

Τίποτα δεν σε προετοιμάζει για τη στιγμή που φοράς τα καλά σου, έχεις τις κάμερες στραμμένες επάνω σου, το κοινό σε κοιτάζει και ξαφνικά, σαν να άνοιξε μια τρύπα στο πάτωμα, ακούς αυτή τη λέξη. Όχι μία λέξη, ΤΗ λέξη. Εκείνη που αρχίζει από “Ν” και που είναι μία από τις πιο σκοτεινές κηλίδες της ιστορίας. Και είσαι ένας μαύρος ηθοποιός, επάνω στη σκηνή της τελετής των βραβείων BAFTA.
Τι ακριβώς συνέβη; Το βράδυ της τελετής, την ώρα που οι ηθοποιοί Michael B. Jordan και Delroy Lindo ήταν πάνω στη σκηνή για να παρουσιάσουν το βραβείο Best Visual Effects (ως πρωταγωνιστές της ταινίας “Sinners”), ακούστηκε από την πλατεία μια δυνατή κραυγή με την N-word.
Η φωνή ήταν του John Davidson, ενός Σκωτσέζου ακτιβιστή για το Tourette syndrome (και ειδικά για λεκτικά τικς τύπου coprolalia), του οποίου η ζωή αποτέλεσε την έμπνευση για την ταινία “I Swear” (το βιογραφικό δράμα για την εμπειρία του να μεγαλώνεις με Tourette στη Σκωτία των 80s). Ο Davidson ήταν καλεσμένος λοιπόν λόγω της ταινίας και το κοινό είχε ενημερωθεί πριν ξεκινήσει η τελετή ότι μπορεί να ακουστούν έντονες βωμολοχικές εκφράσεις λόγω ακούσιων τικς.
Ο παρουσιαστής της βραδιάς, Alan Cumming, μετά το περιστατικό βγήκε και τοποθετήθηκε δημόσια στη σκηνή, εξηγώντας ότι το Tourette μπορεί να εκδηλώνεται και με «άσχημες λέξεις και βρισιές», ζητώντας κατανόηση και σεβασμό.
Τα θέματα που προέκυψαν όμως ήταν πολλά. Παρ’ ότι η τελετή προβλήθηκε από το BBC με δίωρη καθυστέρηση (tape delay), η λέξη δεν κόπηκε αρχικά από το τηλεοπτικό μοντάζ και ακούστηκε κανονικά στο broadcast (μάλιστα έμεινε για ώρες διαθέσιμη online), κάτι που πυροδότησε έντονες αντιδράσεις. Μετά τις αντιδράσεις, το BBC και τα BAFTA ζήτησαν συγγνώμη, ενώ ο Delroy Lindo μετέφερε ότι εκείνος και ο Jordan έμειναν ήρεμοι πάνω στη σκηνή, αλλά θα ήθελε κάποιος από τα BAFTA να κάνει έστω τα στοιχειώδη αμέσως μετά, δηλαδή να μιλήσει απευθείας με τους ίδιους πριν τις αντιδράσεις.
Το πρόβλημα σε όλο αυτό, δεν είναι ότι συνέβη ένα ατυχές περιστατικό. Το πρόβλημα είναι το πώς μία βιομηχανία που λατρεύει να πουλάει την ενσυναίσθηση σαν προϊόν, με συμπερίληψη, συμπόνια και awareness, κατάφερε να στήσει μία συνθήκη όπου δύο περιθωριοποιημένες εμπειρίες (ένα ρατσιστικό τραύμα και μία νευρολογική πάθηση όπως το Tourette, ειδικά με coprolalia) συγκρούονται μπροστά στα μάτια μας και τελικά ο θεσμός να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, να βγάζει μια αποστειρωμένη συγγνώμη, να κλείνει το θέμα με PR, και “Άντε πάμε παρακάτω”, λες και μιλάμε για ένα πλάνο που τυχαία δεν ήταν και πολύ σταθερό.
