

Τρία χρόνια μετά το έγκλημα που διαπράχθηκε στα Τέμπη, το κράτος κατάφερε να σκηνοθετήσει την πιο αποκρουστική πρώτη πράξη. Κόσμος στοιβαγμένος, συγγενείς να αναπνέουν την ανάσα των κατηγορουμένων, οθόνες λες και πρόκειται για δημοτική ημερίδα, και όλα αυτά σε μία «ειδικά διαμορφωμένη» αίθουσα-κλουβί, που κόστισε εκατομμύρια για να αποδείξει ότι στην Ελλάδα ακόμη και η ντροπή γίνεται εργολαβία.
Το πιο εξοργιστικό με το χθεσινό φιάσκο στη Λάρισα είναι ότι όλο αυτό είναι το απολύτως προβλέψιμο αποτέλεσμα ενός κρατικού σχεδιασμού που διαφημίστηκε ως μέριμνα και παραδόθηκε ως προσβολή και μάλιστα με ΠΟΛΛΑ λεφτά. Τόσα πολλά, που ακούγονται σαν χαστούκι όταν τα βάζεις δίπλα στην πραγματικότητα της αίθουσας. Ενάμιση εκατομμύριο ευρώ, έλεγε επί μήνες η κυβέρνηση, για να υπάρχει τάχα ένας κατάλληλος χώρος διεξαγωγής μιας από τις σημαντικότερες δίκες των τελευταίων δεκαετιών. Και τελικά τι παρέδωσε; Μια αίθουσα όπου δεν χωρούσαν ούτε οι άνθρωποι που δικαιούνται να είναι εκεί.
Αν αυτό είναι το αποτέλεσμα του 1,5 εκατομμυρίου, τότε εύλογα αναρωτιέται κανείς «τι ακριβώς πληρώθηκε»; Δικαστική αίθουσα ή βίλα στο Λαγονήσι; Γιατί αυτό που είδε όλη η χώρα δεν είχε τίποτα από σοβαρή θεσμική προετοιμασία. Αντιθέτως, συγγενείς θυμάτων και τραυματίες αναγκάστηκαν να καθίσουν ακόμη και στο εδώλιο των κατηγορουμένων επειδή δεν υπήρχε χώρος και δικηγόροι βρέθηκαν χωρίς επαρκή έδρανα, στριμωγμένοι, όρθιοι ή αποκομμένοι από τους εντολείς τους. Υπήρχαν δεύτεροι χώροι με οθόνες, λες και η δημοσιότητα της ποινικής διαδικασίας είναι εμπειρία livestream και όχι στοιχείο δίκαιης δίκης, πλάνα στη δημοσιότητα του προαύλιου χώρου από drones λες και βλέπουμε docuseries στο Netflix, συνωστισμός, ενστάσεις για την πυρασφάλεια και την υγεία, αίσθηση ασφυξίας, μέχρι που τελικά η διαδικασία διεκόπη για την 1η Απριλίου λόγω αυτών των συνθηκών και των λιποθυμιών. Αν μιλάμε για την επιτομή του φιάσκου και της αθλιότητας, τότε εδώ είμαστε.

Κόσμος παρακολουθεί μέσα από οθόνη, την αίθουσα στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας του συγκροτήματος «ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ». ©ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΤΟΜΑΛΗΣ

©ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΠΟΛΙΤΗΣ
Η ίδια η έκταση της δίκης ήταν γνωστή. Η δικογραφία ξεπερνά τις 60.000 σελίδες, οι μάρτυρες είναι περίπου 350 και οι συνήγοροι είχαν δηλωθεί (περίπου 250 ήδη από την ανάκριση). Οι παρόντες λοιπόν δεν ήταν κάποιοι εξωγήινοι που εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά στη Λάρισα. Όλοι οι υπεύθυνοι γνώριζαν ακριβώς πόσοι άνθρωποι θα βρίσκονται εκεί, από τους συγγενείς των 57 θυμάτων, τους επιζώντες και τους συνηγόρους, μέχρι τους δημοσιογράφους και το κοινό. Άρα το επιχείρημα του «δεν το υπολογίσαμε» δεν στέκει, αντιθέτως δείχνει ότι είτε δεν έκαναν καν τον στοιχειώδη σχεδιασμό, είτε τον έκαναν και τον θεώρησαν (με το δικό τους το μυαλό) επαρκή. Και τα δύο είναι εξίσου εξευτελιστικά.
Εδώ όμως υπάρχουν στοιχεία που ήρθαν στη δημοσιότητα και δείχνουν ότι το πρόβλημα ήταν γραμμένο μέσα στον ίδιο τον σχεδιασμό. Σύμφωνα με ρεπορτάζ, στη σύμβαση κατασκευής δεν υπήρχε καν σαφής πρόβλεψη για χωρητικότητα ή αριθμό θέσεων, ενώ ο πιο καθαρός αριθμός προκύπτει από μεταγενέστερη σύμβαση εξοπλισμού που προέβλεπε 250 μαύρα σταθερά καθίσματα, κόστους 11.087,50 ευρώ, ενταγμένα σε συνολική σύμβαση 36.536 ευρώ, με λοιπό βασικό εξοπλισμό. Με άλλα λόγια, φτιάχτηκε μια «μεγάλη αίθουσα» χωρίς να είναι καθαρό πώς ακριβώς θα καθίσουν λειτουργικά οι άνθρωποι που πρέπει να συμμετέχουν σε αυτή.

©ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΤΟΜΑΛΗΣ
Η κυβερνητική υπεράσπιση του πράγματος λοιπόν, έκανε το φιάσκο ακόμη πιο προσβλητικό. Ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι υπάρχουν 40 θέσεις για κατηγορούμενους, 276 καθίσματα στο ίδιο επίπεδο με την έδρα και 135 στο κάτω επίπεδο, άρα πάνω από 400 συνολικά, προσθέτοντας ότι κάποιοι με πολιτικά κίνητρα προσπαθούν να πυρπολήσουν τη διαδικασία. Συγγνώμη, αλλά δεν πυρπολεί κανείς μια διαδικασία που καίγεται μόνη της μπροστά στις κάμερες. Όταν οι συγγενείς των νεκρών κάθονται δίπλα στους κατηγορούμενους, δεν γίνεται να μιλάμε για σόου. Να μιλήσουμε για εκείνους που θεώρησαν ότι όλο αυτό είναι ανεκτή εικόνα για μία δίκη που αφορά 57 νεκρούς. Κύριε Μαρινάκη, όταν οι συνήγοροι δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους με νηφαλιότητα και επάρκεια, δεν φταίνε οι εντάσεις, αλλά το γεγονός ότι το κράτος μετέτρεψε μια ακροαματική διαδικασία σε σαρδελοποίηση.
Η ατάκα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, «τι είναι, επιβίβαση σε αεροπλάνο να μπαίνουμε σιγά σιγά;», μπορεί να ειπώθηκε μέσα στην ένταση, αλλά αποτύπωσε με ακρίβεια το γελοίο του πράγματος. Γιατί πραγματικά αυτό είδαμε, μία διαδικασία «σαλαμοποιημένη», όπως ειπώθηκε και από συνηγόρους, λες και μία δίκαιη δίκη είναι σαν μία πύλη επιβίβασης σε αεροδρόμιο. Οι πρώτοι 80 μέσα, οι υπόλοιποι απ’ έξω, οι συγγενείς σε οθόνες, οι δικηγόροι χωρίς πρόσβαση και οι τραυματίες όρθιοι. Εικόνα όχι απλώς ακατάλληλη, αλλά εξόφθαλμα αντικρουόμενη με κάθε έννοια αξιοπρέπειας, αμεσότητας και ουσιαστικής συμμετοχής. Και δεν το είπαν μόνο οι συγγενείς. Το είπαν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, το είπε η Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, το είπε ολόκληρος ο νομικός κόσμος, με τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας.

©ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΤΟΜΑΛΗΣ
Η πιο σκληρή εικόνα, όμως, δεν ήταν τα νούμερα, αλλά το ηθικό βάθος της προσβολής. Μία μάνα να ρωτάει την έδρα αν την επόμενη φορά θα έχει μεριμνήσει ώστε να μη βρεθεί ξανά δίπλα στους κατηγορούμενους, η Μαρία Καρυστιανού να περιγράφει μια αίθουσα ασφυξίας, όπου δεν υπήρχε ούτε ένα μέτρο κενός χώρος, συγγενείς να φωνάζουν ότι ήρθαν για την αλήθεια και όχι για τα χρήματα. Χάος. Άνθρωποι που κουβαλούν τρία χρόνια πένθους, οργής και αγώνα να αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητική υπερχείλιση σε μια κρατική εγκατάσταση που τάχα ετοιμαζόταν έναν χρόνο.
Το πραγματικό σκάνδαλο, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι η αίθουσα αποδείχθηκε ακατάλληλη, αλλά ότι πολλοί το είχαν επισημάνει εδώ και μήνες και δεν έγινε τίποτα ουσιαστικό. Δηλαδή για ακόμη μία φορά, απλώς έκαναν πως δεν βλέπουν και όταν ήρθε η ώρα, αντί για απονομή Δικαιοσύνης, είδαμε τους συγγενείς να νιώθουν για ακόμα μία φορά ότι το κράτος δεν τους κοιτά στα μάτια, αλλά τους σπρώχνει σε μια γωνία. Μία ωραιότατη πολιτική, θεσμική και ανθρώπινη χρεοκοπία.
Θα σκεφτώ τώρα εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό, γιατί καθυστερεί η δίκη; Μήπως κάποιοι δεν θέλουν να ολοκληρωθεί πριν τις επόμενες εκλογές; Πώς γίνεται, σε μια δίκη που αφορά το πιο τραυματικό συλλογικό γεγονός των τελευταίων ετών, να έχεις ετοιμάσει τόσο καιρό μια αίθουσα και να καταλήγεις να μοιάζεις σαν να έστησες πρόβα σχολικής γιορτής; Πώς γίνεται να ξοδεύονται τόσα χρήματα και να μην εξασφαλίζεται το απολύτως βασικό; Πώς γίνεται αυτή η χώρα να ζητά από τους ανθρώπους να εμπιστευτούν τη Δικαιοσύνη, όταν το ίδιο το κράτος μπαίνει στην αίθουσα και την ξεφτιλίζει από την πρώτη μέρα; Και, τέλος πάντων, πόσο πια κοστίζει μία δικαστική αίθουσα και πού πήγε το 1,5 εκατομμύριο, οέο;

