση και στην αποδοχή.


Τη ρωτάω τι την οδήγησε μετά από τόσα χρόνια σιωπής, να αφηγηθεί δημόσια αυτή την εμπειρία, αν υπήρξε κάποιο κομβικό σημείο. «Είναι ένα ερώτημα που έθεσα κι εγώ στον εαυτό μου όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο», λέει. «Υπήρξαν τρία καθοριστικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν ότι, το 2013, ο Gabriel Matzneff τιμήθηκε με ένα σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο και συνέχιζε να δραστηριοποιείται κανονικά στον εκδοτικό χώρο. Συνειδητοποίησα ότι, τριάντα χρόνια μετά, δεν είχε αλλάξει απολύτως τίποτα. Το δεύτερο ήταν η μητρότητα. Το 2020, όταν εκδόθηκε το βιβλίο, ο γιος μου ήταν δεκατεσσάρων, στην ίδια ηλικία που ήμουν κι εγώ όταν ξεκίνησε εκείνη η ιστορία. Ξαφνικά έβλεπα γύρω μου εφήβους, αγόρια και κορίτσια, και καταλάβαινα απ’ έξω τι σημαίνει να είσαι 14. Αυτό άλλαξε το βλέμμα μου. Και το τρίτο ήταν το #MeToo. Μου έδωσε την ώθηση που χρειαζόμουν. Το περιβάλλον είχε γίνει πιο πρόσφορο για να μιλήσουμε. Και, φυσικά, επηρεάστηκα κι εγώ από αυτό».
Πόσο δύσκολο ήταν όμως να εξηγήσει στο γιο της αυτό που της συνέβη; «Η εκδότρια μου με είχε προειδοποιήσει» θυμάται, «πριν βγει το βιβλίο, πως πρέπει να προετοιμαστούμε. Βλέπαμε ότι θα γίνει μεγάλο θέμα. Τα media είχαν ήδη αρχίσει να μας ψάχνουν. Πρέπει να μιλήσεις στον γιο σου, μου υπενθύμιζε. Οργανώσαμε ένα γεύμα με τον άντρα μου και του εξιστόρησα ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν μου. Θα βγει ένα βιβλίο με αυτή την ιστορία αλλά θέλω πρώτα να τη μάθεις από μένα του είπα. Πιστεύω ότι είσαι μικρός για να το διαβάσεις ακόμη, συνέχισα. Το παιδί μάς κοίταξε ξαφνιασμένο. Ως παιδιά έχουμε μεγάλη δυσκολία να φανταστούμε τους γονείς μας έφηβους, να τους φανταστούμε τρωτούς, αδύναμους, όπως επίσης να φανταστούμε ότι έχουν ζήσει και πράγματα δύσκολα. Όταν βγήκε το βιβλίο σεβάστηκε την επιθυμία μου και δεν το ακούμπησε. Το διάβασε έναν χρόνο μετά, στα δεκαπέντε του. Και μου είπε, το μόνο που μου είπε, “μαμά, ωραίο το βιβλίο σου”».
Αναρωτιέμαι αν θα είχε έναν άλλο τρόπο συμπεριφοράς και εξήγησης, αν απέναντι είχε ένα κορίτσι αντί γι’ αγόρι. Μου διευκρινίζει: «Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο αν ήταν κορίτσι ή αγόρι πιστεύω. Αυτό που κυρίως με επηρέασε ήταν η ηλικία του, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει αυτό που σας είπα και πριν, πώς ήταν στην ηλικία που μου συνέβη τότε. Ο Gabriel Matzneff όπως αποκαλύφθηκε είχε κακοποιητική συμπεριφορά κυρίως σε αγόρια. Ειδικά την περίοδο πριν τη δική περίπτωση. Επομένως, όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση, δεν υπάρχει διαφορά φύλου. Πιθανώς θα έπρεπε αυτού του είδους τα θέματα να τα έχω συζητήσει και με τον γιο μου, πέρα της δικής μου εμπειρίας. Και το βιβλίο να είναι ένα βοήθημα για να μπορεί να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει παρόμοιες απειλές».
