

Υπάρχει κάτι σχεδόν αντισυμβατικό στον τρόπο που κινούνται οι Black Country, New Road. Όχι μόνο στον ήχο τους, που έτσι κι αλλιώς αρνείται να κάτσει σε μία κατηγορία, αλλά και στον τρόπο που μιλάνε για τον εαυτό τους. Χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς αφήγημα εξέλιξης με την έννοια της στρατηγικής.
Το Σάββατο 25 Απριλίου επιστρέφουν στην Αθήνα, στο Floyd Live Music Venue, μετά από μια πρώτη εμφάνιση το 2023 που είχε αφήσει πίσω της μια αίσθηση ότι κάτι πολύ ζωντανό, σχεδόν απρόβλεπτο, συμβαίνει επί σκηνής. Αυτή τη φορά έρχονται με το Forever Howlong, τον τρίτο τους δίσκο, ένα άλμπουμ με στοιχεία folk, prog, baroque pop, jazz, alt rock, όλα μαζί, όλα ταυτόχρονα.

Λίγο πριν επιστρέψουν στην Αθήνα, ο ντράμερ τους Charlie Wayne μιλάει για την πορεία τους μέχρι σήμερα και ξεκινάει με μία απόλυτη άποψη: «Οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς, κανείς δεν μένει ίδιος. Ούτε εμείς θεωρούμε πως είμαστε οι ίδιοι τώρα σε σχέση με ένα χρόνο πριν. Θα ήμασταν χάλια μπάντα αν κάναμε τα ίδια ξανά και ξανά».
Οι Black Country, New Road ξεκίνησαν το 2018 και μέσα σε λίγα χρόνια έκαναν αυτό που άλλοι δεν καταφέρνουν σε δεκαετίες. Να χτίσουν έναν ήχο αναγνωρίσιμο, χωρίς να είναι σταθερός. Το ντεμπούτο For the First Time (2021) και το δεύτερο Ants from Up There (2022) αποθεώθηκαν, τόσο κριτικά όσο και εμπορικά. Και μετά ήρθε η ρωγμή, η αποχώρηση του Isaac Wood.
«Εννοείται αυτή η αποχώρηση ήταν κάτι μεγάλο», λέει. «Αλλά από εκεί και πέρα, νομίζω πως απλά έχουμε μεγαλώσει και εξελιχθεί ως άτομα. Όταν ξεκινήσαμε, εγώ έμενα στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα μου, ήμουν 16. Δέκα χρόνια μετά, είμαστε ακόμα μαζί. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είναι ο κόσμος χωρίς αυτούς».
Στο Forever Howlong, τον τρίτο τους δίσκο, οι ρόλοι έχουν αλλάξει, οι φωνές μοιράζονται, η δομή ανοίγει. Όταν η κουβέντα πάει στο αιώνιο δίλημμα «στίχοι ή μουσική», δεν χαρίζεται: «Και τα δύο! Βέβαια αν οι στίχοι είναι χάλια αλλά η μουσική σπουδαία, όλα καλά, το “σκεπάζει”. Το αντίθετο είναι δύσκολο να πετύχει. Προσωπικά επιλέγω μουσική και οι στίχοι θέλω να υπηρετούν το ρυθμό του τραγουδιού».

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που δουλεύουν: «Δημοκρατικά! Ο καθένας είναι “αφεντικό” στο όργανο που παίζει αλλά μιλάμε πολύ για το ποιο θα υπερισχύσει, ποια κατεύθυνση θα πάρει το τραγούδι. Αποδεχτήκαμε πως και το στούντιο είναι ένα μέρος δημιουργίας, ενώ παλιά απλά αναζητούσαμε την καλύτερη εκτέλεση. Τώρα θέλαμε να γίνουμε λίγο πιο φιλόδοξοι».
Αυτό εξηγεί γιατί ο νέος δίσκος ακούγεται λιγότερο “κλειδωμένος” και ίσως γι’ αυτό δεν έχουν ποτέ μια κοινή επιρροή: «Δεν υπήρχε καμία πραγματική επιρροή. Μέρος αυτού που έκανε το συγκρότημα ενδιαφέρον ήταν ότι δεν είχαμε έναν καλλιτέχνη που να άρεσε σε όλους. Προσεγγίζαμε όλοι τη μουσική από μια ελαφρώς διαφορετική οπτική γωνία».
Αν αυτό ακούγεται χαοτικό, είναι ίσως επειδή είναι και το αναγνωρίζει και ο ίδιος: «Τα τραγούδια μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να τα αισθανθούμε έτοιμα για το κοινό. Για εμάς είναι σαν να στήνουμε ένα παζλ, και μερικές φορές σαν να ξεμπλέκουμε έναν άλυτο κόμπο».
Τι γίνεται όμως στη σκηνή; «Μέχρι το Forever Howlong ήμασταν πολύ αφοσιωμένοι στα όρια που είχαμε θέσει. Αυτό που παίζαμε στη σκηνή ήταν αυτό που κατέληγε και στο δίσκο. Πάντα υπάρχουν αυτοί που αισθάνονται ανάγκη να μας πουν πώς να παίζουμε καλύτερα. Είναι πάντα βοηθητικοί και ευπρόσδεκτοι. Εμείς απλά, ελπίζουμε για το καλύτερο! Και αφήνουμε τον tour manager να βρει τρόπο να έχουμε πάντα τα τρία διαφορετικά όργανα που έχει ο καθένας μας».
Το στούντιο είναι το δεύτερο σπίτι τους, αλλά όχι μόνο για το μουσικό του μέρος: «Μας αρέσει να βλέπουμε ταινίες όταν είμαστε στο στούντιο… νομίζω την προηγούμενη φορά είδαμε μια από τις ταινίες του “Πλανήτη των Πιθήκων”».
Κάπου εκεί ρίχνει το πιο περίεργο hint της συνέντευξης: «Δουλεύουμε πάνω σε ένα μιούζικαλ… αφορά μια πολύ διάσημη ιστορική προσωπικότητα και θα στηριχθεί μουσικά στο έργο ενός -ακόμα διασημότερου- μουσικού. Νομίζω ότι ο κόσμος θα μπερδευτεί πολύ αλλά θα ενθουσιαστεί κιόλας όταν το μάθει».