Ο John Davidson έχει Tourette και, απ’ ό,τι περιγράφεται, τα λεκτικά του τικς είναι ακούσια. Υπάρχει coprolalia, echolalia, δεν βρίζει επειδή είναι κακός άνθρωπος, αλλά ο εγκέφαλος κάνει misfire και πετάει τα πιο ταμπού πράγματα, ακόμα και αν είναι εντελώς αντίθετα από τα πιστεύω του. Αυτό το κομμάτι πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε, γιατί αλλιώς καταλήγουμε να στήνουμε κρεμάλες σε έναν άνθρωπο που, όπως δήλωσε ο ίδιος, νιώθει ντροπή και ενοχή, και αποχώρησε για να μη δημιουργήσει άλλη αναστάτωση. Αλλά, υπάρχει πάντα ένα «αλλά» όταν κάποιοι ζητούν από μαύρους ανθρώπους να καταλάβουν, την ώρα που δέχονται τη λέξη σαν χαστούκι.
Το «αλλά» είναι ότι η προτεραιότητα του τραύματος δεν μπαίνει σε παρένθεση επειδή υπάρχει ιατρική εξήγηση. Ο Lindo αντέδρασε ψύχραιμα και έκανε το πιο decent σχόλιο που μπορεί να κάνει άνθρωπος που μόλις δέχτηκε δημόσια προσβολή. Το ότι όμως δεν υπήρξε άμεση φροντίδα προς αυτούς, λέει πολλά για το πώς αντιλαμβάνονται οι θεσμοί την έννοια «έκανα το καθήκον μου». Είναι κάτι που το θυμούνται μόνο όταν κινδυνεύει το brand.
Το BBC είχε δύο ώρες καθυστέρηση, μια χαρά αρκετός χρόνος δηλαδή για να προστατεύσει το κοινό, τους ανθρώπους στη σκηνή, την αξιοπρέπεια όλων των εμπλεκομένων, ακόμη και του ίδιου του Davidson. Και παρ’ όλα αυτά, η λέξη έμεινε στο broadcast και μετά έμεινε και στο iPlayer μέχρι να γίνει χαμός, και μετά ήρθαν οι απολογίες και κάπου εκεί το πράγμα παύει να είναι ατύχημα και γίνεται συστημική αποτυχία ή, στην καλύτερη, αδιανόητη προχειρότητα.
Υπάρχει και καλύτερο σε όλο αυτό. Εδώ είναι που μπαίνει το πιο δηλητηριώδες subplot. Ενώ το BBC “δεν άκουσε” ή “δεν πρόλαβε” να κόψει τη ρατσιστική λέξη, άκουσε και πρόλαβε να εξαφανίσει τη φράση «Free Palestine» από νικητήριο λόγο, επιδεικνύοντας μόνο σε αυτή την περίπτωση άμεσα αντανακλαστικά λογοκρισίας και ελέγχου. Βλέπεις, το πολιτικό μήνυμα χαλάει την «ουδέτερη» βιτρίνα.
Όλα όσα έγιναν μετά ήταν τα αναμενόμενα στη διαδικτυακή χαβούζα που ζούμε. Ο κόσμος χωρίστηκε σε στρατόπεδα με άλλους να λένε «δεν φταίει, είναι Tourette» και άλλους «δεν με νοιάζει, είναι ρατσιστικό τραύμα». Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο ισχύουν ταυτόχρονα, αλλά επί της ουσίας ο θεσμός είναι αυτός που έστησε τη σκηνή έτσι ώστε να σκάσει το δυστύχημα πάνω σε ανθρώπους-στόχους.
Ας μη γελιόμαστε, αν φέρεις καλεσμένο με coprolalia σε live/tape-delayed μετάδοση, οφείλεις να έχεις audio gating, delay buffer, bleep/cut και έναν άνθρωπο που ακούει αποκλειστικά τα μικρόφωνα στο πλήθος. Οφείλεις να κάνεις ένα briefing στους παρουσιαστές με το τι μπορεί να ακουστεί και τι να κάνουν εκείνη τη στιγμή, να ζητήσεις αμέσως συγγνώμη από αυτούς που πρέπει και να έχεις την ωριμότητα να αποδείξεις με πράξεις ότι η συμπερίληψη δεν είναι βιτρίνα. Διαφορετικά, η συμπερίληψη γίνεται το αγαπημένο κόλπο των βραβείων, ένα συναίσθημα για κατανάλωση, για να δακρύσουμε, να χειροκροτήσουμε, να νιώσουμε καλύτεροι και μετά πίσω στην αδιαφορία. Σαν την Τάιρα Μπανκς στο ANTM ένα πράγμα. Οι δύο μαύροι ηθοποιοί στη σκηνή που άκουσαν τη λέξη που αρχίζει από “Ν” έκαναν αυτό που έπρεπε. Οι υπόλοιποι όμως τι κάνουν;