Η λέξη συναίνεση βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Τη ρωτάω πότε κατάλαβε ότι αυτή η λέξη ήταν αυτή που έπρεπε να υπάρχει στο εξώφυλλο. «Το 2017 στη Γαλλία» λέει «ήταν ένα κοριτσάκι 11 χρονών, το οποίο ένας γείτονας το κάλεσε σπίτι του για να του δείξει κάτι και το κακοποίησε. Με διείσδυση. Αυτό επέστρεψε μετά σπίτι του. Κάτι που βγήκε στις εφημερίδες σαν γεγονός. Επέστρεψε σπίτι, είπε στη μητέρα του ότι έχει συμβεί αυτό και αυτή το πήρε και πήγαν κατευθείαν στην αστυνομία, όπου κατήγγειλε βιασμό. Έβαλε δηλαδή τις σωστές λέξεις. Το δικαστήριο όμως άλλαξε την καταγγελία και από βιασμό το έκανε παρενόχληση επειδή λέει το 11χρονο είχε συναινέσει. Αυτή ήταν η στιγμή που ένιωσα πως ό,τι κι αν σκεφτόμουν πριν, αυτό το βιβλίο έπρεπε να ονομαστεί “Συναίνεση”».
Το βιβλίο έγινε διεθνές best seller, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στο θέατρο και συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή της γαλλικής νομοθεσίας για το ηλικιακό όριο συναίνεσης. Πρωτίστως, όμως, μετατόπισε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συζητείται δημόσια η έννοια της συναίνεσης, φωτίζοντας τη σύνθετη —και συχνά αόρατη— σχέση ανάμεσα στην επιθυμία, την επιρροή και την εξουσία.
Τη ρωτώ πώς βίωσε αυτό το κύμα. Αν, τη στιγμή που έγραφε, μπορούσε να φανταστεί ότι το βιβλίο θα προκαλούσε τέτοιους κραδασμούς. «Αυτό συμβαίνει με κάθε μορφή τέχνης, και φυσικά με τη λογοτεχνία», λέει. «Γράφεις ένα βιβλίο γνωρίζοντας ότι, από τη στιγμή που θα εκδοθεί, δεν σου ανήκει πια. Είναι σαν να αφήνεις ένα μπουκάλι στη θάλασσα. Ξέρεις ότι θα υπάρξουν αμέτρητες ερμηνείες. Εσύ ξεκινάς με μια συγκεκριμένη ματιά, αλλά οι αναγνώστες θα δουν πράγματα που ίσως εσύ δεν είχες καν συνειδητοποιήσει. Η οπτική σου μετατοπίζεται μέσα από τη δική τους».

Στη δική της περίπτωση, όμως, το φαινόμενο ήταν εντονότερο. «Δεν ένιωθα ότι μιλούσα μόνο για μένα. Είναι μια ιστορία που αφορά δισεκατομμύρια ανθρώπους που έχουν βιώσει κακοποίηση. Γι’ αυτό και είναι συγκινητικό που το βιβλίο μεταφράστηκε στην Ελλάδα, στην Ιαπωνία, πρόσφατα στα αραβικά -σε χώρες που δεν γνωρίζουν ποιος ήταν ο Matzneff. Επέλεξα να χρησιμοποιήσω τα αρχικά του ονόματός του γιατί θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Κάθε άνθρωπος που ασκεί εξουσία πάνω σε έναν πιο ευάλωτο».
Η γραφή του Le Consentement είναι σχεδόν χειρουργική. Ψύχραιμη. Δεν επιδιώκει τη συναισθηματική έκρηξη. Τη ρωτώ αν αυτή η απόσταση ήταν συνειδητή επιλογή. «Πολλοί μου έχουν μιλήσει γι’ αυτή την απόσταση», απαντά. «Αν το είχα γράψει στα 18, θα ήταν μια κραυγή βοήθειας. Στα 48 μου, όμως, είχα άλλον στόχο. Να δείξω τους μηχανισμούς της κακοποίησης: πώς ξεκινά, πώς παγιδεύεται το θύμα, πώς δρα ο θύτης. Δεν ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να υποφέρουν διαβάζοντάς το. Ήθελα να τους ξυπνήσω. Και γι’ αυτό η απόσταση ήταν απαραίτητη».
Τη ρωτάω για την παράσταση. Πώς της φάνηκε, πώς ένιωσε βλέποντας άλλους να διαχειρίζονται το υλικό της. «Με συγκίνησε πάρα πολύ», λέει. «Με άγγιξε. Ήταν πολύ πιστή στο κείμενο, ταυτόχρονα όμως υπήρχαν και σκηνοθετικά ευρήματα πολύ έξυπνα και ουσιαστικά. Μου άρεσε ότι στο κέντρο υπήρχε η πρωταγωνίστρια σε διπλή ηλικία. Μου άρεσε που η μεγάλη Βανέσα δεν ήταν εκεί για να συμβουλεύει τη μικρή, αλλά που η μικρή έλεγε στη μεγάλη: “Θυμήσου ποια είσαι. Θυμήσου ότι μπορείς να το κάνεις. Να γράψεις αυτό το βιβλίο”».

