

Είναι κωμικοτραγικός ο τρόπος με τον οποίο η αμερικανική κοινωνία αποφασίζει κάθε λίγα χρόνια να ψάξει έναν πολιτισμικό σατανά για να φορτώσει πάνω του τις πιο σκοτεινές της αποτυχίες. Κάποτε ήταν τα κόμικς, μετά τα βιντεοπαιχνίδια, μετά το gangsta rap, μετά το internet. Στη δεκαετία του ’80 και του ’90, όμως, ο αγαπημένος ένοχος της mainstream Αμερικής ήταν το metal. Μακριά μαλλιά, μαύρα μπλουζάκια, κρανία, inverted σταυροί, distorted κιθάρες και παιδιά που άκουγαν Metallica, Slayer ή Black Sabbath, αντιμετωπίζονταν περίπου σαν δυνάμει serial killers από γονείς, τηλεπαρουσιαστές, εισαγγελείς και τοπικές κοινωνίες που έβλεπαν παντού σατανιστικές αιρέσεις.
Καμία υπόθεση δεν συμβολίζει καλύτερα αυτή τη μαζική παράνοια από την ιστορία των West Memphis Three, μια υπόθεση που, πολύ σωστά, μου θύμισε ο φίλος μου ο Γκίζμο με αφορμή τη συναυλία του Σαββάτου και ακόμα και σήμερα (πάνω από τρεις δεκαετίες μετά) εξακολουθεί να στοιχειώνει το αμερικανικό δικαστικό σύστημα και δείχνει τη δύναμη του φόβου, της προκατάληψης και της ηθικής υστερίας.

Οι West Memphis Three στη φυλακή
Το 1993, στην μικρή πόλη West Memphis του Arkansas, τρία οκτάχρονα αγόρια βρέθηκαν νεκρά στο Robin Hood Hills. Οι δολοφονίες ήταν φρικτές και η τοπική κοινωνία βυθίστηκε αμέσως στον πανικό. Η αστυνομία χρειαζόταν γρήγορα ενόχους και η Αμερική εκείνης της εποχής είχε ήδη έτοιμο το σενάριο. Σατανισμός, τελετουργικές τελετές και διαβολική μουσική.
Οι τρεις νεαροί που κατέληξαν κατηγορούμενοι, ο Damien Echols, ο Jason Baldwin και ο Jessie Misskelley Jr., δεν ταίριαζαν καθόλου στο συντηρητικό περιβάλλον της πόλης. Ο Echols φορούσε μαύρα t-shirt, άκουγε metal, διάβαζε βιβλία αποκρυφισμού και είχε τη φήμη του παράξενου παιδιού. Τα άλλα παιδιά φορούσαν και μπλουζάκια με τους Metallica. Αυτό αρκούσε. Ξαφνικά, οι Metallica, οι αναφορές στον σατανισμό και η goth αισθητική μετατράπηκαν σχεδόν σε αποδεικτικά στοιχεία. Το γεγονός ότι κάποιος άκουγε heavy metal αντιμετωπιζόταν λες και ήταν ποινικό μητρώο.

Οι West Memphis Three με τα “σατανικά” t-shirts
Στη δίκη οι εισαγγελείς παρουσίασαν τον Echols περίπου σαν καρικατούρα τηλεοπτικού σατανιστή. Η μουσική που άκουγε, τα βιβλία που διάβαζε και η εμφάνισή του χρησιμοποιήθηκαν για να πείσουν ενόρκους ότι ήταν ικανός να διαπράξει τελετουργικούς φόνους. Δεν υπήρχαν ουσιαστικά φυσικά αποδεικτικά στοιχεία που να δένουν τους τρεις με το έγκλημα, αλλά υπήρχε κάτι που αποδεικνυόταν πολύ πιο δυνατό στην Αμερική των early ’90s. Ο φόβος.
Το ντοκιμαντέρ “Paradise Lost: The Child Murders at Robin Hood Hills” (υπάρχει στο HBO Max) αποκάλυψε αργότερα σε όλο τον κόσμο πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει αυτή η σατανική υστερία στο δικαστικό σύστημα. Οι σκηνές από τη δίκη μοιάζουν σήμερα σχεδόν εξωπραγματικές. Ενήλικες άνθρωποι συζητούν σοβαρά για black t-shirts, για στίχους, για αποκρυφιστικά βιβλία και για το αν κάποιος που ακούει metal είναι πιθανότερο να σκοτώσει παιδιά. Κι όμως, εκείνη την εποχή, αυτό περνούσε ως λογικό επιχείρημα.
Οι Metallica βρέθηκαν άθελά τους στο κέντρο αυτής της ιστορίας επειδή ήταν από τα αγαπημένα συγκροτήματα του Echols. Το ίδιο το συγκρότημα αργότερα στάθηκε ανοιχτά στο πλευρό των West Memphis Three. Μάλιστα έγραψαν και τη μουσική για το ντοκιμαντέρ. Ο ντράμερ Lars Ulrich είχε μιλήσει δημόσια για την υπόθεση, ενώ το όνομα των Metallica συνδέθηκε για χρόνια με αυτή τη δικαστική φρίκη περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε να συνδέεται οποιοδήποτε συγκρότημα με μια υπόθεση φόνου χωρίς πραγματικά στοιχεία.
Η ιστορία πήρε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις όταν μουσικοί, καλλιτέχνες και ακτιβιστές άρχισαν να στηρίζουν δημόσια τους τρεις κατηγορούμενους. Ο Eddie Vedder, ο Henry Rollins, η Winona Ryder και δεκάδες άλλοι πίεσαν για επανεξέταση της υπόθεσης. Δημιουργήθηκαν tribute albums, έγιναν καμπάνιες, γράφτηκαν βιβλία και η υπόθεση μετατράπηκε σε ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα δικαστικής πλάνης στην αμερικανική ιστορία.
Το 2011 οι τρεις άνδρες αφέθηκαν ελεύθεροι μέσω μιας παράξενης νομικής συμφωνίας όπου δηλώνεις τυπικά ένοχος ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεις ότι είσαι αθώος. Ουσιαστικά το κράτος απέφυγε να παραδεχτεί πλήρως ότι κατέστρεψε τις ζωές τριών ανθρώπων. Ο Damien Echols είχε ήδη περάσει σχεδόν 18 χρόνια στη φυλακή, μεγάλο μέρος τους στην πτέρυγα των μελλοθανάτων. Και όμως, η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Οι δικηγόροι των West Memphis Three συνεχίζουν να πιέζουν για νέες εξετάσεις DNA σε στοιχεία που δεν είχαν αναλυθεί με σύγχρονες μεθόδους. Νέες θεωρίες για τον πραγματικό δολοφόνο επανέρχονται συνεχώς, ενώ η υπόθεση παραμένει ανοιχτή πληγή για πολλούς. Τα τελευταία δύο χρόνια υπήρξαν νέες κινήσεις για περαιτέρω εργαστηριακούς ελέγχους και προσπάθειες πλήρους αθώωσης.
Το πιο τρομακτικό, όμως, είναι ότι οι West Memphis Three δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν κομμάτι μιας τεράστιας πολιτισμικής παράνοιας που ονομάστηκε Satanic Panic. Από τα τέλη των ’80s μέχρι τα μέσα των ’90s, η Αμερική είχε πειστεί ότι παντού υπήρχαν σατανιστικές αιρέσεις που στρατολογούσαν παιδιά μέσω του metal. Οι Judas Priest βρέθηκαν στα δικαστήρια το 1990, όταν γονείς δύο νεαρών που αυτοπυροβολήθηκαν ισχυρίστηκαν ότι το συγκρότημα είχε κρυμμένα μηνύματα στους δίσκους του που προέτρεπαν σε αυτοκτονία. Η κατηγορία κατέρρευσε, αλλά το γεγονός ότι μια τέτοια υπόθεση έφτασε μέχρι δικαστική αίθουσα λέει πολλά για το κλίμα της εποχής. Ο Ozzy Osbourne είχε περάσει παρόμοια κόλαση λίγα χρόνια νωρίτερα εξαιτίας του “Suicide Solution”. Παρουσιαστές τηλεόρασης και συντηρητικές οργανώσεις τον εμφάνιζαν σχεδόν σαν δαιμονική φιγούρα που «καθοδηγεί παιδιά στον θάνατο». Στην πραγματικότητα, το τραγούδι μιλούσε για τον αλκοολισμό.
Και βέβαια ήταν και το Columbine. Το 1999, μετά τη σφαγή στο σχολείο Columbine, τα media έψαχναν ξανά κάτι «σκοτεινό» να κατηγορήσουν. Ο Marilyn Manson έγινε σχεδόν αυτόματα ο δημόσιος εχθρός νούμερο ένα. Παρουσιαζόταν σε τηλεοπτικά πάνελ σαν ηθικός αυτουργός της σφαγής, λες και δύο έφηβοι αποφάσισαν να δολοφονήσουν συμμαθητές τους επειδή άκουγαν industrial rock. Το πρόβλημα ήταν ότι σχεδόν τίποτα από αυτά δεν βασιζόταν σε πραγματικά στοιχεία. Οι δράστες του Columbine δεν ήταν καν ιδιαίτερα συνδεδεμένοι με τη μουσική του Manson όσο έλεγαν τα media. Αλλά αυτό μικρή σημασία είχε. Η αμερικανική τηλεόραση χρειαζόταν έναν villain και ο Manson, με την anti-Christian αισθητική του, ήταν ο τέλειος στόχος. Ο ίδιος απάντησε χρόνια αργότερα με ένα από τα πιο εύστοχα σχόλια για την υπόθεση. Ότι η κοινωνία προτιμά να κατηγορεί μουσικούς αντί να κοιτάζει βαθύτερα προβλήματα όπως η βία, η αποξένωση, η οπλοκατοχή και η ψυχική υγεία (βέβαια στην περίπτωση του Manson υπάρχουν άλλα θέματα ανοιχτά σε σχέση με τη δική του κακοποιητική συμπεριφορά).
Πίσω στο θέμα μας όμως. Είναι πολύ πιο εύκολο να δείξεις ένα CD των Metallica και να δείξεις τον ένοχο, παρά να παραδεχτείς ότι υπάρχουν κοινωνίες γεμάτες βία, καταπίεση, φτώχεια, bullying και παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε θυμό και αδιαφορία. Το metal έγινε ο τέλειος αποδιοπομπαίος τράγος επειδή πάντα τρόμαζε το mainstream. Ήταν θορυβώδες, επιθετικό, θεατρικό και συχνά σαρκαστικό, και οι στίχοι του έπαιζαν με τον τρόμο, τον θάνατο, τη θρησκεία και την κοινωνική παρακμή όπως ακριβώς κάνουν εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος τρόμου και η λογοτεχνία. Μόνο που κανείς δεν κατηγόρησε ποτέ σοβαρά τον Stephen King ότι δημιούργησε δολοφόνους.
Οι West Memphis Three πλήρωσαν αυτή την παράνοια με σχεδόν δύο δεκαετίες φυλακής. Και το γεγονός ότι η υπόθεση ακόμα επανέρχεται με νέα DNA tests και νέα ερωτήματα, λειτουργεί σαν υπενθύμιση για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια δικαστική πλάνη. Το πόσο αβασάνιστα μια κοινωνία μπορεί να χαρακτηρίσει την πολιτισμική διαφορετικότητα απόκλιση και να την ερμηνεύσει ως απειλή.

